Όταν ο Βενιζέλος παρέδωσε τη Σάσωνα στους Αλβανούς

 

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες στην Αλβανία, με επίκεντρο τις ελληνόφωνες περιοχές της Ζβέρνιτσας και της Νάρτας, επανέφεραν στην επικαιρότητα ένα τμήμα της ελληνικής ιστορικής εμπειρίας που συχνά παραμένει στη σκιά των μεγάλων εθνικών αφηγήσεων.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές αυτές, στην είσοδο του κόλπου της Αυλώνας, υψώνεται η νήσος Σάσων, ένας βραχώδης τόπος μικρός σε έκταση αλλά τεράστιος σε γεωστρατηγική σημασία. Η ιστορία της αποτελεί μια υπενθύμιση ότι η πορεία των εθνών περιλαμβάνει όχι μόνο θριάμβους και επεκτάσεις αλλά και απώλειες, συμβιβασμούς και δύσκολες αποφάσεις.

Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, το όνομα του Ελευθερίου Βενιζέλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διεύρυνση των συνόρων του ελληνικού κράτους. Επί των ημερών του η Ελλάδα διπλασιάστηκε σε έκταση και πληθυσμό, ενσωματώνοντας τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Κρήτη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η ιστορική πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πάντοτε πιο σύνθετη από τους εθνικούς μύθους. Ο ίδιος πολιτικός που ταύτισε το όνομά του με τη Μεγάλη Ελλάδα υπήρξε επίσης ο πρωθυπουργός που υπέγραψε την παραχώρηση ενός τμήματος ελληνικού εδάφους, της νήσου Σάσωνος, στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος.

Η Σάσων βρίσκεται στο στόμιο της Αδριατικής, απέναντι από το ακρωτήριο της Καραμπουρούν και σε μικρή απόσταση από την Αυλώνα.

Η θέση της επιτρέπει τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών που οδηγούν από το Ιόνιο προς την Αδριατική. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά χαρακτηρίστηκε το «Γιβραλτάρ της Αδριατικής». Όποιος κατείχε τη Σάσωνα μπορούσε να παρακολουθεί τη ναυσιπλοΐα ολόκληρης της περιοχής και να επηρεάζει τις ισορροπίες μεταξύ Ιταλίας και Βαλκανίων.

Η ιστορία του νησιού χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας. Αναφέρεται ήδη από τον Στράβωνα και τον Πολύβιο, ενώ κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους ακολούθησε την τύχη των Ιονίων νήσων. Υπό βενετική κυριαρχία θεωρούνταν διοικητικά εξάρτημα της Κέρκυρας. Όταν τα Επτάνησα συγκρότησαν την Ηνωμένη Πολιτεία των Ιονίων Νήσων υπό βρετανική προστασία, η Σάσων εξακολούθησε να θεωρείται τμήμα του ίδιου πολιτικού σχηματισμού. Η σχέση της με την Κέρκυρα υπήρξε τόσο στενή ώστε επί μακρόν αντιμετωπιζόταν ως ένα από τα εξαρτήματα του επτανησιακού χώρου.

Όταν το 1864 η Βρετανία παραχώρησε τα Επτάνησα στην Ελλάδα με τη Συνθήκη του Λονδίνου, η Σάσων περιλαμβανόταν στα εξαρτήματα των Ιονίων Νήσων και συνεπώς ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος. Η ελληνική κυριαρχία επί του νησιού παρέμεινε αδιαμφισβήτητη για δεκαετίες. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι το αναγνώριζε και η ίδια η κυβέρνηση Βενιζέλου όταν έφερε το ζήτημα ενώπιον της Βουλής το 1914.

Το πρόβλημα προέκυψε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε στα Βαλκάνια και οι Μεγάλες Δυνάμεις επιχειρούσαν να διαμορφώσουν μια νέα ισορροπία. Η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία επιθυμούσαν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, το οποίο θα λειτουργούσε ως ανάχωμα απέναντι στη σερβική και ελληνική επιρροή. Για τον λόγο αυτό αντιτάχθηκαν σθεναρά στις ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρειο Ήπειρο και επέμειναν η Αυλώνα και η Σάσων να περιληφθούν στην αλβανική επικράτεια.

Για την Ιταλία το ζήτημα ήταν υψίστης σημασίας. Η Ρώμη θεωρούσε ότι οποιαδήποτε άλλη δύναμη εγκαθίστατο στη Σάσωνα θα αποκτούσε τη δυνατότητα να ελέγχει την είσοδο της Αδριατικής και να απειλεί τις ιταλικές ακτές. Η πίεση προς την Ελλάδα υπήρξε συνεχής. Τον Δεκέμβριο του 1913 το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας χάραξε τα σύνορα της Αλβανίας και συμπεριέλαβε τη Σάσωνα στο νέο κράτος. Η Αθήνα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά υπήρχε η ελληνική κυριαρχία επί του νησιού. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν η βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων, από την οποία εξαρτιόταν η διεθνής κατοχύρωση άλλων ελληνικών κτήσεων.

Ο Βενιζέλος επέλεξε τελικά να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Εκείνο που καθιστά την υπόθεση της Σάσωνος τόσο ιδιότυπη δεν είναι μόνο η απώλεια του νησιού αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε. Η κυβέρνηση δεν περιορίστηκε σε μια διπλωματική αποδοχή των τετελεσμένων. Έφερε ενώπιον της Βουλής ειδικό νομοσχέδιο με τίτλο «Περί παραχωρήσεως της νήσου Σάσωνος εις την Αλβανίαν».

Το κείμενο του νόμου είναι αποκαλυπτικό. Στο πρώτο του άρθρο αναγνώριζε απερίφραστα ότι η νήσος αποτελούσε ελληνικό έδαφος:

«Η νήσος Σάσων, ανήκουσα εις το Ελληνικόν Βασίλειον δυνάμει της από 17 Νοεμβρίου 1863 Συνθήκης του Λονδίνου, παραχωρείται εις την Αλβανίαν.»

Σπανίως στην ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία συναντά κανείς τόσο σαφή διατύπωση. Η ίδια η κυβέρνηση παραδεχόταν ότι η Σάσων ανήκε στην Ελλάδα και ταυτοχρόνως ζητούσε από το Κοινοβούλιο την εκούσια εκχώρησή της σε άλλο κράτος.

Η συζήτηση στη Βουλή υπήρξε θυελλώδης. Ο Δημήτριος Γούναρης κατήγγειλε ότι η Ελλάδα εγκατέλειπε έδαφος το οποίο είχε απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Ο Γεώργιος Θεοτόκης υπογράμμισε τη στρατηγική αξία του νησιού, ενώ ο Νικόλαος Στράτος παρατήρησε ότι η επιμονή των Μεγάλων Δυνάμεων να αποκτήσουν τον έλεγχό του αποτελούσε την καλύτερη απόδειξη της σημασίας του.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη υπήρξε η στάση που υιοθέτησε αργότερα ο ίδιος ο Βενιζέλος. Προσπαθώντας να υπερασπιστεί την πολιτική του απέναντι στους επικριτές του, υποστήριξε ότι η Σάσων ουδέποτε υπήρξε ουσιαστικά τμήμα της ελληνικής επικράτειας και ότι η σχέση της με το ελληνικό κράτος ήταν περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Η θέση αυτή προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς ερχόταν σε αντίθεση με το ίδιο το νομοσχέδιο που είχε καταθέσει η κυβέρνησή του, όπου αναγνωριζόταν ρητώς η ελληνική κυριαρχία επί της νήσου βάσει διεθνούς συνθήκης.

Η αντίφαση αυτή απασχόλησε τους συγχρόνους του περισσότερο ακόμη και από την ίδια την απώλεια του νησιού. Το ελληνικό κράτος αναγνώριζε επισήμως ότι η Σάσων αποτελούσε τμήμα της επικράτειάς του και συγχρόνως νομοθετούσε την αποξένωσή της.

Η αποχώρηση της ελληνικής φρουράς πραγματοποιήθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1914. Για τους κατοίκους της Σάσωνος, όμως, η αλλαγή κυριαρχίας δεν υπήρξε μια απλή διοικητική μεταβολή. Ελληνικές πηγές της εποχής περιγράφουν σκηνές βίας που ακολούθησαν την εγκατάλειψη του νησιού. Ένοπλες αλβανικές ομάδες εισήλθαν στη Σάσωνα και επιτέθηκαν σε ελληνικές και βλαχόφωνες οικογένειες με ελληνική συνείδηση. Αναφέρονται φόνοι, λεηλασίες και εκτοπισμοί κατοίκων, γεγονότα που χαράχθηκαν βαθιά στη μνήμη όσων είχαν ταυτίσει την τύχη τους με την ελληνική διοίκηση. Αν και οι ακριβείς αριθμοί παραμένουν αντικείμενο ιστορικής διερεύνησης, οι μαρτυρίες για τη σφαγή και τον διωγμό μέρους του ελληνικού πληθυσμού εξηγούν γιατί η υπόθεση της Σάσωνος παρέμεινε επί δεκαετίες μια λησμονημένη αλλά επώδυνη πληγή.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν προσέδωσαν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στις προειδοποιήσεις των αντιπάλων της παραχώρησης. Η εξέλιξη των γεγονότων υπήρξε αποκαλυπτική.

Το νεοσύστατο αλβανικό κράτος δεν διατήρησε για πολύ καιρό ουσιαστικό έλεγχο επί της νήσου. Ήδη από το 1914 η Ιταλία κατέλαβε τη Σάσωνα, ενώ με τη μυστική Συνθήκη του Λονδίνου του 1915 οι Σύμμαχοι αναγνώρισαν στην Ιταλία ειδικά δικαιώματα επί της Αυλώνας και της νήσου. Το 1920 η Αλβανία αναγνώρισε επισήμως την ιταλική κυριαρχία και η Σάσων ενσωματώθηκε στο Βασίλειο της Ιταλίας ως στρατηγική ναυτική βάση. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το νησί οχυρώθηκε εκτεταμένα και αποτέλεσε σημαντικό κρίκο της ιταλικής παρουσίας στην Αδριατική. Μόνο μετά την ήττα της Ιταλίας και τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 η Σάσων αποσπάστηκε από την ιταλική επικράτεια και παραχωρήθηκε εκ νέου στην Αλβανία, στην οποία ανήκει μέχρι σήμερα.

Έναν αιώνα αργότερα, οι κινητοποιήσεις στη Ζβέρνιτσα και τη Νάρτα υπενθυμίζουν ότι η περιοχή της Αυλώνας εξακολουθεί να αποτελεί χώρο όπου η ιστορία, η γεωπολιτική και η παρουσία του ελληνισμού συναντώνται με τρόπο συχνά οδυνηρό. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Σάσων προβάλλει ως μια σχεδόν λησμονημένη υποσημείωση της ελληνικής ιστορίας, αν και η σημασία της υπήρξε δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μέγεθός της.

The post Όταν ο Βενιζέλος παρέδωσε τη Σάσωνα στους Αλβανούς appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.