Η ελληνοαυστραλιανή αφήγηση υπήρξε ανέκαθεν γοητευμένη από το ταξίδι της μετανάστευσης. Επί δεκαετίες επιστρέφει στα ίδια περίπου μοτίβα: την αναχώρηση και την άφιξη, την απώλεια και την ανάκτηση της γλώσσας, την αίσθηση του ανήκειν και του μη ανήκειν, τα παιδιά που μεγαλώνουν ανάμεσα στις προσδοκίες των γονέων τους και στις πραγματικότητες της χώρας όπου γεννήθηκαν.
Το πρόσφατο θεατρικό έργο «Βύρωνος Βίου» των Τόνυ Νικολακόπουλου, Γιώργου Καπινιάρη και Σάλι Φάραντεϊ περιλαμβάνει όλα αυτά τα γνώριμα στοιχεία. Υπάρχει το μεταναστευτικό σπίτι της εργατικής τάξης, η αίσθηση της πολιτισμικής αμηχανίας, ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ταξίδι στην Ελλάδα, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και η νοσταλγία.
Το επίτευγμα του έργου, όμως, δεν έγκειται στην επανάληψη αυτών των θεμάτων. Έγκειται στον τρόπο με τον οποίο τα αξιοποιεί ως υπόβαθρο για κάτι πολύ πιο προσωπικό και πολύ πιο ανησυχητικό: μια διερεύνηση της εξουσίας που εξακολουθεί να ασκεί η μητέρα στη συναισθηματική και φαντασιακή συγκρότηση του Ελληνοαυστραλού άνδρα, ακόμη και όταν εκείνος έχει προ πολλού εισέλθει στη μέση ηλικία.
Όταν ο διαζευγμένος και πενηντάρης πλέον Βύρων καλείται να επιστρέψει από την Ελλάδα, προκειμένου να βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων για τη μητέρα του, η οποία εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα άνοιας, θεωρεί ότι πρόκειται απλώς για μια δύσκολη αλλά πρακτική οικογενειακή υπόθεση. Η νεότερη αδελφή του, Άλεξ, εξαντλημένη από χρόνια φροντίδας, αντιμετωπίζει την εισαγωγή της μητέρας τους σε γηροκομείο ως τη μόνη ρεαλιστική επιλογή. Ο Βύρων φθάνει έτοιμος να σταθμίσει δεδομένα και να συζητήσει λύσεις. Αντί όμως να βρεθεί αντιμέτωπος με το μέλλον, βρίσκεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του.
Καθώς ανοίγει το παλιό του μπαούλο, οι αναμνήσεις αναδύονται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση. Ο θεατής συναντά το παιδί που ντύνεται τσολιάς, τον έφηβο που ντρέπεται για την καταγωγή του, τον νεαρό που ανακαλύπτει τον έρωτα και, αργότερα, τον σύζυγο, τον πατέρα και τον διαζευγμένο άνδρα που αναζητεί το νόημα των επιλογών του. Εκείνο που αρχίζει ως συζήτηση για τη φροντίδα μιας ηλικιωμένης μητέρας μετατρέπεται σταδιακά σε ανασκαφή μιας ολόκληρης ζωής. Ή, ακριβέστερα, σε εκταφή.
Ακόμη και το όνομα του πρωταγωνιστή προσφέρεται για ανάλυση. Ο Βύρων δεν φέρει ελληνικό όνομα, φέρει όμως ένα όνομα που κατέχει περίοπτη θέση στη συλλογική μνήμη. Ο φιλέλληνας ποιητής που πέθανε στο Μεσολόγγι κατόρθωσε να αποκτήσει μια μορφή συμβολικής ελληνικότητας, την οποία ελάχιστοι Έλληνες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν με την ίδια ένταση. Η επιλογή επομένως δεν είναι αθώα. Το όνομα σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένταξη και απόσταση, θαυμασμό και μίμηση. Όπως συμβαίνει με τόσα παιδιά μεταναστών, η ταυτότητα του Βύρωνα αποτελεί σύνθεση θραυσμάτων που προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους. Είναι μια χειρονομία φιλοδοξίας προς ένα πολιτισμικό ιδεώδες, αλλά ταυτόχρονα φέρει μέσα της μια αδιόρατη αίσθηση μη νομιμοποίησης. Υπενθυμίζει ότι ο φορέας της βρίσκεται πάντοτε ελαφρώς εκτός της παράδοσης στην οποία επιθυμεί να ανήκει. Υπό αυτή την έννοια, η αποτοποθέτηση που χαρακτηρίζει τη ζωή του είναι χαραγμένη πάνω του ήδη από τη γέννησή του.
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του έργου είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Βύρων αφηγείται τη ζωή του σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τις γυναίκες που τη διαμόρφωσαν. Οι σπουδές, οι επαγγελματικές φιλοδοξίες και οι κοινωνικές επιτυχίες παραμένουν στο περιθώριο. Αντίθετα, στο προσκήνιο εμφανίζονται φίλες, ερωμένες, σύζυγοι, κουμπάρες, νονές και, πάνω απ’ όλες, η μητέρα. Οι γυναίκες λειτουργούν ως οι βασικοί σταθμοί της συναισθηματικής του διαδρομής.
Σε ένα εντυπωσιακό δείγμα θεατρικής δεξιοτεχνίας, η ηθοποιός Σοφία Κάτου υποδύεται όλους αυτούς τους ρόλους με αξιοθαύμαστη ευελιξία, προσδίδοντας σε κάθε γυναίκα ξεχωριστή φωνή και υπόσταση.
Οι γυναίκες του έργου δεν παρουσιάζονται ως πλήρως ανεπτυγμένα ψυχολογικά πορτρέτα. Εμφανίζονται περισσότερο ως φευγαλέες εντυπώσεις αποτυπωμένες πάνω στον καμβά της μνήμης του Βύρωνα. Μέσα από αυτές αναδύονται ερωτήματα για την αγάπη, την εξάρτηση, την απώλεια και την ταυτότητα. Καθώς η αφήγηση προχωρεί, ο θεατής αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο Βύρων αναζητεί διαρκώς το ίδιο πρόσωπο σε διαφορετικές μορφές. Οι γυναίκες που περνούν από τη ζωή του μοιάζουν λιγότερο με αντικείμενα ερωτικής επιθυμίας και περισσότερο με παραλλαγές μιας πρωταρχικής σχέσης, που εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο.
Η απουσία του πατέρα αποκτά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία. Ο θάνατός του πλανάται σιωπηρά πάνω από ολόκληρο το έργο. Χωρίς μια πατρική παρουσία που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο ή ως μηχανισμός αποχωρισμού, η μητέρα παραμένει η κυρίαρχη ψυχολογική δύναμη της ζωής του γιου της. Η πρώτη του φίλη, η βαφτισιμιά του νονού του, Αθηνά, η σύζυγός του, Τάμμυ, ακόμη και οι πιο προσωπικές του αναμνήσεις, μοιάζουν να αξιολογούνται μέσα από ένα μέτρο που η ίδια έχει θέσει. Το έργο δεν το διατυπώνει ποτέ ρητά. Δεν χρειάζεται. Η απόδειξη συσσωρεύεται αβίαστα μέσα από τις ίδιες τις αναμνήσεις του πρωταγωνιστή.
Ο Γιώργος Καπινιάρης προσεγγίζει τον ρόλο του Βύρωνα με τη γνωστή του αμεσότητα και μια αξιοσημείωτη συναισθηματική γενναιοδωρία. Ο Βύρων παραμένει συμπαθής ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές του. Η σύγχυσή του είναι αναγνωρίσιμη, οι αποτυχίες του ανθρώπινες, οι ανασφάλειές του οικείες. Κι όμως, υπάρχει κάτι παράδοξα εφηβικό επάνω του. Όχι ως ελάττωμα του χαρακτήρα αλλά ως βασικό θέμα του έργου. Πρόκειται για έναν άνδρα που έχει περάσει τα πενήντα χωρίς να έχει αποδεσμευθεί πλήρως από τις συναισθηματικές δομές που διαμορφώθηκαν δεκαετίες νωρίτερα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο το «Βύρωνος Βίου» αγγίζει κάτι βαθιά οικείο για πολλούς Ελληνοαυστραλούς. Η γενιά των μεταναστών κατέχει σχεδόν μυθική θέση στη συλλογική οικογενειακή μνήμη. Οι θυσίες της υπήρξαν πραγματικές, ο μόχθος της τεράστιος και τα επιτεύγματά της αδιαμφισβήτητα. Οι θυσίες αυτές, όμως, μπορούν επίσης να δημιουργήσουν σχέσεις όπου η ευγνωμοσύνη μετατρέπεται σε μορφή ακινησίας. Τα παιδιά μεγαλώνουν, παντρεύονται, αποκτούν επαγγέλματα και δημιουργούν δικές τους οικογένειες, αλλά εξακολουθούν να παραμένουν ψυχολογικά δεμένα με τους γονείς τους με τρόπους που συχνά αδυνατούν να αναγνωρίσουν.
Υπάρχει κάτι προμηθεϊκό στην κατάσταση που περιγράφει το έργο. Η γενιά των μεταναστών χάρισε στα παιδιά της τη φωτιά της ευκαιρίας μέσα από θυσίες και στερήσεις. Εκείνοι όμως που την παρέλαβαν παραμένουν συχνά οφειλέτες εκείνων που τη μετέφεραν διασχίζοντας ωκεανούς. Το αποτέλεσμα είναι μια παρατεταμένη συναισθηματική εξάρτηση που επιβιώνει ακόμη και μετά την πρακτική ενηλικίωση.
Η μεγάλη δύναμη του κειμένου είναι ότι δεν επιτρέπει ποτέ στις ψυχολογικές του αναζητήσεις να καταπνίξουν το χιούμορ. Οι θεατές αναγνωρίζουν στις σκηνές του επεισόδια που ανήκουν πλέον σχεδόν στη συλλογική ελληνοαυστραλιανή μυθολογία: την αμηχανία της παιδικής διαφορετικότητας, τους γονείς που εργάζονται αδιάκοπα, τις σχέσεις που δοκιμάζονται από τις προσδοκίες της παροικίας, το πρώτο ταξίδι στην Ελλάδα που καταλήγει στην ανακάλυψη μιας πατρίδας ταυτόχρονα οικείας και ανοίκειας.
Όλες αυτές οι ιστορίες λειτουργούν ως οχήματα για βαθύτερα ερωτήματα. Γιατί ορισμένες αναμνήσεις εξακολουθούν να ασκούν τέτοια επιρροή δεκαετίες αργότερα; Ποιες συναισθηματικές εκκρεμότητες παραμένουν άλυτες; Ποια χρέη δεν εξοφλούνται ποτέ; Για τον Βύρωνα, η απάντηση οδηγεί πάντοτε πίσω στη μητέρα.
Η τελευταία σκηνή του έργου είναι ίσως και η πιο αποκαλυπτική. Ύστερα από μια ολόκληρη βραδιά αναμέτρησης με τις αναμνήσεις του, ο Βύρων αποφασίζει ότι θα αναλάβει ο ίδιος τη φροντίδα της μητέρας του. Πρόκειται φαινομενικά για πράξη αφοσίωσης. Σε βαθύτερο επίπεδο, όμως, αποτελεί την πρώτη πραγματική διεκδίκηση προσωπικής αυτενέργειας και χειραφέτησης. Για πρώτη φορά επιχειρεί να δηλώσει ότι είναι σε θέση να καθορίσει μόνος του την πορεία της ζωής του. Οι συγγραφείς αρνούνται, ωστόσο, να του χαρίσουν μια εύκολη λύτρωση. Σχεδόν αμέσως, η μητέρα του υποβαθμίζει την απόφασή του και επαναβεβαιώνει τη δική της πρωτοκαθεδρία. Η στιγμή είναι ταυτόχρονα ξεκαρδιστική και σπαρακτική.
Καθώς πέφτει η αυλαία, η μητέρα που επί δεκαετίες διαφύλασσε τις οικογενειακές αναμνήσεις αρχίζει να τις χάνει, ενώ ο γιος της παραμένει φυλακισμένος μέσα σε αυτές. Για όσο χρόνο προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του μέσα από τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του, αδυνατεί να υπερβεί την πρώτη και καθοριστικότερη από όλες. Κάτω από το χιούμορ και τις γνώριμες ιστορίες της μεταναστευτικής εμπειρίας, το έργο υποστηρίζει ότι το δυσκολότερο ταξίδι δεν είναι από την Ελλάδα στην Αυστραλία ούτε από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, αλλά από την εξάρτηση προς την αυτονομία. Ο Βύρων δεν το ολοκληρώνει ποτέ πλήρως. Η μητέρα του μπορεί να χάνει τη μνήμη της, παραμένει όμως το κέντρο βάρους του συναισθηματικού του κόσμου. Το «Βύρωνος Βίου» υπενθυμίζει ότι οι μακρύτερες σκιές δεν προέρχονται από το παρελθόν, αλλά από τους ανθρώπους μέσω των οποίων το γνωρίσαμε.
The post «Βύρωνος Βίου»: Η βαριά σκιά της μητέρας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.