Τζέιμς Δαλαμάγκας: Ο φυγάς των δύο ηπείρων

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες ο Τζέιμς Δαλαμάγκας ήταν ένα πρόσωπο – φάντασμα: μια «σκιά» που κινούνταν ανάμεσα σε δύο ηπείρους, ένα όνομα που ακουγόταν σε αστυνομικά δελτία και δημοσιογραφικές αναφορές κι ύστερα ξεχνιόταν. Στην Αυστραλία ήταν επικηρυγμένος για 200.000 δολάρια. Στην Ελλάδα ήταν απλώς ένας άνδρας με ψεύτικο όνομα. Ενας άνθρωπος που, επισήμως, δεν υπήρχε. Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο Τζέιμς Δαλαμάγκας; Τη μυθιστορηματική ζωή του σκιαγραφούν «ΤΑ ΝΕΑ» μέσα από μαρτυρίες και στοιχεία από την Αυστραλία.

Σχεδόν έναν χρόνο πριν o Δαλαμάγκας γίνει ο υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενος στην Αυστραλία, η οικογένειά του είχε στιγματιστεί από έναν θάνατο που άλλαξε τα πάντα. Στις 31 Ιανουαρίου του 1998 ο αδερφός του Τζέιμς, Πίτερ Δαλαμάγκας, 23 ετών, βρισκόταν στο καζίνο Star City του Σίδνεϊ μαζί με φίλους και συγγενείς, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Τζέιμς. Σε μια στιγμή εκνευρισμού, κάποιο μέλος της παρέας φέρεται να κλώτσησε έναν κουβά με μάρκες, με αποτέλεσμα η διεύθυνση του καζίνου να τους ζητήσει να αποχωρήσουν.

Κατά την έξοδό τους ξέσπασε συμπλοκή ανάμεσα στην παρέα και τους άνδρες ασφαλείας του καζίνου. Ο Πίτερ ακινητοποιήθηκε στο έδαφος από το προσωπικό ασφαλείας ενώ φώναζε επανειλημμένως ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Λίγα λεπτά αργότερα έχασε τις αισθήσεις του. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Από τη στιγμή εκείνη η οικογένεια Δαλαμάγκα ξεκίνησε έναν πολυετή δικαστικό αγώνα για τη δικαίωση του Πίτερ, ο οποίος ολοκληρώθηκε με εξωδικαστικό συμβιβασμό το 2006.

Σύμφωνα με αστυνομικές και δημοσιογραφικές πηγές, ο Τζέιμς ήταν πολύ δεμένος με τον μικρότερο αδερφό του και ο θάνατός του τον επηρέασε βαθιά. Ανθρωποι που τον είχαν γνωρίσει υποστήριξαν ότι μετά το περιστατικό έγινε πιο βίαιος και απρόβλεπτος. Ισως γι’ αυτό, όταν συνελήφθη πριν από λίγες ημέρες στο Αίγιο, ο Δαλαμάγκας, που έχει χαράξει στο δέρμα του τατουάζ που γράφει «μολών λαβέ», φέρεται να φώναξε στους δημοσιογράφους: «Justice for Peter Dalamangas» («Δικαιοσύνη για τον Πίτερ Δαλαμάγκα»).

Τη δεκαετία του ’90, η ελληνική παροικία της Αυστραλίας ήταν ήδη ισχυρή, με δικά της δίκτυα, επιχειρήσεις, καφέ, λέσχες και μια έντονη κοινωνική ζωή που λειτουργούσε σχεδόν σαν μια παράλληλη μικρή κοινωνία. Την εποχή εκείνη, σύμφωνα με αυστραλιανές πηγές, ο Τζέιμς και ο Πίτερ Δαλαμάγκας διαχειρίζονταν από κοινού μια εταιρεία security, ενώ ο Τζέιμς είχε εργαστεί και ως πορτιέρης σε νυχτερινά κέντρα του Kings Cross.

Το Kings Cross εκείνη την περίοδο ήταν συνώνυμο του εμπορίου ναρκωτικών, της βίας και της πορνείας και αποτελούσε πεδίο δράσης για το οργανωμένο έγκλημα, στο οποίο εμπλέκονταν, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, αρκετοί Ελληνες. Τα μοτίβα δράσης ήταν συχνά παρόμοια· ίδρυαν μικρές εταιρείες security, μέσα από τις οποίες πουλούσαν «προστασία» σε τοπικά μπαρ και κλαμπ, εκβίαζαν επιχειρηματίες, τοποθετούσαν δικούς τους ανθρώπους στην είσοδο νυχτερινών μαγαζιών και ασκούσαν εξουσία στην περιοχή.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, επεξέτειναν τη δράση τους σε υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών, κυρίως κοκαΐνης. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα τα «nightlife killings» – οι δολοφονίες που συνδέονταν με τη νυχτερινή ζωή – ήταν ιδιαίτερα συχνά.

Μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις που απασχόλησαν την Αυστραλία και έλαβαν διεθνείς διαστάσεις διαδραματίστηκε στο νάιτ κλαμπ Pariziana, στο προάστιο Belmore του Σίδνεϊ, το οποίο θεωρούνταν στέκι για μέλη του οργανωμένου εγκλήματος από την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή. Εκεί, στις 25 Απριλίου του 1999 σημειώθηκε η δολοφονία που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη ζωή του Τζέιμς Δαλαμάγκα. Θύμα ήταν ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ο οποίος παρενέβη για να σταματήσει έναν καβγά μεταξύ αντίπαλων ομάδων, αλλά τελικά έχασε τη ζωή του όταν δέχτηκε θανατηφόρα χτυπήματα με μαχαίρι. Λίγο μετά, η αστυνομία εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον Δαλαμάγκα.

Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την έγκριτη ομογενειακή εφημερίδα της Αυστραλίας «Νέος Κόσμος», ο Δαλαμάγκας «εξεταζόταν ως ύποπτος για τη δολοφονία του Τιμ Βουκελάτος, εργαζομένου στην ασφάλεια νυχτερινών κέντρων στο Kings Cross, ο οποίος είχε βρεθεί νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του το 1997, έχοντας δεχθεί πέντε πυροβολισμούς. Οι αστυνομικές έρευνες της εποχής συνέδεαν τη συγκεκριμένη δολοφονία με διαμάχες για τον έλεγχο δραστηριοτήτων φύλαξης και παροχής υπηρεσιών ασφαλείας στη νυχτερινή ζωή της περιοχής».

Κι όμως, η ιστορία του Τζέιμς Δαλαμάγκα δεν ξεκίνησε στον υπόκοσμο, αλλά ως κομμάτι μιας τυπικής διαδρομής της ελληνικής μετανάστευσης: γεννήθηκε στην Αυστραλία από έλληνες γονείς που είχαν αφήσει την ελληνική επαρχία και είχαν μεταναστεύσει εκεί αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η μητέρα του, Χρυσώ, καταγόταν από την Τεμένη Αχαΐας, περίπου 20 χιλιόμετρα από το σημείο όπου συνελήφθη ο γιος της πριν από λίγες ημέρες. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο πατέρας του, Βασίλης, κατάγεται από το Γοργόμηλο Πρέβεζας, μια περιοχή που γνώρισε έντονα μεταναστευτικά κύματα τη δεκαετία του 1960, όπως και πολλά άλλα χωριά της Ηπείρου. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το ζευγάρι μοιράζει τα τελευταία χρόνια τον χρόνο του ανάμεσα στην Αυστραλία και την Ελλάδα, ενώ ο πατέρας του Τζέιμς συνελήφθη μαζί με τον γιο του, αντιμετωπίζοντας κατηγορία για υπόθαλψη εγκληματία.

Το τέλος της ιστορίας δεν έχει γραφτεί ακόμη. Υστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες, ο άνθρωπος που για χρόνια κατάφερνε να παραμένει αόρατος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη. Και ίσως πολλά από τα ερωτήματα που συνόδευαν το όνομά του επί δεκαετίες να βρουν σύντομα απαντήσεις.