Της Παρεξήγησης… λίγο πριν παραδοθούμε στον Αλγόριθμο

Εν τέλει, πολλά από τα δεινά του Κόσμου πηγάζουν από την παρεξήγηση—δηλαδή από την αποτυχία στην επικοινωνία.

Δεν λέω, υπάρχουν βαθιές και ριζωμένες διαφορές ανάμεσα μας, τόσο έντονες που διαμορφώνουν την ταυτότητά μας. Τις περισσότερες φορές, όμως, η πολιτική του μίσους μας καθιστά άστοχους και άτρωτους. Αφήνουμε τον εγωισμό μας να προτρέχει και ουσιαστικά οι παθογένειές μας γίνονται φραγμοί στην συνεννόηση και έπεται στην «καλή ζωή», που τελεί και ο Αρίστος—ενώ ο Πλάτων μας θέλει, σώνει και καλά, να γίνουμε «καλοί άνθρωποι!».

Η υστεροβουλία, καλοδεχούμενη, δεν λέω, αλλά υστερεί της αμεσότητας που απαιτεί η πραγματικότητα, ενώ η διαλεκτική, παρόλο που διαγείρει τη λογική, συχνά φτάνει καθυστερημένα. Άλλωστε, είναι επόμενο, ως ανθρώπινα όντα, να πορευόμαστε συναισθηματικά, προσωποποιόντας τις απόψεις μας και να αποδίδουμε στον αντίπαλο χαρακτηρισμούς του «πήξε και του δείξε».

Υπάρχει, βέβαια, και η οπτική που διαμορφώνεται όχι μόνο από τις προσωπικές μας επιθυμίες και τις βολικές μας ερμηνείες, αλλά και από το κοινωνικό περιβάλλον που μας ανέθρεψε και μας καθόρισε: την οικογένεια, τη θρησκεία, την εκπαίδευση, τις οικονομικές συνθήκες και, εντέλει, την ίδια την κοινωνία.

Μιας κοινωνίας καζαντζακικής υφής, όπου πορεύεσαι ως απόκληρος, στέκεσαι στα σκαλοπάτια της ζωής και παλεύεις σαν ναυαγός να βρεις τον προσανατολισμό και το νόημά σου.

Με τον κίνδυνο να θεωρηθώ «χρονοκεντρικός» —και χωρίς, φυσικά, να αποδίδω στη γενιά μου οποιοδήποτε προνόμιο σοφίας ή ανωτερότητας—παρατηρώ ότι η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια νεωτερική σφίγγα, όπου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης πλάθουν μια νέα διάσταση στις σχέσεις μας.

Ένας νέος επικοινωνιακός και πληροφοριακός συσχετισμός, που εδώ και δύο περίπου δεκαετίες διαμορφώνει και οριοθετεί τα χαρακτηριστικά μιας διαφορετικής κοινωνίας. Να το λοιπόν, πάλι στο Διαδίκτυο καταλήγεις, Μιχαήλ. Τη γνωρίζουμε, άλλωστε, την προκατάληψή σου. Δεν την έκρυψες ποτέ. Τη διακήρυξες μάλιστα δημόσια σε κάποιο φόρουμ το 2004, ή μήπως το 2005; Ήταν άραγε το 2006; Ο χρόνος θολώνει τις λεπτομέρειες. Τότε πάντως που έκαναν τα πρώτα τους βήματα το Facebook, το YouTube και το Twitter. Είχες δηλώσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως αν υπήρχε μια μοναδική πρίζα —τότε ακόμη δεν κατοικούσαμε στο «σύννεφο»— που τροφοδοτούσε ενεργειακά ολόκληρο το Διαδίκτυο, μία και κυρίαρχη σαν τον Παντοκράτορα (ας σταματήσει εδώ ο θεολογικός παραλληλισμός), θα την τραβούσες από τον τοίχο χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς ίχνος δισταγμού. Τώρα, θεωρητικά, όλοι όλη την ώρα «επιλέγουμε» να είμαστε δικτυωμένοι, συνδεδεμένοι, και ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να συμμετάσχει σε κάθε λογής συζήτηση–η αποκαλούμενη δημοκρατικοποίηση του πολιτικού λόγου!

Το Διαδίκτυο, παρότι που υποσχέθηκε τη δημοκρατικοποίηση του λόγου και την καθολική πρόσβαση στη γνώση, παραμένει ένα εργαλείο που τροφοδοτείται, διαμορφώνεται και εν πολλοίς ελέγχεται από δυνάμεις που υπερβαίνουν το άτομο.

Πίσω από την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας κρύβονται αλγόριθμοι, εταιρικά συμφέροντα, κρατικές στρατηγικές και μηχανισμοί επιρροής που λειτουργούν αθόρυβα, σχεδόν αόρατα. Ο χρήστης νιώθει ότι πλοηγείται ελεύθερα σε έναν απέραντο ωκεανό πληροφοριών, ενώ συχνά κινείται μέσα σε διαύλους που έχουν ήδη χαραχθεί από άλλους.

Βεβαίως, δεν πρόκειται για κάποια συνωμοσία υφασμένη στα υπόγεια της Ιστορίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή και, γι’ αυτό, ίσως πιο ανησυχητική. Όπως κάθε μεγάλη ανθρώπινη κατασκευή, έτσι και το Διαδίκτυο αντανακλά τις σχέσεις ισχύος της εποχής του. Εκείνοι που διαθέτουν τους πόρους, την τεχνολογία και τα δεδομένα διαθέτουν, αναπόφευκτα, και δυσανάλογη επιρροή στον τρόπο με τον οποίο παράγεται, διακινείται και καταναλώνεται η πληροφορία. Κι όμως, το παράδοξο παραμένει. Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχαμε τόση πρόσβαση σε πληροφορίες και, ταυτόχρονα, τόση δυσκολία να διακρίνουμε το ουσιώδες από το επουσιώδες, το τεκμηριωμένο από το αυθαίρετο, τη γνώση από τον θόρυβο. Ο δημόσιος λόγος απελευθερώθηκε, αλλά μαζί του απελευθερώθηκαν και οι προκαταλήψεις, οι βεβαιότητες, οι κραυγές και οι κάθε λογής ψηφιακοί προφήτες. Έτσι, η πολυφωνία που κάποτε φάνταζε ως προϋπόθεση της Δημοκρατίας καταλήγει συχνά να θυμίζει μια ατέρμονη Βαβέλ, όπου όλοι μιλούν και ελάχιστοι ακούν.

Αλλά να που είναι πολύ ευκολότερο να βρίσεις, να απορρίψεις, να χλευάσεις ή και να μισήσεις κάποιον όταν δεν τον αντικρίζεις. Όταν δεν συναντάς το βλέμμα του, δεν ακούς τη φωνή του, δεν μοιράζεσαι τον ίδιο χώρο. Η απόσταση πάντοτε ευνοούσε την απανθρωποποίηση, το Διαδίκτυο απλώς την κατέστησε ακαριαία και παγκόσμια.

Τι λες λοιπόν, Μιχαήλ; Μήπως τελικά δεν βρίσκεται η κακία στο Διαδίκτυο, αλλά το Διαδίκτυο της προσέφερε το πιο φιλόξενο καταφύγιο που είχε ποτέ γνωρίσει;

Κι όμως, οι πρώτοι του ευαγγελιστές το φαντάστηκαν αλλιώς.

Το οραματίστηκαν ως τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο της πληροφορίας, μια τεχνολογία απελευθέρωσης που θα ενδυνάμωνε τους πολίτες απέναντι στα αυταρχικά καθεστώτα, τις κρατικές κατασταλτικές μηχανές και την ισχύ των πολυεθνικών εταιρειών. Θα άνοιγε ρωγμές εκεί όπου υπήρχαν τείχη, θα συνέδεε ανθρώπους εκεί όπου υπήρχαν σύνορα και θα έδινε φωνή σε όσους μέχρι τότε ήταν καταδικασμένοι στη σιωπή.

Και για μια σύντομη στιγμή φάνηκε πως το όνειρο μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Από τις πρώτες διαδικτυακές αντιστάσεις στην Κίνα μέχρι τις πρωτοβουλίες επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές της διχοτομημένης Κύπρου, το διαδίκτυο έδειξε να διαθέτει μια αυθεντικά χειραφετητική δυναμική.

Όμως η Ιστορία έχει την κακή συνήθεια να υπενθυμίζει ότι κανένα εργαλείο δεν παραμένει για πολύ καιρό έξω από τις σχέσεις ισχύος που το περιβάλλουν.

Σταδιακά, οι κυβερνήσεις έμαθαν να το επιτηρούν, τα κατεστημένα να το αξιοποιούν και οι πολυεθνικές να το εμπορευματοποιούν. Η λογοκρισία δεν εξαφανίστηκε, απλώς άλλαξε μορφή. Δεν εκδηλώνεται πάντοτε με απαγορεύσεις και απειλές, αλλά συχνά με την αόρατη ιεράρχηση της πληροφορίας, με την προώθηση ορισμένων φωνών και την υποβάθμιση άλλων, με την αθόρυβη διαμόρφωση του ορίζοντα μέσα στον οποίο σκεφτόμαστε. Και τώρα, στην εποχή της αλγοριθμικής τεχνητής νοημοσύνης, η ανησυχία αποκτά μια νέα διάσταση. Δεν φοβόμαστε πλέον μόνο ότι κάποιοι ελέγχουν τι βλέπουμε.

Φοβόμαστε μήπως αρχίσουν να προκαθορίζουν τι θεωρούμε σημαντικό, τι επιθυμούμε, τι πιστεύουμε και, εντέλει, τι σκεφτόμαστε. Όχι με τη βία του λογοκριτή, αλλά με την ευγένεια του αλγορίθμου που μας γνωρίζει καλύτερα απ’ όσο γνωρίζουμε εμείς τον εαυτό μας. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, είναι μια μορφή εξουσίας που οι παλαιοί δεσπότες δύσκολα θα μπορούσαν να ονειρευτούν… άντε, και καλό scrolling!

The post Της Παρεξήγησης… λίγο πριν παραδοθούμε στον Αλγόριθμο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.