
Η Γερμανία εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να αυξήσει σταδιακά το όριο συνταξιοδότησης έως τα 70 έτη μέσα στις επόμενες δεκαετίες, στο πλαίσιο μιας ευρείας μεταρρύθμισης που φιλοδοξεί να διασώσει το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα από τις δημογραφικές και οικονομικές πιέσεις.
Οι προτάσεις προέρχονται από ειδική κυβερνητική επιτροπή, η οποία παρουσίασε ένα πακέτο 33 μέτρων για τη βιωσιμότητα των συντάξεων. Ανάμεσα στις σημαντικότερες εισηγήσεις περιλαμβάνονται η σταδιακή σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, η κατάργηση ορισμένων μορφών πρόωρης συνταξιοδότησης και η δημιουργία κρατικού επενδυτικού ταμείου στα πρότυπα της Σουηδίας.
Σήμερα η Γερμανία βρίσκεται ήδη σε πορεία αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030. Ωστόσο, οι νέες προβλέψεις θεωρούν ότι αυτό δεν επαρκεί.
Σύμφωνα με το προτεινόμενο μοντέλο, για κάθε επιπλέον έτος αύξησης του προσδόκιμου ζωής οι πολίτες θα εργάζονται οκτώ μήνες περισσότερο και θα λαμβάνουν σύνταξη τέσσερις μήνες περισσότερο. Εφόσον διατηρηθούν οι σημερινές δημογραφικές τάσεις, η ηλικία συνταξιοδότησης θα μπορούσε να φτάσει τα 67,5 έτη το 2041, τα 68 το 2051 και να προσεγγίσει τα 70 χρόνια μέχρι το τέλος του αιώνα.
Η βασική αιτία πίσω από τις αλλαγές είναι η ταχεία γήρανση του πληθυσμού. Οι Γερμανοί baby boomers συνταξιοδοτούνται μαζικά, ενώ οι νέοι εργαζόμενοι που εισέρχονται στην αγορά εργασίας δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν το σύστημα. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών.Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.
Το 1992 αντιστοιχούσαν περίπου 2,7 εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο. Το 2022 η αναλογία είχε μειωθεί στους δύο εργαζόμενους. Μέχρι το 2030 εκτιμάται ότι θα πέσει στο 1,5. Αυτό σημαίνει ότι όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να χρηματοδοτήσουν όλο και περισσότερους συνταξιούχους.
Παράλληλα, οι δαπάνες για συντάξεις αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς. Σήμερα αντιστοιχούν περίπου στο 9% του γερμανικού ΑΕΠ. Χωρίς μεταρρυθμίσεις, το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να ξεπεράσει το 14% μέσα στην επόμενη δεκαετία, ασκώντας τεράστια πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Η επιτροπή προτείνει επίσης τη δημιουργία ενός νέου κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, όπου μέρος των ασφαλιστικών εισφορών θα επενδύεται στις χρηματοπιστωτικές αγορές μέσω κρατικού ταμείου. Στόχος είναι η δημιουργία πρόσθετων αποθεματικών που θα ενισχύσουν τις μελλοντικές συντάξεις και θα μειώσουν την εξάρτηση από το παραδοσιακό διανεμητικό σύστημα.
Παράλληλα εξετάζεται η διεύρυνση της βάσης των ασφαλισμένων. Για πρώτη φορά προτείνεται η ένταξη των αυτοαπασχολούμενων και ορισμένων κατηγοριών επαγγελματιών που μέχρι σήμερα βρίσκονται εκτός του υποχρεωτικού δημόσιου συστήματος.
Οι αλλαγές προκαλούν ήδη έντονες πολιτικές αντιδράσεις. Η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης μετά από 45 χρόνια εργασίας θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα, καθώς αφορά εκατομμύρια εργαζόμενους που είχαν προγραμματίσει την έξοδό τους από την αγορά εργασίας με βάση το ισχύον καθεστώς.
Πέρα όμως από τη γερμανική διάσταση, οι εξελίξεις αποκτούν ευρωπαϊκή σημασία. Η Γερμανία παραμένει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συχνά
Για κράτη όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία ή η Γαλλία, όπου το δημογραφικό πρόβλημα είναι εξίσου έντονο και το δημόσιο χρέος σημαντικά υψηλότερο από το γερμανικό, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Αν η οικονομία με τη μεγαλύτερη δημοσιονομική ισχύ στην Ευρώπη θεωρεί αναγκαία τη συνταξιοδότηση στα 70 χρόνια, τότε το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο θα μπορέσουν να αποφύγουν παρόμοιες αποφάσεις οι υπόλοιπες χώρες.
Η συζήτηση για τις συντάξεις δεν αφορά πλέον το μακρινό μέλλον. Αφορά τις επόμενες δεκαετίες και τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα: περισσότερους ηλικιωμένους, λιγότερους εργαζόμενους και ολοένα μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια οικονομικά. Η Γερμανία φαίνεται πως αποφάσισε να ξεκινήσει πρώτη αυτή τη δύσκολη διαδρομή.