
Πόσο «γαλλική» είναι η Εθνική Γαλλίας; Η απάντηση στο ερώτημα που συχνά θέτουν οι γάλλοι ακροδεξιοί, εξαρτάται από τις εκάστοτε επιτυχίες των Μπλε ή τις στιγμιαίες «εμπνεύσεις». Οπως ήταν αυτή του προέδρου της Κένυας, Γουίλιαμ Σαμοέι Ρούτο ο οποίος το 2022, μετά την ήττα των Γάλλων από την Αργεντινή του Μέσι στον τελικό, έγραψε στο Χ «Η αφρικανική μου ομάδα έχασε», επισυνάπτοντας ταυτόχρονα ένα φωτογραφικό μοντάζ με 15 παίκτες της γαλλικής ομάδας που έχουν αφρικανικές ρίζες.
Πριν από την έναρξη της φετινής διοργάνωσης ο γνωστός για τις ακραίες μεταναστευτικές του θέσεις, πολιτικός και δημοσιογράφος Ερίκ Ζεμούρ και επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Reconquête δήλωσε ότι η εθνική ομάδα «δεν αντιπροσωπεύει πραγματικά όλη τη Γαλλία αλλά μάλλον τα προάστια και τους άραβες-μουσουλμάνους μετανάστες». Για να προσθέσει: «Νομίζω πως ορισμένοι Γάλλοι ντρέπονται για την εικόνα που προβάλει αυτή η γαλλική ομάδα. Ο ξένος Τύπος μας χλευάζει τακτικά λέγοντας πως είναι μια αφρικανική ομάδα».
Παλιά ιστορία
Οι ρατσιστικές επιθέσεις κατά της Εθνικής Γαλλίας δεν αποτελούν νέο φαινόμενο, όπως αποκαλύπτει το βιβλίο του Φρανσουά ντα Ρότσα Καρνέιρο «Bleus, histoire de l’équipe de France de football depuis 1904» (Μπλε, η ιστορία της γαλλικής ποδοσφαιρικής ομάδας από το 1904).
Ο συγγραφέας αφιέρωσε τη διδακτορική του διατριβή στην ιστορία της γαλλικής ομάδας και το πρώτο συμπέρασμα είναι πως από την ίδρυσή της, στις αρχές του 20ου αιώνα αποτελούνταν κυρίως από ποδοσφαιριστές μιας «παριζιάνικης ελίτ που προερχόταν από σχετικά προνομιούχα υπόβαθρα».
Κατά τη δεκαετία του 1920, «η στρατολόγησή της έγινε πολύ ευρύτερη γεωγραφικά, καλύπτοντας ολόκληρη τη Γαλλία, καθώς και τα αλγερινά διαμερίσματα». «Βλέπουμε την παρουσία των Pieds-Noir (γάλλων εποίκων στην Αλγερία) πριν επιλεχθούν με τη σειρά τους Αραβες από την Αλγερία ή τη Βόρεια Αφρική τη δεκαετία του 1930».
Σύμφωνα με τον διδάκτορα της Ιστορίας, αναπληρωτή ερευνητή του CREHS, αυτή η «αυτοκρατορική στρατολόγηση» δεν προκάλεσε άμεσο πρόβλημα.
Με την επαγγελματοποίηση του ποδοσφαίρου στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι γαλλικοί σύλλογοι είχαν τη δυνατότητα να συμπεριλάβουν τρεις ξένους παίκτες. Αυτή η στρατολόγηση απευθυνόταν κυρίως στη Λατινική Αμερική και την Κεντρική Ευρώπη στην προσπάθεια να εκμεταλλευτούν τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που μάστιζαν τις συγκεκριμένες περιοχές.
Πολλοί απ’ αυτούς τους παίκτες απέκτησαν αργότερα τη γαλλική υπηκοότητα και εκπροσώπησαν τους Μπλε με μεγάλη επιτυχία. Βούτυρο στο ψωμί για τις τότε ακροδεξιές εφημερίδες και ιδιαίτερα της Acion Françaisep που διαμαρτυρόταν πως ήταν ξένοι προς τη γαλλική φυλή.
Από τον Κοπά στον Ζιντάν
Τη δεκαετία του 1950 σάρωσαν οι πολωνοί και ιταλοί παίκτες. Στην ομάδα του 1958 που έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Μουντιάλ αγωνίζονταν οι Κοπά, Βισνιέφσκι, Πιαντόνι και Κιαρέλι. Δύο δεκαετίες αργότερα εμφανίστηκαν η «Μαύρη Φρουρά» την οποία αποτελούσαν οι Μάριους Τρεζόρ και Ζαν Πιερ-Αντάμς που κατάγονταν από Γουαδελούπη και Σενεγάλη αντίστοιχα. Οι δύο ποδοσφαιριστές εμφανίζονταν σε σκίτσα να τρέχουν σαν λιοντάρια ή τίγρεις, χωρίς πολλές φορές ο σκοπός να είναι η προσβολή.
Ο ηγέτης του Εθνικού Μετώπου Ζαν Μαρί Λεπέν στοχοποίησε για μία ακόμα φορά την Εθνική Γαλλίας υποστηρίζοντας το κοινότοπο πλέον πως δεν είναι αρκετά γαλλική, απαριθμώντας τους παίκτες και τις χώρες καταγωγής τους. Πρόκειται για τα κλασικά μοτίβα της Ακροδεξιάς που αμφισβητήθηκαν έντονα το 1998 με την κατάκτηση του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου από τους «Μπλε, Λευκούς, Μαύρους» με ηγέτη τον αλγερινής καταγωγής Ζινεντίν Ζιντάν.
Η πληγή του 2010
Το 2010 οι παίκτες των Μπλε υπέπεσαν σε ένα ιστορικό λάθος, αποφασίζοντας να απεργήσουν εν μέσω Μουντιάλ ως ένδειξη συμπαράστασης στον Νικολά Ανελκά που εκδιώχθηκε μετά τη σύγκρουσή του με τον εκλέκτορα Ρεϊμόν Ντομενέκ. Η ακροδεξιά πλατφόρμα στήθηκε ξανά με τους αντιπάλους να μην έχουν πολλά επιχειρήματα για να στηρίξουν τους παίκτες που κατηγορήθηκαν ως «παιδιά του δρόμου, κακοποιοί και αρχηγοί συμμοριών».
Η ρήξη με τους πολιτικούς δεν έχει γεφυρωθεί απόλυτα με ευθύνη των τελευταίων, όπως του υπουργού Εσωτερικών Ζεράλ Νταρμανέν που είχε κατηγορήσει τον Καρίμ Μπενζεμά το 2024 για «διαβόητους δεσμούς» με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Η απάντηση του Σερκί
Το στίγμα του ρατσισμού κατήγγειλε ο άσος της Μάντσεστερ Σίτι Ράγιαν Σερκί που είναι μισός Αλγερινός και μισός Ιταλός, παραμονή του αγώνα με τη Σενεγάλη στο Μουντιάλ της Βόρειας Αμερικής. Σε σχετικό βίντεο ανέφερε: «Δεν ξέρω γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν με συμπαθούν. Μπορώ να καταλάβω ότι έχω ένα προφίλ που ενοχλεί κάποιους ανθρώπους… ίσως επειδή έχω πολύ μεγάλη γενειάδα, ίσως επειδή είμαι λίγο πολύ σκουρόχρωμος».
Για τον ιστορικό, η εθνική ομάδα της Γαλλίας είναι τελικά απλώς μια αντανάκλαση της «παγκοσμιοποίησης» και της ιστορίας της χώρας: «Σχεδόν όλοι οι παίκτες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη γαλλική εθνική ομάδα προέρχονται από πρώην γαλλικές αποικίες. Εχουμε αυτή την παράδοση μετανάστευσης. Δεν είναι καν στο DNA της γαλλικής εθνικής ομάδας, αλλά στο DNA της Γαλλίας».
Ο Σερκί συμφωνεί: «Είναι μια υπέροχη γαλλική ομάδα, με μεγάλη ποικιλομορφία, με πολλές διαφορετικές ιστορίες. Και αυτό είναι που κάνει τη Γαλλία δυνατή σήμερα».