
Για δεκαετίες, η Ιρλανδία παρουσιαζόταν ως ένα πραγματικό οικονομικό θαύμα. Από μια σχετικά φτωχή ευρωπαϊκή χώρα εξελίχθηκε σε διεθνές κέντρο επενδύσεων, τεχνολογίας και φαρμακοβιομηχανίας. Η πολιτική χαμηλής φορολογίας και το ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον προσέλκυσαν αμερικανικές πολυεθνικές, δημιουργώντας πρωτοφανή αύξηση εσόδων και εκτοξεύοντας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας στην κορυφή της Ευρώπης.
Σήμερα, ωστόσο, όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η Ιρλανδία κινδυνεύει να πέσει σε μια δημοσιονομική παγίδα που συνήθως συνδέεται με πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Το φαινόμενο αυτό αφορά την αντιμετώπιση των έκτακτων εσόδων ως μόνιμων, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένες δαπάνες αντί για δημιουργία αποθεματικών.
Την ανησυχία αυτή εξέφρασε με σαφήνεια το Ιρλανδικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, ο ανεξάρτητος θεσμός που παρακολουθεί τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Σύμφωνα με την έκθεσή του, η χώρα έχει μπροστά της μια ιστορική ευκαιρία, την οποία όμως κινδυνεύει να χάσει εξαιτίας της ταχύτατης αύξησης των κρατικών δαπανών.
Η «χρυσή φλέβα» των πολυεθνικών
Παρά το γεγονός ότι η Ιρλανδία δεν αντιμετωπίζει δημοσιονομικά προβλήματα, η αφθονία πόρων κρύβει κινδύνους. Οι φόροι που καταβάλλουν οι αμερικανικοί τεχνολογικοί και φαρμακευτικοί κολοσσοί έχουν δημιουργήσει μια πραγματική χρυσή φλέβα για τα δημόσια ταμεία. Μόνο για το 2026, το Δουβλίνο αναμένει πλεόνασμα άνω των 9 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Πίσω από αυτή την εικόνα ευημερίας κρύβεται μια κρίσιμη αδυναμία: σχεδόν το 50% του φόρου εταιρειών προέρχεται από μόλις τρεις επιχειρήσεις – την Eli Lilly, την Apple και τη Microsoft. Η υπερβολική αυτή συγκέντρωση εσόδων θυμίζει, σύμφωνα με οικονομολόγους, την εξάρτηση των χωρών από τις τιμές του πετρελαίου.
Προειδοποιήσεις για τις δαπάνες
Ο πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Σέιμους Κόφεϊ, προειδοποιεί ότι η κυβέρνηση δαπανά υπερβολικά μεγάλο μέρος των έκτακτων εσόδων. Από κάθε έξι ευρώ που εισπράττει το κράτος από τον φόρο εταιρειών, μόνο ένα αποταμιεύεται, ενώ τα υπόλοιπα πέντε κατευθύνονται σε τρέχουσες δαπάνες.
Το παράδειγμα της Νορβηγίας συχνά προβάλλεται ως υπόδειγμα διαχείρισης απροσδόκητου πλούτου. Αντί να καταναλώσει τα έσοδα από το πετρέλαιο, δημιούργησε ένα τεράστιο κρατικό επενδυτικό ταμείο, το μεγαλύτερο παγκοσμίως, εξασφαλίζοντας μακροχρόνια ευημερία.
Η Ιρλανδία, αντίθετα, φαίνεται να ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Οι καθαρές δημόσιες δαπάνες αυξάνονται με τον ταχύτερο ρυθμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με προβλεπόμενη ετήσια άνοδο άνω του 7% μεταξύ 2025 και 2030, ποσοστό υψηλότερο από τον βιώσιμο ρυθμό ανάπτυξης.
Κίνδυνος εξάρτησης και πολιτικά διλήμματα
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η χώρα δημιουργεί μόνιμες υποχρεώσεις πάνω σε έσοδα που μπορεί να αποδειχθούν προσωρινά. Οι πολυεθνικές δραστηριοποιούνται στην Ιρλανδία χάρη σε συγκεκριμένα φορολογικά πλεονεκτήματα και διεθνείς συνθήκες, οι οποίες ενδέχεται να αλλάξουν στο μέλλον.
Η κυβέρνηση απορρίπτει τις κατηγορίες περί δημοσιονομικής χαλαρότητας, τονίζοντας ότι έχει δεσμευτεί να κατευθύνει μέρος των έκτακτων εσόδων σε δύο νέα κρατικά ταμεία για συντάξεις, υποδομές και δράσεις κατά της κλιματικής αλλαγής. Οι επικριτές ωστόσο θεωρούν ότι οι αποταμιεύσεις αυτές δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν το μέλλον και προειδοποιούν πως ίσως απαιτηθεί δανεισμός στο μέλλον.
Η πρόκληση της επόμενης δεκαετίας
Το ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε περίοδο οικονομικής άνθησης. Παρά την ισχυρή δημοσιονομική θέση, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 220 σε 250 δισεκατομμύρια ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας. Για τους οικονομολόγους, πρόκειται για σαφές προειδοποιητικό σημάδι.
Το δίλημμα της Ιρλανδίας είναι βαθιά πολιτικό. Οι κυβερνήσεις δύσκολα αντιστέκονται στον πειρασμό των αυξημένων δαπανών όταν τα έσοδα είναι υψηλά. Οι κοινωνικές παροχές, οι επενδύσεις και οι φοροελαφρύνσεις προσφέρουν άμεσα πολιτικά οφέλη, αλλά ενέχουν κινδύνους μακροπρόθεσμα.
Η ιστορία δείχνει ότι οι πιο επιτυχημένες χώρες είναι εκείνες που σκέφτονται σε βάθος χρόνου. Όπως η Νορβηγία με το πετρέλαιό της, έτσι και η Ιρλανδία καλείται τώρα να αποφασίσει πώς θα διαχειριστεί τον φορολογικό της χρυσό. Θα επενδύσει στη βιώσιμη ευημερία των επόμενων γενεών ή θα καταναλώσει τα υπερκέρδη της σε μια περίοδο πρόσκαιρης αφθονίας;
Η επιλογή που θα κάνει τα επόμενα χρόνια ενδέχεται να καθορίσει αν θα αποτελέσει το «ευρωπαϊκό αντίστοιχο της Νορβηγίας» ή ακόμη ένα παράδειγμα χαμένης ευκαιρίας.