Κάθε επιτυχημένο θεσμικό σύστημα φτάνει κάποια στιγμή σε αυτό που ο Charles Handy αποκάλεσε «δεύτερη καμπύλη»: το σημείο όπου οι δομές που εξασφάλισαν την προηγούμενη επιτυχία αρχίζουν να περιορίζουν την ικανότητα προσαρμογής στο μέλλον.
Το κρίσιμο ερώτημα τότε είναι αν η διάσπαρτη γνώση, το κεφάλαιο και οι ανθρώπινες δυνατότητες μπορούν να επανασυνδεθούν σε νέες, πιο αποτελεσματικές μορφές οργάνωσης ή αν θα παραμείνουν κατακερματισμένες, οδηγώντας σταδιακά σε αδράνεια.
Για τον παγκόσμιο Ελληνισμό, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η διαφύλαξη της πολιτιστικής ταυτότητας. Η πρόκληση αφορά ολοένα και περισσότερο την αξιοποίηση και τον συντονισμό των διάσπαρτων πόρων, γνώσεων και δυνατοτήτων του σε ένα περιβάλλον θεσμικής πολυδιάσπασης.
Σε όλη την Αυστραλία, τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και αλλού, η ελληνική διασπορά δημιούργησε εκκλησίες, σχολεία, φιλανθρωπικά ιδρύματα και κοινοτικούς οργανισμούς που διατήρησαν τη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συνοχή των ελληνικών κοινοτήτων επί γενεές.
Οι θεσμοί αυτοί έλυσαν ένα ιστορικά συγκεκριμένο πρόβλημα: τη διατήρηση του πολιτιστικού κεφαλαίου μέσα στις συνθήκες της μετανάστευσης και της γεωγραφικής απόστασης από την πατρίδα.
Ωστόσο, οι θεσμοί που υπηρέτησαν με επιτυχία τη διατήρηση της ταυτότητας δεν είναι κατ’ ανάγκην οι ίδιοι που μπορούν να εξασφαλίσουν τον αποτελεσματικό συντονισμό πόρων, γνώσης και δυνατοτήτων σε ένα ολοένα πιο σύνθετο παγκόσμιο περιβάλλον.
ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Θεσμικά, το κρίσιμο ζήτημα υπερβαίνει τη διατήρηση της ταυτότητας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η γνώση, η εμπειρία και οι δυνατότητες του παγκόσμιου Ελληνισμού παραμένουν διάσπαρτες σε επιμέρους δομές, χωρίς τους μηχανισμούς που θα τις συνέδεαν σε ένα πιο συνεκτικό και αποτελεσματικό σύνολο.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η δημιουργία αξίας εξαρτάται από την ικανότητα συντονισμού διάσπαρτων πληροφοριών μέσω θεσμικών μηχανισμών.
Οι αγορές το επιτυγχάνουν μέσω των τιμών, οι επιχειρήσεις μέσω της διοίκησης και των μηχανισμών εταιρικής διακυβέρνησης, και τα κράτη μέσω πολιτικών και κανονιστικών πλαισίων.
Οι οργανώσεις της Διασποράς βρίσκονται κάπου ανάμεσα: δεν λειτουργούν ούτε ως αγορές ούτε ως πλήρως ιεραρχημένοι θεσμοί και παραμένουν προσανατολισμένες κυρίως στη συνέχεια και όχι στην κατανομή πόρων.
Έτσι, ο παγκόσμιος Ελληνισμός διαθέτει σημαντικές αλλά μόνο μερικώς ενοποιημένες μορφές κεφαλαίου:
-Οικονομικό κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί μέσω δωρεών, κληροδοτημάτων και κοινοτικών περιουσιακών στοιχείων.
-Ανθρώπινο κεφάλαιο που πηγάζει από χιλιάδες καταξιωμένους επαγγελματίες και επιστήμονες της διασποράς.
-Κοινωνικό κεφάλαιο που εκφράζεται μέσα από εκτεταμένα διεθνή δίκτυα σχέσεων.
-Πολιτιστικό κεφάλαιο που πηγάζει από την κοινή ταυτότητα και κληρονομιά.
-Παρά ταύτα, οι μορφές αυτές κεφαλαίου σπάνια μετατρέπονται με συστηματικό τρόπο σε επενδύσεις, προτεραιότητες ή συλλογικές δράσεις.
Το αποτέλεσμα είναι μια δομική αναποτελεσματικότητα: σημαντική συσσωρευμένη αξία, αλλά περιορισμένη δυνατότητα μετατροπής της σε συντονισμένα αποτελέσματα.
Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ
Σε κάθε αποτελεσματικό σύστημα υπάρχουν ενδιάμεσοι θεσμοί που συγκεντρώνουν πληροφορίες, αξιολογούν προτεραιότητες και κατευθύνουν πόρους εκεί όπου παράγεται μεγαλύτερη αξία.
Στον παγκόσμιο Ελληνισμό, οι δομές που θα μπορούσαν να συγκεντρώνουν πληροφορίες, να ιεραρχούν προτεραιότητες και να κατευθύνουν πόρους παραμένουν ασθενώς συνδεδεμένες.
Οι περισσότερες οργανώσεις της διασποράς έχουν σχεδιαστεί για εκπροσώπηση και πολιτιστική συνέχεια, όχι για στρατηγική κατανομή πόρων. Η λογική τους είναι κυρίως θεματοφυλακτική και όχι συντονιστική.
Αυτό δημιουργεί ένα θεσμικό κενό. Δεν υπάρχει ένας σταθερός μηχανισμός που να επιτελεί για το κεφάλαιο της Διασποράς αυτό που επιτελούν οι σύγχρονες οικονομίες για το χρηματοοικονομικό και ανθρώπινο κεφάλαιο: συνεχή αξιολόγηση, ιεράρχηση προτεραιοτήτων και ανακατανομή πόρων.
Οι συνέπειες είναι προβλέψιμες. Το ταλέντο παραμένει γεωγραφικά διάσπαρτο. Τα δίκτυα υπάρχουν αλλά αξιοποιούνται περιορισμένα. Τα περιουσιακά στοιχεία συσσωρεύονται χωρίς να ενεργοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα. Οι ευκαιρίες εμφανίζονται μεμονωμένα και όχι ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά η αδυναμία συντονισμού τους. Η γνώση, η εμπειρία και οι δυνατότητες υπάρχουν διάσπαρτες σε πολλούς φορείς, χωρίς όμως να υπάρχει ένας θεσμός ικανός να τις μετατρέπει σε κοινές προτεραιότητες και συνεκτική δράση.
Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Χώρες όπως η Ιρλανδία, το Ισραήλ και η Ινδία έχουν αναπτύξει πιο οργανωμένους μηχανισμούς διασύνδεσης της διασποράς με τις εθνικές τους προτεραιότητες. Μέσω θεσμών που συνδέουν επενδύσεις, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό, επιχειρούν να μετατρέψουν τη γεωγραφική διασπορά σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αντίθετα, ο παγκόσμιος Ελληνισμός εξακολουθεί να λειτουργεί κυρίως ως ένα σύνολο χαλαρά συνδεδεμένων φορέων. Διαθέτει πλούσιους πόρους και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, αλλά περιορισμένους μηχανισμούς ευθυγράμμισής τους με στρατηγικούς στόχους.
Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από την πώληση οικοπέδου του Hellenic Village στο Σίδνεϊ, με εκτιμώμενη αξία περίπου 119,5 εκατομμυρίων δολαρίων, αναδεικνύει αυτή ακριβώς την πρόκληση. Η αρχική του σύλληψη, σύμφωνα με το καταστατικό του, δεν αφορούσε απλώς μια ανάπτυξη ακινήτων, αλλά μια πολυλειτουργική θεσμική υποδομή που θα συνέδεε την εκπαίδευση, την κοινωνική μέριμνα και τον πολιτισμό.
Ανεξάρτητα από τη θέση που μπορεί να έχει κανείς για τη συγκεκριμένη υπόθεση, το ευρύτερο ερώτημα παραμένει: γιατί τα περιουσιακά στοιχεία της διασποράς τόσο σπάνια εξελίσσονται σε θεσμούς με κλίμακα και διαρκή επιρροή;
Το ζήτημα δεν είναι οι προθέσεις. Είναι η αρχιτεκτονική.
ΤΟ BRAIN DRAIN ΩΣ ΘΕΣΜΙΚΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ
Η ίδια δυναμική παρατηρείται και στην Ελλάδα.
Η φυγή νέων επιστημόνων συνήθως παρουσιάζεται ως δημογραφικό ή πολιτισμικό πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, αποτελεί κυρίως ένδειξη αναντιστοιχίας μεταξύ του διαθέσιμου ανθρώπινου κεφαλαίου και της ικανότητας των θεσμών να το αξιοποιήσουν παραγωγικά.
Οι άνθρωποι δεν φεύγουν μόνο λόγω καλύτερων αμοιβών. Φεύγουν όταν τα συστήματα αδυνατούν να προσφέρουν αξιόπιστες διαδρομές επαγγελματικής εξέλιξης και δημιουργικής αξιοποίησης των δεξιοτήτων τους.
Μια αντίστοιχη τάση εμφανίζεται και στη διασπορά. Οι νεότερες γενιές συμμετέχουν ενεργά σε παγκόσμια επαγγελματικά δίκτυα, αλλά συχνά παραμένουν χαλαρά συνδεδεμένες με τις παραδοσιακές οργανωτικές δομές της Ομογένειας.
Πρόκειται ουσιαστικά για δύο όψεις του ίδιου προβλήματος: θεσμοί που δημιουργήθηκαν για να διατηρούν κεκτημένα καλούνται πλέον να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον που απαιτεί ενεργοποίηση, σύνδεση και αξιοποίηση δυνατοτήτων.
ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον πώς θα διατηρηθεί η ταυτότητα, αλλά πώς θα σχεδιαστούν θεσμοί ικανοί να συντονίσουν αποτελεσματικά τις διάσπαρτες δυνατότητες του παγκόσμιου Ελληνισμού.
Αυτό προϋποθέτει:
-Πλατφόρμες που θα χαρτογραφούν και θα συνδέουν την ελληνική τεχνογνωσία σε παγκόσμιο επίπεδο.
-Θεσμούς που θα αξιολογούν και θα ιεραρχούν πρωτοβουλίες με διαφανή κριτήρια.
-Χρηματοδοτικά εργαλεία που θα μετατρέπουν τη φιλανθρωπία σε δομημένες επενδύσεις κοινωνικού και αναπτυξιακού χαρακτήρα.
-Συστήματα που θα συνδέουν γνώση, ευκαιρίες και κεφάλαια σε πραγματικό χρόνο, ανεξάρτητα από γεωγραφικά σύνορα.
-Δεν πρόκειται για παραδοσιακούς πολιτιστικούς φορείς. Πρόκειται για υποδομές συντονισμού που μπορούν να μειώσουν τον κατακερματισμό και να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα της συλλογικής δράσης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ
Η ιστορική πορεία του παγκόσμιου Ελληνισμού μπορεί να ιδωθεί ως μετάβαση από τη συσσώρευση κεφαλαίου στην ενεργοποίησή του.
Η πρώτη φάση οικοδόμησε ένα ισχυρό απόθεμα πολιτιστικού, κοινωνικού και θεσμικού κεφαλαίου: ταυτότητα, συνέχεια και θεσμική παρουσία που διατηρήθηκαν μέσα στον χρόνο και πέρα από τα σύνορα.
Η δεύτερη φάση απαιτεί κάτι διαφορετικό: τη συνεχή κινητοποίηση γνώσης, ανθρώπων και πόρων, ώστε να μετατρέπονται σε συντονισμένα αποτελέσματα υψηλής αξίας.
Η πρόκληση σήμερα δεν είναι η διατήρηση της κληρονομιάς. Είναι η ικανότητα σύνδεσης, αξιολόγησης και αξιοποίησης των υφιστάμενων πόρων σε κλίμακα.
Χωρίς ισχυρότερους μηχανισμούς συντονισμού, το κεφάλαιο της διασποράς θα παραμένει σημαντικό αλλά υποαξιοποιημένο. Με αυτούς, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο δίκτυο επιρροής και δημιουργίας αξίας, με διαρκή επίδραση πέρα από σύνορα και γενιές.
Η πραγματική πρόκληση δεν βρίσκεται ανάμεσα στη διατήρηση και την απώλεια της ταυτότητας, αλλά ανάμεσα στον κατακερματισμό και τον συντονισμό. Ο παγκόσμιος Ελληνισμός έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει την κληρονομιά του. Το ερώτημα της επόμενης φάσης είναι αν μπορεί να οργανώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις του σε μια κοινή αρχιτεκτονική δράσης και επιρροής για τον 21ο αιώνα.
*Ο Δρ Στηβ Μπακάλης είναι οικονομολόγος και έχει συνεργαστεί με το Πανεπιστήμιο La Trobe, το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, το Victoria University και πανεπιστήμια της περιοχής Ασίας–Ειρηνικού.
The post Ο Παγκόσμιος Ελληνισμός και η Απούσα Αρχιτεκτονική του Κεφαλαίου της Διασποράς appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.