Οι «άγνωστες θάλασσες» του ’94, ο Ντιέγκο και η Ελλάδα – Όλα όσα λέει στα «ΝΕΑ» ο Αντώνης Μήνου

Υπάρχουν παιχνίδια που δεν τελειώνουν όταν σφυρίζει ο διαιτητής. Μένουν στο πέρασμα των χρόνων και κλωθογυρίζουν στο μυαλό.

Σαν εκείνη την μπάλα που έφυγε τότε, 32 χρόνια πριν, από το ευλογημένο αριστερό πόδι του Ντιέγκο Μαραντόνα και καρφώθηκε εκεί όπου δεν φτάνει κανένα χέρι.

Για τον Αντώνη Μήνου, το Ελλάδα – Αργεντινή του 1994 δεν ήταν απλά το ντεμπούτο του σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Ηταν η πρώτη μεγάλη βουτιά της Εθνικής Ελλάδας στον ωκεανό του Μουντιάλ.

«Δεν θα ήταν ευχάριστο αν έχανες από μια άγνωστη ομάδα», λέει ο Μήνου στα «ΝΕΑ», προσπαθώντας να βάλει εκείνη τη βραδιά στη σωστή της διάσταση.

«Ηταν όλη η ομάδα, όχι μόνο ο Μαραντόνα. Αν δεν συνέβαινε το περιστατικό με τον Μαραντόνα, εκείνη η Αργεντινή θα κατακτούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ηταν η πιο πλήρης ομάδα».

Η Ελλάδα είχε ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες με εκείνο το θάρρος του πρωτάρη. Ο Μήνου το ονομάζει διαφορετικά.

«Εμείς είχαμε άγνοια κινδύνου. Οταν πας για πρώτη φορά και αντιμετωπίζεις χώρες που δεν προέρχονται από την Ευρώπη, δεν έχεις συνειδητοποιήσει τη δυναμικότητα και τον τρόπο παιχνιδιού τους.

Είχαμε και την ατυχία να δεχθούμε γκολ στο δεύτερο λεπτό και έγιναν πιο εύκολα τα πράγματα γι’ αυτούς».

Η Αργεντινή άπλωσε την ποιότητά της στο χορτάρι και η Εθνική προσπάθησε να κρατηθεί σε έναν αγώνα που από πολύ νωρίς είχε πάρει την κατηφόρα.

«Το έχω δει αρκετές φορές το ματς», θυμάται. «Ηταν συμπτώσεις που το καθόρισαν, αλλά και δικά μας λάθη».

Και ύστερα ήρθε εκείνη η φάση. Η φάση που έμεινε περισσότερο από όλες. Οχι μόνο επειδή ήταν όμορφη. Οχι μόνο επειδή την τελείωσε ο Μαραντόνα.

Αλλά επειδή αποδείχθηκε ιστορική. Ηταν το τελευταίο γκολ του με την Εθνική Αργεντινής.

«Ηταν εκπληκτική συνολική προσπάθεια. Τέλειος συνδυασμός έξω από την περιοχή με πέντε – έξι πάσες. Ηρθε στο καλό του πόδι, έκανε το σουτ και η μπάλα πήγε στο γάμα».

Από εκείνο το ματς κρατά και μια μικρή σκηνή, σχεδόν κινηματογραφική. «Η μπάλα βγαίνει άουτ, είναι 1-0. Τρέχω να τη μαζέψω και μου λέει ο Μανωλάς: “Μην τρέχεις, δεν βλέπεις τι γίνεται;”».

Ηταν μια φράση μέσα στην ένταση, αλλά έλεγε πολλά. Ελεγε ότι η Ελλάδα είχε βρεθεί ξαφνικά σε έναν κόσμο μεγαλύτερο από εκείνον που γνώριζε.

Ο Μαραντόνα, όμως, δεν υπήρχε μόνο μέσα στο γήπεδο. Ο Μήνου θυμάται και την αρχηγική παρουσία του.

«Ο Μαραντόνα ήταν σύμβολο και ενθάρρυνε την ομάδα. Υπήρχε ένα νοβοπάν στη μέση, τα αποδυτήρια μας ήταν δίπλα δίπλα, και τον ακούγαμε να εμψυχώνει τους συμπαίκτες του.

Φώναζε “πάμε”, τους μιλούσε με πάθος και ήταν κάτι ξεχωριστό».

Λίγο αργότερα, ο μύθος θα σκοτείνιαζε. Το θετικό δείγμα, η αποβολή από το Μουντιάλ, το απότομο τέλος. Εκείνο το γκολ απέναντι στην Ελλάδα θα έμενε ως η τελευταία του πράξη με τη φανέλα της Αργεντινής.

Κι όμως, παρά τις ήττες, παρά τη σκληρότητα της εμπειρίας, παρά την πίκρα που άφησαν τα αποτελέσματα, ο Μήνου δεν μιλάει για το Μουντιάλ σαν να άφησε πληγή.

Μιλάει σαν άνθρωπος που έζησε κάτι σπάνιο.

«Οποιος δεν έχει πάει σε Παγκόσμιο Κύπελλο δεν μπορεί να το καταλάβει. Είναι ευλογία Θεού αυτό που έζησα δύο φορές. Είμαι από τους τυχερούς».