Τι αλλάζει σε δάνεια και καταθέσεις

Η απόφαση της ΕΚΤ να αυξήσει τα βασικά επιτόκια αναφοράς κατά 25 μονάδες βάσης την περασμένη Πέμπτη ήρθε ως μια αναμενόμενη εξέλιξη, καθώς η αύξηση του κόστους του χρήματος είχε προεξοφληθεί από τις αγορές. Το Euribor 3m (τριών μηνών), που αποτελεί το επιτόκιο βάσης για τα περισσότερα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου των ελληνικών τραπεζών, βρίσκεται στην περιοχή του 2,20%-2,30% ήδη από τις 10 Απριλίου.

Ετσι, η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ ουσιαστικά οδήγησε στην εξισορρόπηση μεταξύ επιτοκίου διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και του Euribor 3m. Ωστόσο, η απόφαση έδωσε νέα ώθηση στην τιμή του Euribor στην περιοχή του 2,40% και θα χρειαστούν μερικές εβδομάδες για να διαφανεί σε ποιο ύψος θα σταθεροποιηθεί.

Οι αγορές και οι αναλυτές των τραπεζών εκτιμούν ότι θα υπάρξει ακόμα μία αύξηση 25 μονάδων βάσης μέσα στο 2026 – πιθανότατα τον Σεπτέμβριο. Ακόμα και στο – μάλλον απίθανο – σενάριο μεγάλης ανόδου στα επιτόκια, οι τράπεζες δεν αποκλείεται να αναλάβουν πρωτοβουλία «παγώματος» των επιτοκίων, όπως έκαναν την περίοδο 2022-2023, όταν τα επιτόκια της ΕΚΤ ξεπέρασαν το 4%.

Η αύξηση των επιτοκίων κάνει το χρήμα ακριβότερο για τις τράπεζες, που συνήθως μετακυλούν το επιπλέον κόστος στους πελάτες τους. Ομως, δεδομένης της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, οι περισσότερες τράπεζες φέρεται να έχουν αποφασίσει να απορροφήσουν την πρώτη αυτή αύξηση. Οπως λένε πηγές της Alpha Bank στα «ΝΕΑ», τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα στα καταναλωτικά δάνεια και στις πιστωτικές κάρτες, με την τράπεζα να απορροφά πλήρως το πρόσθετο κόστος που προκύπτει από την άνοδο των επιτοκίων αναφοράς. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και ΕΤΕ και Eurobank, ενώ την ίδια πολιτική αναμένεται να ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες τράπεζες στο πλαίσιο του μεταξύ τους ανταγωνισμού.

Σε ό,τι αφορά τα στεγαστικά δάνεια, η συντριπτική πλειονότητα των νέων δανείων (σε ποσοστό 90%-95%) είναι σταθερού επιτοκίου για πολλά χρόνια. Επομένως, η αλλαγή των επιτοκίων της ΕΚΤ δεν θα φέρει αυξήσεις σε πρώτη φάση. Αλλωστε, οι τράπεζες δεν θέλουν να διαταράξουν τη θετική πορεία των στεγαστικών δανείων – οι νέες εκταμιεύσεις των πρώτων τεσσάρων μηνών του 2026 ήταν υπερδιπλάσιες των αντίστοιχων της περσινής χρονιάς (974 έναντι 478 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την ΤτΕ).

Μικρές αυξήσεις

Στα παλαιότερα δάνεια που έχουν «γυρίσει» από σταθερό σε κυμαινόμενο επιτόκιο εκτιμάται ότι θα υπάρξουν μικρές αυξήσεις στις μηνιαίες δόσεις. Σε ένα δάνειο κεφαλαίου 100.000 ευρώ με τελικό επιτόκιο 4% (Euribor 3m + περιθώριο τράπεζας) και διάρκεια αποπληρωμής στα 20 έτη, η μηνιαία δόση διαμορφώνεται στα 612,32 ευρώ. Η αύξηση του τελικού επιτοκίου στο 4,25% (από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ) θα διαμορφώσει τη μηνιαία δόση στα 625,65 ευρώ, δηλαδή η αύξηση της δόσης θα ανέλθει σε 13,33 ευρώ.

Παρά την απορρόφηση της επίπτωσης της αύξησης του κόστους του χρήματος, όμως, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να είναι από τις ακριβότερες στην ευρωζώνη.

Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο καταναλωτικών δανείων διαμορφώθηκε σε 10,37% στην Ελλάδα έναντι 7,59% στο σύνολο της ευρωζώνης, με τις ελληνικές τράπεζες να είναι οι τρίτες ακριβότερες. Στα στεγαστικά, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στην Ελλάδα ανήλθε σε 3,32%, ελαφρώς χαμηλότερο από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (3,43%).

Στις καταθέσεις των νοικοκυριών, η Ελλάδα έχει το τέταρτο χαμηλότερο επιτόκιο στις καταθέσεις μίας ημέρας (0,03% έναντι 0,26% στην ευρωζώνη) και το χαμηλότερο επιτόκιο στις προθεσμιακές (1,15% έναντι 1,91% στην ευρωζώνη). Στις καταθέσεις των επιχειρήσεων, η χώρα μας βρίσκεται στη 16η θέση μεταξύ 21 χωρών στις καταθέσεις μίας ημέρας (0,09% έναντι 0,53% στην ευρωζώνη) και στη 17η θέση στις καταθέσεις προθεσμίας (1,76% έναντι 2,00%).