
Τα παιδιά των μεταναστών δεσπόζουν στα γήπεδα του γεω-Μουντιάλ και οι ίδιοι οι μετανάστες στις εξέδρες του. Λογικό, καθώς το ποδόσφαιρο είναι το κατεξοχήν άθλημα κοινωνικής εξέλιξης για τους κατατρεγμένους απανταχού της γης, η δε Αμερική, παρά τα σημερινά της χάλια, είναι χώρα που δημιουργήθηκε και μεγαλούργησε χάρις στη μετανάστευση.
Καθρέφτης η ομάδα της, που, όπως και του Καναδά, είναι το ακριβώς αντίθετο της φυλετικής «καθαρότητας», ενώ στην τρίτη διοργανώτρια, το Μεξικό, η ίδια η έννοια της «καθαρότητας» ταυτίζεται με την ανάμειξη: των Ινκας με την Ευρώπη, της Δύσης με τον Νότο, της ομορφιάς με την ασχήμια.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο, είναι όμως ζωογόνο, που ο Ουντάβ, παιδί κούρδων μεταναστών, ξελάσπωσε μια χλωμή – όχι ως προς το χρώμα των παικτών της – Γερμανία.
Που ο Γιαμάλ, παιδί νεαρών παιδιών από το Μαρόκο και τη Γουινέα, άλλαξε με μόνη την εμφάνισή του στο γρασίδι το πρόσωπο της Ισπανίας. Που ο Εμπαπέ, παιδί καμερουνέζου πατέρα και αλγερινής μητέρας, είναι ο πρώτος των πρώτων στη ρεπουμπλικανο-αφρικανική αρμάδα που έχει βάλει πλώρη για τρίτο συνεχόμενο τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Που κι άλλες ομάδες, όπως η Αγγλία, η Ελβετία, η Ολλανδία είναι ασύγκριτα πιο «ανάμεικτες» από τον πληθυσμό των χωρών τους – πληθυσμό που, πλην των οπαδών των διαφόρων Φάρατζ και Λεπέν, διόλου δεν γκρινιάζει γι’ αυτή τη δυσαναλογία (θα ήταν σαν να γκρινιάζαμε εμείς για τον Αντετοκούνμπο).
Ακόμα και πιο «αμιγείς» ομάδες στηρίζονται στην εσωτερική τους μετανάστευση, όπως η Αργεντινή – που βέβαια κυρίως στηρίζεται σε έναν παίκτη – θρύλο που δεν έχει παίξει ποτέ στην Αργεντινή – ή η Βραζιλία – μιγαδική χώρα, με μιγαδική αντίληψη του ποδοσφαίρου και της ζωής.
Και βέβαια, σε όλες τις χώρες και τις ηπείρους, κυριαρχεί κι η άλλη μετανάστευση, των καλών παικτών σε λίγα μεγάλα (ευρωπαϊκά) πρωταθλήματα, από τα οποία επανέρχονται, συνήθως με περηφάνια και συγκίνηση, για να υπηρετήσουν τη χώρα καταγωγής τους.
Αλλά και την πραγματική πατρίδα τους: το ποδόσφαιρο, που τους έχει κάνει αυτούς που είναι.
Σε αυτόν τον ύμνο της ποικιλομορφίας, και την έμπρακτη, μέσα κι έξω από τα γήπεδα, απόδειξη της υπεροχής της, αντιστέκονται ορισμένοι, δυστυχώς όχι λίγοι, άνθρωποι που θέλουν να λέγονται ηγέτες.
Με πρώτον τον μονίμως συνοφρυωμένο και μονίμως, λόγω αγραμματοσύνης, μπερδεμένο, «πλανητάρχη», που έχει επιβάλει, με τη συνδρομή του διόλου συνοφρυωμένου, διόλου μπερδεμένου αλλά ακόμα πιο επικίνδυνου Ινφαντίνο, φέις κοντρόλ διαιτητών, φιλάθλων, ακόμα και παικτών.
Τον μιμούνται, στις χώρες τους, αρκετοί Ευρωπαίοι, ακόμα και αυτοαποκαλούμενοι «προοδευτικοί», ακόμα και σε δημοκρατίες πρώην ανοιχτές και ανεκτικές, όπως οι Σκανδιναβικές (με τον Χάαλαντ να μη χρειάζεται, είναι αλήθεια, πολλή βοήθεια).
Μόνη εξαίρεση ο Πέδρο, του Γιαμάλ, από τον οποίο περιμένει εξιλέωση, αλλά και των πολλών σκανδάλων, που μάλλον θα προκαλέσουν την πτώση του.
Το Μουντιάλ μάς θυμίζει ότι τα παιδιά της διασποράς, όπως και η διασπορά του αθλητισμού, κάνουν καλό στο μάτι και στην ψυχή. Αντίθετα από τα καμώματα των εμπόρων των εθνών.