
Η χρονική στιγμή που ο ισραηλινός επιχειρηματίας Ταλ Ντίλιαν θα αποφασίσει να παρουσιάσει τα αδιαμφισβήτητα «κρυφά χαρτιά» του – που αναδεικνύουν τη συνεργασία του με τις κυβερνητικές υπηρεσίες – αποτελεί πλέον το μεγάλο ζητούμενο στο σκάνδαλο των υποκλοπών, καθώς σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Το Βήμα της Κυριακής» η πλευρά Ντίλιαν επικαλείται ότι διαθέτει συμφωνητικό του με την ΕΥΠ για χρήση του Predator, ηλεκτρονικά μηνύματα για την τεχνική υποστήριξη του συστήματος παρακολουθήσεων όπως και άλλα παραστατικά.
Αυτά τα ντοκουμέντα που αναφέρεται ότι διαθέτει εξηγούν και τις δημόσιες, προειδοποιητικές επισημάνσεις του ότι η εταιρεία του, η Intellexa, πουλάει τα προϊόντα της μόνο σε κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας και ότι οι υπεύθυνοί της δεν είχαν κανένα λόγο να προχωρούν – λίγες εβδομάδες μάλιστα μετά την εγκατάστασή της στην Ελλάδα – σε έναν τέτοιο κύκλο παρακολουθήσεων 100 ελλήνων υπουργών, βουλευτών, στρατιωτικών, αστυνομικών, επιχειρηματιών κ.λπ.
Η συμφωνία με την ΕΥΠ
Ο ισραηλινός επιχειρηματίας λοιπόν επικαλείται ότι διαθέτει το συμφωνητικό του 2020 με την ΕΥΠ που δεν έλαβε άλλο επίσημο χαρακτήρα αφού δεν υπήρχε – και ούτε υπάρχει μέχρι σήμερα – νομικό υπόβαθρο στη χώρα μας για την επίσημη απόκτηση και χρήση τέτοιου είδους λογισμικού για την υφαρπαγή όλων των δεδομένων από τα κινητά τηλέφωνα και είναι ενδεικτικές οι αναφορές του ότι «είμαστε πάροχος τεχνολογίας, όχι μισθοφόροι» καθώς και ότι «πωλούμε σε κρατικές υπηρεσίες σύμφωνα με όλους τους απαιτούμενους κανονισμούς, αλλά ποτέ δεν λειτουργούμε τα συστήματα για λογαριασμό τους».
Ακόμη ο Ντίλιαν διαθέτει τα ηλεκτρονικά μηνύματα όπου αποκαλύπτεται ο κύκλος των παραληπτών – κυρίως αστυνομικοί που υπηρετούσαν στην ΕΥΠ αλλά και άλλοι πράκτορες – που σχετίζονταν με το δίκτυο του Predator.
Αλλωστε, όπως αναδείχθηκε πρόσφατα, η κυβέρνηση, παρά τις σαφείς επιπτώσεις στη δημόσια ασφάλεια, δεν προωθεί νομοθετικές αλλαγές (κυρίως με κανονιστικές διατάξεις) για τη νόμιμη χρήση παρόμοιου λογισμικού στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος – όπως συμβαίνει σε δεκάδες άλλες χώρες – για να αποφύγει νέο επικοινωνιακό θόρυβο από το σκάνδαλο που η ίδια δημιούργησε.
Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, η πλευρά Ντίλιαν πιθανόν διαθέτει και παραστατικά συναλλαγών, ενώ βεβαίως μπορεί να προχωρήσει σε αναλυτικές μαρτυρίες για όλες τις παρασκηνιακές συναντήσεις με υπηρεσιακά στελέχη, ανθρώπους του Μαξίμου, αστυνομικούς που υπηρετούσαν στην ΕΥΠ, μεσάζοντες πώλησης όπλων όπως και το συνολικό «δίκτυο» που οδήγησε στην παράνομη χρήση του λογισμικού αρχικά με επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας».
Ακόμη, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, διαθέτει και σειρά εγγράφων από την πώληση του συγκεκριμένου λογισμικού σε τουλάχιστον 20 χώρες στο εξωτερικό, με τη συνδρομή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, όπου φαίνεται να υπήρχαν και συστατικές επιστολές ορθής λειτουργίας του. Συμπληρώνεται ότι η ίδια πλευρά διαψεύδει αναφορές ότι η Ιntellexa διέθετε ψηφιακά αρχεία από την ελληνική χρήση του Predator.
Η επιλογή του χρόνου
Είναι προφανές ότι η επιλογή Ντίλιαν να δημοσιοποιήσει τα στοιχεία και ο χρόνος που θα εκδηλωθεί, θα επιφέρουν καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία της κυβέρνησης, θέτοντας πλέον υπό αμφισβήτηση την έρευνα του Αρείου Πάγου που είχε προσδιορίσει τη χρήση του «αρπακτικού» λογισμικού ως «ιδιωτική υπόθεση» και είχε οδηγήσει στο εδώλιο τους Ταλ Ντίλιαν, τη σύζυγό του Σάρα Χάμου και τους έλληνες επιχειρηματίες Γιάννη Λαβράνο και Φέλιξ Μπίτζιο που καταδικάστηκαν συνολικά σε 126 χρόνια φυλάκιση.
Ο χρόνος παρουσίασης των αποκαλυπτικών στοιχείων φαίνεται να σχετίζεται με την περαιτέρω διερεύνηση ή μη της υπόθεσης των υποκλοπών, τη δίκη σε δεύτερο βαθμό των «τεσσάρων» ιδιωτών, που έχει προσδιοριστεί για τον ερχόμενο Δεκέμβριο, αλλά και τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών, οι οποίες συναντούν την έντονη αντίδρασή του.
Ο Ταλ Ντίλιαν φέρεται να προσμετρούσε μέχρι τώρα ότι η παρουσίαση ντοκουμέντων από την αναφερόμενη συνεργασία του με την ΕΥΠ οδηγεί στην παραβίαση κανόνων μυστικότητας και εμπιστευτικότητας που διέπουν αυτές τις συναλλαγές και έτσι μπορεί να αλλοιώσουν το επιχειρηματικό προφίλ του.
Ομως, όπως σημείωσε στα «ΝΕΑ» ο δικηγόρος Αθηνών Ζαχαρίας Κεσσές, νομικός εκπρόσωπος στόχων του Predator και πολιτική αγωγή στην πρόσφατη δίκη, «οι τυχόν ρήτρες εμπιστευτικότητας δεν έχουν καμία αξία καθώς μπορούν να οδηγήσουν μόνο στην έγερση αξιώσεων από την πλευρά του Δημοσίου, κάτι όμως που δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει σε κανένα δικαστήριο, αφού η προμήθεια του κατασκοπευτικού λογισμικού ως υπερκείμενη αιτία είναι παράνομη».