«Φρενάρει» η ανάπτυξη στην Αυστραλία

Ο ρυθμός ανάπτυξης της αυστραλιανής οικονομίας «φρέναρε» στο 0,3% κατά τους πρώτους τρεις μήνες του έτους, καθώς έγιναν αισθητές οι επιπτώσεις των αυξήσεων των επιτοκίων και του πολέμου στο Ιράν.

Η αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) μειώθηκε σε σχέση με την αύξηση 0,9% που καταγράφηκε το προηγούμενο τρίμηνο, του Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ABS).

Το αποτέλεσμα ήταν σε μεγάλο βαθμό σύμφωνο με τις προβλέψεις των αναλυτών, αλλά δεν παύει να αποτελεί «καμπανάκι» για την οικονομική πορεία της χώρας εν μέσω παγκόσμιας αβεβαιότητας.

Σε ετήσια βάση η αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2,5%, ελαφρώς κάτω από την πρόβλεψη της Αποθεματικής Τράπεζας (RBA) για τον Μάιο, η οποία ήταν 2,6%.

«Η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε το τρίμηνο του Μαρτίου, με τις δαπάνες νοικοκυριών και του δημόσιου τομέα, καθώς και διαταραχές στις δραστηριότητες εξόρυξης και εξαγωγών λόγω κυκλώνων», δήλωσε η Grace Kim, επικεφαλής Εθνικών Λογαριασμών της ABS.

Τα στοιχεία έδειξαν «μόνο εν μέρει» τις επιπτώσεις των αυξήσεων των επιτοκίων της RBA το 2026 και τις δευτερογενείς επιπτώσεις του αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ, δήλωσε στο AAP η επικεφαλής οικονομολόγος της NAB, Sally Auld.

Ωστόσο, παρέχουν μια βάση αναφοράς για την κατάσταση της οικονομίας πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις αλλαγές στη φορολογία του προϋπολογισμού που έπληξαν το κλίμα στην αγορά κατοικιών, πρόσθεσε.

«Η ανάπτυξη επιβραδύνεται σαφώς, κάτι που θα δώσει στην RBA την εμπιστοσύνη ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο όσον αφορά την επίτευξη καλύτερης ισορροπίας μεταξύ συνολικής ζήτησης και συνολικής προσφοράς».

Καθώς μια διαφαινόμενη κάμψη της οικονομίας στο Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη επεκτείνεται σε άλλες αγορές, αυτό θα μπορούσε να επιβραδύνει περαιτέρω την οικονομία και να διευκολύνει κάπως το έργο της RBA στην καταπολέμηση του πληθωρισμού.

Πριν από την ανακοίνωση, οι αγορές επιτοκίων είχαν ήδη προεξοφλήσει πλήρως τη διατήρηση των επιτοκίων από την RBA στην επόμενη συνεδρίασή της τον Ιούνιο.

Ωστόσο, υποδείκνυαν πιθανότητα 4 στις 5 για μια ακόμη αύξηση των επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της ABS, oι δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 0,5% το τρίμηνο του Μαρτίου.

Αυτή η αύξηση περιλαμβάνει αυξημένες δαπάνες για ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα (αύξηση 11,7%), καθώς οι κρατικές επιστροφές σταμάτησαν, αυξάνοντας τις δαπάνες που επιβαρύνουν τα νοικοκυριά.

Οι δαπάνες των νοικοκυριών για βασικά αγαθά και υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 0,8%, ενώ οι προαιρετικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,1%.

«Η άνοδος των επιτοκίων και το σημαντικά υψηλότερο κόστος καυσίμων τον Μάρτιο πιθανώς δημιούργησαν ένα περιβάλλον για πιο επιφυλακτική καταναλωτική συμπεριφορά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των δαπανών σε μια σειρά κατηγοριών δαπανών των νοικοκυριών», είπε η κα Kim.

Τα αποτελέσματα για τις δαπάνες των νοικοκυριών σε αυτή την ανακοίνωση είναι προγενέστερα της μείωσης κατά το ήμισυ του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα την 1η Απριλίου.

Οι τελικές δαπάνες της κυβέρνησης μειώθηκαν κατά 0,2%, η χαμηλότερη τριμηνιαία αύξηση από το τρίμηνο του Σεπτεμβρίου 2022.

Επιβραδύνθηκαν από τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα των αμυντικών δαπανών, ενώ οι δαπάνες των τοπικών κυβερνήσεων μειώθηκαν κατά 0,8% μετά τη λήξη των πληρωμών επιστροφής χρημάτων για την ηλεκτρική ενέργεια.

Οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 6,0%, λόγω της αύξησης κατά 16,3% στις επενδύσεις σε μηχανήματα και εξοπλισμό (M&E).

Τέλος, ο δείκτης αποταμίευσης των νοικοκυριών ως προς το εισόδημα μειώθηκε στο 6,2%, από 7,0% το τρίμηνο του Δεκεμβρίου.

Η πτώση αυτή αντανακλά την αύξηση των δαπανών των νοικοκυριών σε ονομαστικούς όρους, η οποία ξεπέρασε την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.

Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ωθήθηκε από την αύξηση κατά 1,2% των αμοιβών των εργαζομένων, ενώ η αύξηση του φόρου εισοδήματος και των πληρωμών τόκων μείωσε την ανάπτυξη.

Ο υπουργός Οικονομικών, Jim Chalmers, χαρακτήρισε πάντως «πολύ ισχυρή υπό τις παρούσες συνθήκες» την πορεία της αυστραλιανής οικονομίας.

Στάθηκε ιδιαίτερα στην αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων, την οποία χαρακτήρισε «εξαιρετικά ευπρόσδεκτη», ενώ σημείωσε ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της Αυστραλίας είναι ταχύτερος από εκείνον σχεδόν όλων των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών και υψηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

«Η οικονομία μας δεν στερείται προκλήσεων, αλλά διαθέτει και πολύ ισχυρά θεμέλια και αυτό αποτυπώνεται στα νέα στοιχεία».

Αναφερόμενος στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης είπε ότι πρόκειται για τον υψηλότερο των τελευταίων σχεδόν τριών ετών, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία καταδεικνύουν την ανθεκτικότητα της αυστραλιανής οικονομίας σε μια περίοδο έντονης διεθνούς αβεβαιότητας και αστάθειας.

«Η ‘μεγάλη ιστορία’ εδώ αφορά τον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα στην Αυστραλία βρίσκονται σε άνθηση», σχολίασε.

Πρόσθεσε ακόμη ότι πρόκειται για το έκτο συνεχόμενο τρίμηνο κατά το οποίο η ιδιωτική ζήτηση συμβάλλει περισσότερο στην οικονομική ανάπτυξη από ό,τι η δημόσια δαπάνη.

Η κυβέρνηση επιμένει ιδιαίτερα σε αυτό το επιχείρημα, απαντώντας στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης και οικονομολόγων ότι οι δημόσιες δαπάνες τροφοδοτούν τον πληθωρισμό.

Σχολιάζοντας τα στοιχεία της ABS ο «σκιώδης υπουργός» Οικονομικών, Tim Wilson, υποστήριξε ότι η οικονομία βρισκόταν σε πιο αδύναμη θέση πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή:

«Τώρα βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου έχουμε υψηλότερους φόρους, υψηλότερο πληθωρισμό και, φυσικά, τα αυστραλιανά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ενώ έχουμε ρεκόρ πτωχεύσεων μικρών επιχειρήσεων. Αυτό δεν είναι περιβάλλον για αισιοδοξία ή ανάπτυξη. Οι Αυστραλοί χρειάζονται ελπίδα και αυτή δεν θα προέλθει από υψηλότερους φόρους, υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν τι πρόκειται να ακολουθήσει και, δυστυχώς, ο υπουργός Οικονομικών επιδεινώνει ένα ήδη σοβαρό πρόβλημα μέσω του προϋπολογισμού του».

The post «Φρενάρει» η ανάπτυξη στην Αυστραλία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.