Ένα αφιέρωμα στον «Νέο Κόσμο» για τον αιωνόβιο συμπάροικο κύριο Νιόνιο «ταξίδεψε» στην Ελλάδα και ξύπνησε παιδικές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. Άνθρωποι που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα και την καθοδήγησή του στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια τον θυμήθηκαν ξανά μετά από εβδομήντα χρόνια και τον αποκαλούν, σε επιστολή που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή», τον «μέντορα της παιδικής μας ζωής».

«Οι θεοί αγαπούν τους καλούς ανθρώπους», γράφουν σε δημοσίευμά τους στην «Καθημερινή» στις αρχές Ιουνίου οι αδελφοί Δρ Χρήστος και Αντώνης Βενέτης, για την ξεχωριστή προσωπικότητα του υπερεκατονταετούς Διονύση Γκέντη.
«Παρότι τον Νιόνιο τον θυμόμαστε συχνά, τον θυμηθήκαμε και πρόσφατα από δημοσίευμα της ελληνόφωνης αυστραλέζικης εφημερίδας «Νέος Κόσμος», επειδή ο Νιόνιος συμπλήρωσε 102 χρόνια. Το κείμενο δεν ήταν φειδωλό στα θετικά της προσωπικότητας του Νιόνιου. Εμείς, μειράκια των 10-15 ετών που τον γνωρίσαμε από κοντά στις Παιδοπόλεις όπου υπήρχαν χιλιάδες παιδιά του Εμφυλίου, θα προσθέταμε πολλά περισσότερα».

Οι ίδιοι περιγράφουν έναν άνθρωπο χωρίς πανεπιστημιακούς τίτλους ή παιδαγωγικές σπουδές, αλλά με σπάνιο φυσικό χάρισμα στη διαπαιδαγώγηση των νέων.
«Ο Νιόνιος ήταν ένας πολυσύνθετος αθλητής, αξεπέραστος παιδαγωγός, δίκαιος ομαδάρχης και κριτής, αξέχαστος αυτοδίδακτος δάσκαλος που ορμήνευε ότι η άθληση και γενικά η σωματική δραστηριότητα είναι η πραγματική περιουσία. Δεν διαψεύστηκε. Γι’ αυτό γιόρτασε τα 102 χρόνια!», συνεχίζουν στην επιστολή τους.
Ο Χρήστος και ο Αντώνης Βενέτης πέρασαν από την Παιδόπολη Ζηρού στη Φιλιππιάδα, ένα πρότυπο ίδρυμα της δεκαετίας του 1950, χτισμένο δίπλα στη λίμνη Ζηρού με τη συνδρομή του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού. Εκεί γνώρισαν τον Νιόνιο και βίωσαν την επιρροή του σε μια περίοδο που η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου.
Ο Διονύσης Γκέργκης, ή Γκέντης όπως είναι γνωστός στην παροικία της Αυστραλίας, ζει σήμερα σ’ ένα ήσυχο προάστιο της Μελβούρνης, χιλιάδες μίλια μακριά από τον τόπο όπου αφιέρωσε χρόνια στη φροντίδα και τη διαπαιδαγώγηση παιδιών που είχαν βιώσει τη φτώχεια, την ορφάνια και τις τραγικές συνέπειες του Εμφυλίου. Τα παιδιά αυτά βρήκαν καταφύγιο στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης, που λειτούργησαν σε όλη την Ελλάδα για τη φιλοξενία παιδιών θυμάτων του Εμφυλίου.

«ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΓΙΑ ΕΜΑΣ»
«Φανταστείτε ότι ήμασταν παιδιά από τα βουνά, ταλαιπωρημένα από τον Εμφύλιο», εξηγεί στον «Νέο Κόσμο» ο καρδιολόγος Χρήστος Βενέτης, ο οποίος βρέθηκε στην Παιδόπολη από τα Κεραύνια Όρη ή Όρη Χειμάρας όταν ήταν 10-11 χρονών. Γύρω από το χωριό του μαίνονταν καθημερινά συγκρούσεις, ενώ σπίτια παραδίδονταν στις φλόγες. Εκείνος και ο αδελφός του κατέφυγαν στην Παιδόπολη, ένα περιβάλλον πολιτισμένο και προστατευμένο, όπου η ευγενής άμιλλα ήταν το βασικό στοιχείο που καλλιεργούσαν μέσα από συντονισμένα παιχνίδια – ποδόσφαιρο, τρέξιμο, ομαδικά παιχνίδια – που ήταν παντελώς άγνωστα σε εκείνους.
«Σε όλο αυτό, καίριο ρόλο έπαιξε ο Νιόνιος. Όπως λέχθηκε από κάποιο από τα παιδιά, ήταν σαν εξωγήινος. Μας έμαθε τόσα πολλά. Εκτός από τον αθλητισμό, μας έμαθε πώς να διαβάζουμε το ρολόι, πώς να τραγουδάμε σε μια χορωδία, ακόμα και πώς να συντηρηθούμε όταν τα τρόφιμα ήταν λιγοστά. Πώς τα ήξερε όλα δεν ξέρω. Είχε μια καταπληκτική παιδαγωγική ικανότητα που δεν έχω ξαναδεί. Δεν είχε κανένα πτυχίο και όμως ήτανε μοναδικός στην κατανόηση. Όταν γινόταν κάποια φασαρία, ποιος θα την ξεδιάλυνε; Ο Νιόνιος. Με έναν εκπλητικά δίκαιο τρόπο».

«ΤΑ ΠΟΝΟΥΣΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ»
Άλλωστε, η ζωή του Νιόνιου είχε σημαδευτεί από αντίστοιχες δυσκολίες. Ορφανός από πατέρα, γνώριζε από πρώτο χέρι τον πόνο της απώλειας και της ανασφάλειας. Γι’ αυτό και, όπως είχε εκμυστηρευθεί στον «Νέο Κόσμο», ένιωθε βαθιά ενσυναίσθηση για τα παιδιά που του είχαν εμπιστευθεί.
«Τα πονούσα αυτά τα παιδιά», είχε πει. «Επειδή ήμουν και εγώ ορφανός από πατέρα και υπέφερα – όχι μόνο από την πείνα και τον πόλεμο, αλλά και ψυχικά γιατί έχασα τη στήριξη του πατέρα».
Από την πρώτη στιγμή προσπαθούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
«Δεν είμαι δάσκαλός σας ούτε κοινοτάρχης σας», τους έλεγε. «Θα σας φερθώ σαν μεγαλύτερος αδελφός. Θέλω να με ακούτε, όμως, γιατί ό,τι σας λέω θα βγαίνει από την καρδιά μου».
Με εμπειρία από τον προσκοπισμό και τον αθλητισμό, ο Νιόνιος ανέλαβε καθήκοντα στις Παιδοπόλεις, όπου μετέφερε στα παιδιά αξίες όπως η πειθαρχία, η συνεργασία και ο σεβασμός. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αθλητισμού στην Κέρκυρα, δημιουργώντας την πρώτη ομάδα μπάσκετ του νησιού και οδηγώντας την ομάδα υδατοσφαίρισης σε αγώνες απέναντι σε ιστορικούς συλλόγους της χώρας. Όλα αυτά κόπηκαν απότομα όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος.

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΦΥΓΕΤΕ»
Πέρασε μια δεκαετία στις Παιδοπόλεις, ώσπου ένα νέο όνειρο γεννήθηκε όταν θαύμασε εικόνες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης το 1956. Να μεταναστεύσει στην Αυστραλία! Είχε ήδη γνωρίσει και ερωτευθεί την Ιωάννα, με την οποία αργότερα δημιούργησε οικογένεια.
Ωστόσο, ακόμα και τώρα συγκινείται όποτε θυμάται τον τελευταίο αποχαιρετισμό από την Παιδόπολη.
Όταν ανακοίνωσε στα παιδιά ότι επρόκειτο να φύγει, εκείνα αντέδρασαν με θλίψη.
Την ημέρα της αναχώρησής του, ήταν ήδη στο λεωφορείο για Αθήνα, όταν είδε ότι ολόκληρη η Παιδόπολη είχε κατέβει στον κεντρικό δρόμο της Φιλιππιάδας και τα παιδιά είχαν κλείσει τον δρόμο.
«Κατέβηκα από το λεωφορείο και τα χαιρέτησα ένα-ένα», θυμήθηκε συγκινημένος. «Με αγκάλιαζαν και μου έλεγαν: “Κύριε Νιόνιο, δεν θα σας αφήσουμε να φύγετε!”».

Εβδομήντα χρόνια πέρασαν από εκείνη την ημέρα, αλλά οι δεσμοί εκείνοι παραμένουν ζωντανοί. Τα παιδιά που μεγάλωσαν στις ομάδες του έγιναν επιστήμονες, γιατροί, επαγγελματίες και οικογενειάρχες, όμως δεν ξέχασαν τον άνθρωπο που τους ενέπνευσε.
Ο Δρ Χρήστος Βενέτης το συνοψίζει με λίγες λέξεις. «Ο Νιόνιος ήταν για μένα και για εκατοντάδες παιδιά των Παιδοπόλεων ο μέντορας της παιδικής μας ζωής. Το σημαντικότερο μήνυμα που μου μετέδωσε ήταν ότι η άσκηση είναι προπομπός καλής σωματικής και ψυχικής υγείας. Το διαπίστωσα αργότερα και σαν καρδιολόγος, και το μετέδωσα στους ασθενείς μου. Εξακολουθώ να το μεταδίδω!»

Η επιστολή στην «Καθημερινή» έπεσε στα χέρια του Σταύρου Γ. Καλαϊτζόγλου, συγγραφέα, φιλολόγου και πρώην τρόφιμου των Παιδοπόλεων, ο οποίος την αναδημοσίευσε στο ιστολόγιό του. Στην εισαγωγή του σημειώνει ότι «ο Αντώνης και ο Χρήστος ήταν τυχεροί – όπως κι εγώ από την πλευρά μου – που είχαν έναν απίθανα καλό ομαδάρχη, αθλητικό τύπο, τον Διονύσιο (Νιόνιο) Γκέργκη».
Οι αδελφοί Βενέτη ολοκληρώνουν το κείμενό τους μ’ έναν στίχο του Καβάφη, που συμπυκνώνει εύστοχα αυτές τις παιδικές αναμνήσεις: «ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».
Σήμερα, στα 102 του χρόνια, ο κύριος Νιόνιος ίσως δεν θα είχε φανταστεί ποτέ πόσο βαθιά ρίζωσαν αυτοί οι «ήχοι» στις καρδιές των παιδιών που βοήθησε να μεγαλώσουν.


The post «Ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.