Χιλιάδες «χαμένες» διαγνώσεις καρκίνου και οι σοβαρές συνέπειες

Οι γιατροί αντιμετωπίζουν σήμερα χιλιάδες ασθενείς των οποίων η διάγνωση καρκίνου καθυστέρησε εξαιτίας της πανδημίας, με ορισμένες περιπτώσεις που θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί εάν είχαν εντοπιστεί εγκαίρως, να είναι πλέον ανίατες.

Οι ογκολόγοι προειδοποιούν επίσης για επαναλαμβανόμενα κύματα υποτροπών καρκίνου, ως αποτέλεσμα των διαγνώσεων σε πιο προχωρημένο στάδιο.

Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Lancet Oncology διαπίστωσε ότι περισσότερα από 55.000 περιστατικά καρκίνου που εκτιμάται ότι θα είχαν διαγνωστεί υπό κανονικές συνθήκες δεν εντοπίστηκαν κατά τους πρώτους εννέα μήνες της πανδημίας, το 2020, σε επτά χώρες: την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Δανία, την Ιρλανδία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νορβηγία και τη Βρετανία.

Στην Αυστραλία, οι διαγνώσεις μελανώματος και καρκίνου του ορθού επηρεάστηκαν περισσότερο, υπολειπόμενες των προβλεπόμενων αριθμών κατά 11% και 10% αντίστοιχα. Το διαγνωστικό κενό ήταν 9% στους καρκίνους του παχέος εντέρου και του μαστού, 7% στον καρκίνο του προστάτη και 6% στον καρκίνο του πνεύμονα.

Σύμφωνα με τη μελέτη, την οποία συνέταξε η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, στην Αυστραλία χάθηκαν 3.740 αναμενόμενες διαγνώσεις καρκίνου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο των εννέα μηνών.

«Η συνεχής παρακολούθηση είναι απαραίτητη προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτά τα ‘χαμένα’ περιστατικά καρκίνου διαγνώστηκαν αργότερα και εάν επηρεάζονται τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα», αναφέρει η μελέτη.

Ο ογκολόγος της Μελβούρνης Δρ Cameron McLaren παρατήρησε αύξηση των καθυστερημένων διαγνώσεων καρκίνου του εντέρου μεταξύ 2022 και 2023, μετά τα lockdowns της πανδημίας.

Όπως είπε, υπήρξε δυσανάλογα μεγάλος αριθμός ασθενών που διαγνώστηκαν στο στάδιο 3 της νόσου, το οποίο απαιτεί πιο επεμβατική θεραπεία, λόγω της καθυστέρησης στους προληπτικούς ελέγχους και τις εξετάσεις κατά τη διάρκεια των lockdowns.

Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς έχουν ολοκληρώσει τη θεραπεία τους και βρίσκονται πλέον σε ύφεση, ο ίδιος αναμένει ότι ο αριθμός όσων θα παρουσιάσουν υποτροπή θα είναι υψηλότερος από το συνηθισμένο.

«Θα δούμε περισσότερους ανθρώπους με υποτροπή καρκίνου του εντέρου επειδή προσήλθαν αργότερα», είπε.

«Μπορούμε να αναμένουμε πολλαπλά κύματα υποτροπών καρκίνου, ως απόηχο της πανδημίας».

Αν και η μελέτη του Lancet καλύπτει δεδομένα περιόδου εννέα μηνών, τα μητρώα καταγραφής καρκίνου των πολιτειών αποκαλύπτουν ότι χιλιάδες καρκίνοι που θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί νωρίς δεν διαγνώστηκαν κατά τη διάρκεια των παρατεταμένων lockdowns στην Αυστραλία.

Η καθηγήτρια Sue Evans, διευθύντρια του Victorian Cancer Registry, δήλωσε ότι περίπου 4.000 λιγότερες γυναίκες και 3.500 λιγότεροι άνδρες στη Βικτώρια διαγνώστηκαν με καρκίνο από το 2020 έως το τέλος του 2023, σε σχέση με τους αριθμούς που είχαν προβλεφθεί.

Σύμφωνα με την ίδια, πέρα από τις διαταραχές που προκάλεσαν τα lockdowns στα προγράμματα προληπτικού ελέγχου, οι έρευνες έδειξαν ότι πολλοί πολίτες απέφυγαν ή ανέβαλαν να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια και να υποβληθούν σε εξετάσεις, επειδή δεν ήθελαν να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο ένα ήδη πιεσμένο σύστημα υγείας.

«Εάν οι άνθρωποι ανησυχούν για την υγεία τους ή παρατηρήσουν σημάδια ή αλλαγές που δεν θεωρούνται φυσιολογικές, θα πρέπει να επισκεφθούν τον GP τους για έλεγχο», είπε.

Ο Luc te Marvelde, επικεφαλής ανάλυσης δεδομένων στο Victorian Cancer Registry, δήλωσε ότι, παρότι υπήρξε αύξηση στις διαγνώσεις καρκίνου μετά την πανδημία, πιστεύει πως εξακολουθούν να υπάρχουν «χαμένα» περιστατικά στην κοινότητα.

«Δεν πιστεύω ότι έχουμε καλύψει ακόμη το κενό», είπε.

Ο καθηγητής Declan Murphy, ουρολόγος στο Peter MacCallum και στο Epworth Healthcare, παρακολουθεί τουλάχιστον τέσσερις ασθενείς με προχωρημένο ή ανίατο καρκίνο, οι οποίοι καθυστέρησαν τις εξετάσεις τους στη διάρκεια της πανδημίας.

«Σε ένα παράλληλο σύμπαν, θα είχαν διαγνωστεί το 2020 ή το 2021 με εντοπισμένο καρκίνο, ο οποίος θα μπορούσε να είχε ωφεληθεί από θεραπεία με στόχο την ίαση, όπως χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία», είπε.

«Αντί γι’ αυτό, εμφανίστηκαν το 2023 ή το 2024 με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο… η ίαση είτε δεν είναι πλέον δυνατή είτε είναι πολύ λιγότερο πιθανή. Μπορεί ακόμη να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, όμως τα ποσοστά υποτροπής τους θα είναι πολύ υψηλότερα».

Όπως ανέφερε, ένας ασθενής είχε καταγράψει τιμές στο ειδικό προστατικό αντιγόνο, γνωστό ως PSA, 4,2, 4,8 και 5,1 κατά τα έτη 2017, 2018 και 2019 αντίστοιχα. Ωστόσο, καθώς δεν έκανε τους τακτικούς ελέγχους του κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η επόμενη μέτρηση, το 2023, εκτοξεύθηκε στο 60, γεγονός που, σύμφωνα με τον καθηγητή Murphy, έδειχνε ότι ο καρκίνος είχε εξελιχθεί σε προχωρημένο ή μεταστατικό στάδιο.

Το 2021, η Cheryl Priest εμφάνισε στομαχικές διαταραχές που δεν υποχωρούσαν για εβδομάδες. Αρχικά απέδωσε την ενόχληση στην υπερβολική κατανάλωση λιπαρών και δύσπεπτων φαγητών.

Όταν όμως ένας συγγενής τη ρώτησε αν είχε κάνει τεχνητό μαύρισμα, αποφάσισε να ζητήσει ιατρική βοήθεια.

Ο GP της Priest είδε το κιτρινισμένο πρόσωπό της και της είπε ότι έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Μετά από εξετάσεις και απεικονιστικούς ελέγχους στο νοσοκομείο, η τότε 64χρονη γυναίκα από τα βορειοανατολικά της Μελβούρνης διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας και στον πνεύμονα.

«Ήταν τρομακτικό», θυμάται.

Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση 12 ωρών για την αφαίρεση του καρκίνου από το πάγκρεας και στη συνέχεια πέρασε 10 ημέρες στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου δεν επιτρεπόταν να δεχθεί επισκέπτες.

«Απέναντι από το κρεβάτι μου υπήρχε ένας ξεχωριστός χώρος για ασθενείς με COVID», είπε. «Έβλεπα να βγάζουν νεκρούς ανθρώπους μέσα σε σάκους. Ήταν πολύ ταραχτικό».

Αργότερα υποβλήθηκε σε έξι μήνες χημειοθεραπείας και στη συνέχεια σε ακόμη μία χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση μέρους του πνεύμονά της.

Πριν από την πανδημία, η Priest έκανε σχολαστικά κάθε χρόνο αιματολογικές εξετάσεις. Όμως στη διάρκεια της πανδημίας παρέλειψε δύο από αυτούς τους ελέγχους. Αναρωτιέται εάν τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων, τις οποίες δεν έκανε, θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε πιο έγκαιρη διάγνωση.

Αν και η Priest βρίσκεται πλέον σε ύφεση και έχει επιστρέψει στον προηγούμενο δραστήριο τρόπο ζωής της, εξακολουθεί να ζει με τις συνέπειες των θεραπειών του καρκίνου. Έχει χάσει την αίσθηση στα δάχτυλά της εξαιτίας της χημειοθεραπείας και πρόσφατα διαγνώστηκε με διαβήτη τύπου 1, ως αποτέλεσμα της απώλειας μέρους του παγκρέατός της.

«Ψυχικά, δεν θα φύγει ποτέ», είπε.

Η καθηγήτρια Anne Cust, επιδημιολόγος καρκίνου και διευθύντρια του Daffodil Centre, μιας συνεργασίας του Cancer Council NSW και του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, δήλωσε ότι οι καθυστερημένες διαγνώσεις οδήγησαν σε παχύτερα μελανώματα.

Η Cust είπε ότι οι ασθενείς με παχύτερα μελανώματα μπορεί να χρειαστούν αφαίρεση μεγαλύτερου τμήματος δέρματος, δερματικά μοσχεύματα και, ενδεχομένως, ανοσοθεραπεία.

«Αν το είχαν εντοπίσει νωρίτερα, μπορεί να αρκούσε απλώς η χειρουργική αφαίρεση», είπε.

Ωστόσο, σημείωσε ότι οι συνέπειες μιας καθυστερημένης διάγνωσης μελανώματος μπορεί να μην είναι τόσο σοβαρές όσο σε άλλους τύπους καρκίνου, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα.

«Σε πολλές περιπτώσεις, η θεραπεία θα εξακολουθούσε να οδηγεί σε καλό αποτέλεσμα», είπε.

The post Χιλιάδες «χαμένες» διαγνώσεις καρκίνου και οι σοβαρές συνέπειες appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.