
Ενας παλιός εφιάλτης επιστρέφει στην αμερικανική οικονομία. Ο πληθωρισμός, που είχε αρχίσει να αποκλιμακώνεται μετά την ιστορική εκστρατεία αύξησης επιτοκίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, εμφανίζει ξανά σημάδια έντονης αναζωπύρωσης, τροφοδοτούμενος κυρίως από τη νέα ενεργειακή κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Τα στοιχεία για τον Μάιο επιβεβαίωσαν τους φόβους των οικονομολόγων. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε στο 4,2% σε ετήσια βάση, ξεπερνώντας για πρώτη φορά μετά το 2023 το ψυχολογικό όριο του 4% και παραμένοντας σε επίπεδα υπερδιπλάσια του στόχου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, η οποία επιδιώκει πληθωρισμό κοντά στο 2%.
Η αύξηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική μεταβολή. Για εκατομμύρια Αμερικανούς μεταφράζεται σε ακριβότερα καύσιμα, υψηλότερα έξοδα μετακίνησης και μικρότερη αγοραστική δύναμη. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η νέα άνοδος δεν προέρχεται από την υπερθέρμανση της οικονομίας ή από αυξήσεις μισθών, αλλά από ένα εξωτερικό σοκ που η νομισματική πολιτική δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει: την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών.
Οι επιπτώσεις του πολέμου ανάμεσα στο Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν γίνει πλέον ορατές στα πρατήρια καυσίμων σε ολόκληρη την Αμερική. Η τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 40,5% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ μόνο τον τελευταίο μήνα κατέγραψε άνοδο 7%. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση στο πετρέλαιο θέρμανσης και στα βιομηχανικά καύσιμα, όπου οι τιμές εμφανίζονται αυξημένες σχεδόν κατά 59%.
Το ενεργειακό κόστος εξελίσσεται ξανά στον βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του πληθωρισμού, θυμίζοντας τις πετρελαϊκές κρίσεις προηγούμενων δεκαετιών. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι όταν αυξάνεται το κόστος της ενέργειας, η επίδραση δεν περιορίζεται μόνο στα πρατήρια καυσίμων. Οι μεταφορές γίνονται ακριβότερες, οι επιχειρήσεις μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές και τελικά επηρεάζεται σχεδόν κάθε προϊόν και υπηρεσία της οικονομίας.
Προς το παρόν, πάντως, υπάρχουν και ορισμένες ενδείξεις ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν έχουν εξαπλωθεί πλήρως σε ολόκληρη την οικονομία. Ο λεγόμενος δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα, διαμορφώθηκε στο 2,9%, ελαφρώς υψηλότερα από το 2,8% του προηγούμενου μήνα. Παρότι η άνοδος θεωρείται περιορισμένη, αποτελεί υπενθύμιση ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού δεν έχει ακόμη κερδηθεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αρκετές κατηγορίες αγαθών εμφάνισαν ακόμη και πτώση τιμών. Τα καινούργια αυτοκίνητα έγιναν φθηνότερα, οι τιμές πολλών ιατρικών προϊόντων υποχώρησαν, ενώ περιορισμένες ήταν και οι αυξήσεις στα μεταχειρισμένα οχήματα. Παράλληλα, οι υπηρεσίες μεταφορών εμφάνισαν απρόσμενη μείωση κόστους, παρά το ακριβότερο πετρέλαιο.
Ωστόσο, η μεγάλη ανησυχία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας παραμένει η αγορά κατοικίας. Τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμό ταχύτερο από τον επιθυμητό, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πιέσεις στο κόστος ζωής παραμένουν έντονες για τα νοικοκυριά.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον αφορά την πολιτική επιτοκίων. Μέχρι πριν από λίγους μήνες, αρκετοί αναλυτές θεωρούσαν πιθανό ότι η Fed θα ξεκινούσε σταδιακές μειώσεις επιτοκίων μέσα στο 2026. Η νέα έξαρση του πληθωρισμού αλλάζει τα δεδομένα. Η αγορά όχι μόνο έχει εγκαταλείψει τα σενάρια άμεσων μειώσεων, αλλά αρκετοί επενδυτές θεωρούν πλέον πιθανή ακόμη και μια νέα αύξηση επιτοκίων προς το τέλος του έτους.
Η συζήτηση στο εσωτερικό της κεντρικής τράπεζας περιστρέφεται γύρω από δύο σενάρια. Το πρώτο προβλέπει παρατεταμένη διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά υψηλά επίπεδα μέχρι το 2027. Το δεύτερο, πιο επιθετικό, προβλέπει νέα αύξηση εάν οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχιστούν κατά τους επόμενους μήνες.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι εξακολουθούν να θεωρούν πιθανότερο το πρώτο σενάριο. Υποστηρίζουν ότι η σημερινή άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα μιας γεωπολιτικής κρίσης και όχι ένδειξη υπερθέρμανσης της αμερικανικής οικονομίας. Εάν η κατάσταση στη Μέση Ανατολή σταθεροποιηθεί και οι τιμές του πετρελαίου αποκλιμακωθούν, τότε ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αρχίσει να υποχωρεί εκ νέου από το φθινόπωρο.
Όμως το πρόβλημα για τα αμερικανικά νοικοκυριά είναι ότι η καθημερινότητα δεν περιμένει τις μακροοικονομικές προβλέψεις. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 0,7% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Με απλά λόγια, οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, γεγονός που σημαίνει ότι οι πολίτες χάνουν αγοραστική δύναμη.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρίσκεται ήδη σε χαμηλά επίπεδα. Οι Αμερικανοί καλούνται να πληρώσουν ακριβότερη βενζίνη, υψηλότερα ενοίκια και αυξημένο κόστος διαβίωσης, ενώ παράλληλα βλέπουν τις αποδοχές τους να μην ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η νέα αυτή πληθωριστική έξαρση αποτελεί μια προσωρινή αναταραχή ή την αρχή ενός νέου κύκλου αυξήσεων τιμών. Η απάντηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Προς το παρόν, πάντως, το μόνο βέβαιο είναι ότι ο πληθωρισμός επέστρεψε στο επίκεντρο της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής ζωής. Και όσο η ενεργειακή κρίση παραμένει ενεργή, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα στον φόβο μιας νέας έκρηξης τιμών και στον κίνδυνο να επιβραδύνει υπερβολικά την οικονομία. Μια ισορροπία που γίνεται ολοένα πιο δύσκολη σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική και η οικονομία είναι πλέον αξεχώριστες.