Ένα βράδυ, το Γενάρη του μακρινού 1987, είχα περάσει να δω το συντοπίτη μου και πρώην Ελληνοαυστραλό δημοσιογράφο και θεατρικό συγγραφέα Θόδωρο Πατρικαρέα, που δούλευε τότε στην «Ελευθεροτυπία», στην οδό Κολοκοτρώνη. Μου είπε ότι υπεύθυνος των πολιτιστικών ήταν κάποιος κύριος Γκιώνης. Αν ήθελα, μπορούσα να τον βρω στον πρώτο όροφο του κτιρίου.
Κατέβηκα λίγο διστακτικά, γιατί ούτε γνωριζόμασταν ούτε και ραντεβού είχα κλείσει. Ο λεπτοκαμωμένος κύριος με δέχτηκε πρόθυμα, με κέρασε αναψυκτικό, και δεν έκρυβε τη χαρά του γι’ αυτή την αναπάντεχη επίσκεψη από έναν απόδημο. Μου είπε ότι πάντα είχε μια ξεχωριστή ευαισθησία για τους απόδημους – ιδιαίτερα για τους απόδημους δημιουργούς. Όχι μόνο επειδή είχε αδέρφια στην Αυστραλία, αλλά γιατί είχε ζήσει και ο ίδιος ως μετανάστης στον Καναδά, την περίοδο της χούντας. Ενθουσιάστηκε ακόμη περισσότερο όταν του είπα ότι τελείωνα το διδακτορικό μου, με θέμα τις «αφηγηματικές τεχνικές του Νίκου Καχτίτση», που κι αυτός είχε ζήσει κι εργαστεί για χρόνια στον Καναδά.
Στο μεταξύ, ενώ εγώ του μιλούσα, αυτός κρατούσε πυρετωδώς σημειώσεις. Η συζήτησή μας αυτή μετουσιώθηκε τελικά – όπως διαπίστωσα αργότερα – σε μια ολοσέλιδη συνέντευξη με τίτλο «Στη χοάνη της πέμπτης ηπείρου». Ήταν πλαισιωμένη από ένα τεράστιο πορτρέτο μου και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Ελευθεροτυπίας» (22-1-1987). Ήταν η πρώτη μεγάλη προβολή που μου έκανε δημοσιογράφος, σε ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα στην Ελλάδα.
Τα χρόνια περνούσαν, η «Ελευθεροτυπία» συνέχισε να δημοσιεύει διάφορα πράγματα από μένα και για μένα. Εγώ συνέχιζα να παρακολουθώ τα κείμενα του Δημήτρη Γκιώνη, πάντα σε πολιτιστικά ζητήματα, και να τον εκτιμώ όλο και περισσότερο για την ορθότητα των απόψεών του, τη στάση του και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Τις περισσότερες φορές που βρισκόμουν στην Ελλάδα βλεπόμασταν, πάντα στην εφημερίδα, που ήταν το δεύτερο σπίτι του. Προτιμούσε να πηγαίνω να τον βλέπω στο τέλος της ημέρας, επειδή ήταν ησυχία στην εφημερίδα, είχε πάψει να χτυπά συνεχώς το τηλέφωνο και μπορούσαμε να μιλάμε με την άνεσή μας. Η κουβέντα μας συνεχιζόταν και στο δρόμο, μετά που αναχωρούσαμε από το συγκρότημα, ώσπου χώριζαν οι δρόμοι μας για να πάει ο καθένας στο σπίτι του. Αλληλοενημερωνόμασταν, ανταλλάσσαμε απόψεις, βιβλία, αποκόμματα δημοσιευμάτων και κουτσομπολεύαμε πολύ για διάσημους συγγραφείς και ζητήματα της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής ζωής του τόπου. Ανέκαθεν απολάμβανα την αθυροστομία του, κάποια σόκιν ανέκδοτα που μου επιφύλασσε, όπως και το αυτοσαρκαστικό σχόλιο για το επώνυμό του: «Άκου, Γκιώνης!…»
Τα χρόνια και η απόσταση, αντί να ξεθωριάσουν τη σχέση μας όλο και τη βελτίωναν. Το περίεργο είναι ότι ποτέ δεν μου είχε κάνει νύξη ότι ασχολείται κι αυτός με το μη δημοσιογραφικό γράψιμο. Η εμφάνιση του πρώτου του αφηγήματος («Τώρα θα δεις») με εξέπληξε βέβαια κάπως, όχι όμως απόλυτα. Μέσα απ’ τις κουβέντες μας είχα «μυριστεί» το πάθος του για τη λογοτεχνία.
Τα δυο αυτοβιογραφικά του βιβλία («Τώρα θα δεις» και «Το Περίπτερο») μου άρεσαν πολύ – ιδιαίτερα το πρώτο που επρόκειτο να γίνει ταινία, απ’ ό,τι μου είχε πει. Είναι υπόδειγμα απλότητας κι επιγραμματικότητας ενός πραγματικού δάσκαλου στην οικονομία του λόγου.
Με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, του ζήτησα να μου δώσει μια συνέντευξη. Αρχικά αντέδρασε αμήχανα, λέγοντάς μου ότι αυτός δεν θεωρεί τον εαυτό του καθαρόαιμο ή «βαρβάτο» λογοτέχνη, έστω κι αν οι πωλήσεις όλων των βιβλίων του πλησίαζαν… τις εκατό χιλιάδες αντίτυπα! Στην συνέχεια όμως δέχτηκε γιατί, όπως μου είπε, ήθελε να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα και παρεξηγήσεις για το άτομό του και το συγγραφικό του έργο.
«Σε απόλαυσα προχτές στην ΕΤ3» του είπα, όταν συναντηθήκαμε την Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2004, στις οχτώ το βράδυ στο γραφείο του της «Ελευθεροτυπίας». (Πριν δυο μέρες η τηλεόραση του είχε κάνει ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα).
«Ξέρεις, δεν ήθελα να γίνει, προσπάθησα να το αποφύγω, επέμενα να μην εμφανιστώ. Εγώ δεν τα πάω καλά με τον προφορικό λόγο, τις κάμερες…», άρχισε να δικαιολογείται με αμηχανία, σα να ήθελε να απολογηθεί για κάτι απαράδεκτο που είχε διαπράξει…
Ψάξαμε να βρούμε ένα ήσυχο μέρος στο λαβυρινθώδη κτίριο της εφημερίδας. Μάταια. Ξαναγυρίσαμε στα δικά του λημέρια. Αλλάξαμε δυο-τρία γραφεία ώσπου να βολευτούμε σε μια σχετικά ήσυχη γωνιά. Όταν μου είπε «κάθισε εσύ πίσω απ’ το γραφείο…», ένιωσα μια περίεργη συγκίνηση γι’ αυτή την αντιστροφή ρόλων. Για το γεγονός ότι ήταν η σειρά μου τώρα να «ανακρίνω» τον «πατριάρχη του πολιτιστικού ρεπορτάζ», όπως τον είχαν αποκαλέσει στο προαναφερθέν αφιέρωμα της τηλεόρασης.
Γεννημένος το 1939 στην ιστορική Δημητσάνα της Αρκαδίας (γενέτειρα του θρυλικού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Ε΄), μετά από δεκαετίες στην Αθήνα, δεν διατηρεί μόνο την προφορά του τόπου του, αλλά και κάποιες αξίες της πάλαι ποτέ ελληνικής επαρχίας: την ειλικρίνεια, τη ντομπροσύνη, την ακεραιότητα, την απλότητα και μετριοφροσύνη. Αυτά τα σπάνια στις μέρες μας στοιχεία ήθους και ύφους, δεν τα εικάζεις αλλά στα υπενθυμίζει ο ίδιος, ξανά και ξανά, τονίζοντας:
«Μου είναι δύσκολο να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου “λογοτέχνη” ή “συγγραφέα”, κι αυτό δεν γίνεται από καμιά σεμνότητα, αλλά επειδή έχω ένα δέος απέναντι σ’ αυτούς που λίγο πολύ με διαμόρφωσαν, που είναι οι δάσκαλοί μου. Όταν συγκρίνω ορισμένα κείμενα μερικών, λέω: δεν μπορεί να είσαι κι εσύ το ίδιο πράγμα! Γι’ αυτό και είμαι πάρα πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου. (…) Θέλω να πω πως εγώ ό,τι κι αν διαβάζω – δικό μου πάντα – βρίσκω ατέλειες. Δηλαδή πονάω πάρα πολύ το λόγο κι ενοχλούμαι αφάνταστα όταν τον ταλαιπωρούν οι άλλοι. (…) Ανήκω σε μια κατηγορία ανθρώπων που ίσως σπανίζει. Έχω μια αυτάρκεια. Πιστεύω ότι στη ζωή μου πέτυχα περισσότερα απ’ όσα ήθελα. Κι έτσι δεν έχω ανικανοποίητα. Δεν έχω την ανάγκη να σπρώξω κάτι. Να σου πω και κάτι άλλο ακόμη: Όταν με επαινούνε, αισθάνομαι μια αμηχανία – δεν μου βγαίνει. Εσύ, όταν μου είπες προχτές ότι το τελευταίο μου βιβλίο δεν είναι το καλύτερο, είπα, μπορεί να έχει δίκιο ο άνθρωπος…»

Ο Δημήτρης Γκιώνης υπήρξε μια σπάνια, μοναδική, περίπτωση στο χώρο της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ιδιαίτερα δε σε αυτόν του πολιτιστικού ρεπορτάζ, το οποίο υπηρέτησε από την αρχή έως το τέλος της ευδόκιμης καριέρας του υποδειγματικά. Με πάθος, αφοσίωση και, κυρίως, χωρίς εκπτώσεις. Διόλου αμελητέο επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς ότι στον χώρο τον οποίο επέλεξε να υπηρετήσει αποτελούσε κάτι σαν «ξένο σώμα». Ως μάχιμος αριστερός, μη αστός, χωρίς πανεπιστημιακές περγαμηνές, χωρίς διασυνδέσεις με το «κατεστημένο», πολέμιος των δημοσίων σχέσεων και, παραδόξως, της… δημοσιότητας γενικότερα, συνεσταλμένος (λόγω χαρακτήρα, επαρχιώτικης καταγωγής και πρόβλημα ευγλωττίας). Τούτων δοθέντων, εύλογα τίθεται το ερώτημα: Πώς τα κατάφερε και ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας του; Όχι απλώς να επιβιώσει επί τόσες δεκαετίες μέσα σ’ ένα τόσο απάνθρωπα ανταγωνιστικό περιβάλλον αλλά και να διαπρέψει, κατακτώντας επάξια τον επίζηλο τίτλο του «πατριάρχη», του «πρύτανη» και του «μέντορα» του πολιτιστικού ρεπορτάζ»;
Η απάντηση νομίζω ότι βρίσκεται στον καθαυτό χαρακτήρα του, κυριότερα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν: η ακεραιότητα, το ήθος, η απλότητα, η σεμνότητα, η ντομπροσύνη, η σοβαρότητα, η αμεροληψία, η αντικειμενικότητα, η αξιοκρατία, η μη έπαρση. Σε αυτό βοήθησε βέβαια και το γεγονός ότι, παρόλα τα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα, ο ίδιος δεν υπήρξε καθαρόαιμος καλλιτέχνης, ούτε και είχε σχέσεις με αντίστοιχα κυκλώματα και συμφέροντα. Συνεπώς δεν είχε λόγους για να ευνοήσει ή να αδικήσει κάποιους. Όντας μακριά από τη νοοτροπία της εκδούλευσης, αταλάντευτη αρχή του ήταν να προβάλλει πάντα τους άξιους δημιουργούς και όχι τα επίδοξα…«ψώνια» του πολιτιστικού χώρου, που πάντα ευδοκιμούσαν σαν τα μανιτάρια στη «χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας». Κι αυτό κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν, καθώς δεχόταν εξ’ άνωθεν πιέσεις. Ωστόσο, ως ένα μεγάλο βαθμό νομίζω ότι το είχε καταφέρει. Να μη βάζει νερό στο κρασί του, να μην κάνει αβαρίες, ούτε να διαπραγματεύεται τις αξίες, τα ιδανικά και τα πιστεύω του, υποκύπτοντας σε πιέσεις. Διότι ήθελε να τα έχει καλά με τη συνείδησή του, ακόμη όταν γινόταν δυσάρεστος κι αποκτούσε εχθρούς.
Το πόσο τεράστιο κύρος διέθετε ο Γκιώνης στον ελλαδικό χώρο του πολιτισμού ήταν παγκοίνως γνωστό. Επιβεβαιώθηκε όμως και από μια στιχομυθία που είχα με μια γνωστή κριτικό λογοτεχνίας, ένα βράδυ που βγήκαμε να δειπνήσουμε στην Αθήνα. Όταν σε κάποια στιγμή της ανέφερα ότι με το Δημήτρη Γκιώνη μας συνέδεε πολύχρονη αδελφική φιλία, εμβρόντητη αναφώνησε: «Ποιος στη χάρη σου, αφού έχεις όλο τον πολιτιστικό μηχανισμό στη διάθεσή σου!…» Λάθος. Διότι ο Γκιώνης ήταν πολύ πιο αυστηρός με τους φίλους του δημιουργούς απ’ ότι με τους άλλους. Ούτε ήθελε να φαίνεται ότι οι «φίλοι» έχουν ιδιαίτερη μεταχείριση. Απόδειξη αυτού είναι ότι όποτε έγραφε για μένα, ήταν προσεκτικός να μην υπερβάλλει σε… επαίνους. Κάποτε μάλιστα είχε αναθέσει σε συνεργάτη του, γνωστό ποιητή να γράψει για μένα, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, υποθέτω.
Το ότι ο Δημήτρης Γκιώνης όμως ουδέποτε εκμεταλλεύτηκε το κύρος και τη θέση του προς ίδιον όφελος, αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι ζούσε απλά και λιτά, χωρίς να αποκτήσει ποτέ χρήματα και περιουσία, μετά από μια ζωή σκληρής εργασίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου εκμυστηρεύτηκε την προτελευταία φορά που φάγαμε παρέα ένα μεσημέρι στην οδό Πανεπιστημίου το 2018 Μιλώντας για την οικονομική κρίση μου είπε: «Ευτυχώς που εγώ και η γυναίκα μου είχαμε κάτι οικονομίες από την εποχή που ήμασταν στον Καναδά και τα βγάζουμε πέρα…» Πράγμα που επιβεβαιώνει πόσο «άγιος» ήταν αυτός ο άνθρωπος, έστω κι αν είχε δηλώσει ο ίδιος «αγνωστικιστής». Προφανώς το ράσο δεν κάνει τον παπά…
Απόδειξη του πάθους που είχε με τη δουλειά του τη δημοσιογραφική (αφήνοντας πίσω του 1000 συνολικά συνεντεύξεις με κορυφαίες μορφές των γραμμάτων και των τεχνών), είναι το γεγονός ότι, ακόμη κι όταν έκλεισε η «Ελευθεροτυπία» και συνταξιοδοτήθηκε, ουδέποτε την εγκατέλειψε. Παράλληλα με το συγγραφικό του έργο, συνέχισε να συνεργάζεται ως freelance συντάκτης με την «Εφημερίδα των συντακτών» («ΕΦ.ΣΥΝ»), που ήταν το διάδοχο σχήμα της «Ελευθεροτυπίας», σχεδόν ως το τέλος της ζωής του. Επιπλέον, είχε αναπτύξει έντονη δραστηριότητα και στο Μορφωτικό Τμήμα της ΕΣΗΕΑ («Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών), όπου του είχαν παραχωρήσει δικό του γραφείο, τιμής ένεκεν.
Τελευταία φορά που ειδωθήκαμε ήταν στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ, το Νοέμβρη του 2023, λίγες μέρες πριν την αναχώρησή μου από Ελλάδα. «Αντί να ανεβαίνεις εσύ στο σπίτι μου στην Αγιά Παρασκευή, προτείνω να βρεθούμε στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ στο κέντρο, όπου έχω και μια άλλη συνάντηση εκεί…» μου είχε πει στο τηλέφωνο.
Δυστυχώς η συνάντηση αυτή αποδείχτηκε άκρως επώδυνη για μένα, καθώς δεν γνώριζα ότι ο καλός μου φίλος είχε προσβληθεί τα τελευταία χρόνια από την καταραμένη νόσο Πάρκινσον (μια προοδευτική νευροεκφυλιστική διαταραχή του εγκεφάλου). Βλέποντας τις ανεξέλεγκτες κινήσεις και το τρέμουλο των χεριών του, δεν ήξερα τι να υποθέσω. Αλλά και η ομιλία του ήταν τόσο αλλοιωμένη που με δυσκολία καταλάβαινες τι σου έλεγε. Του υποσχέθηκα ότι, πριν φύγω, θα του έκανα το τραπέζι στη γειτονιά του, στην Αγία Παρασκευή. Ως ένα ελάχιστο «ευχαριστώ» για όλα όσα έκανε για μένα όλα αυτά τα χρόνια. Κυρίως όμως για την αγάπη, την εκτίμηση και τη φιλία του. Δυστυχώς, η κατάστασή του δεν το επέτρεψε, κι αναχώρησα από την Ελλάδα με βαριά καρδιά.
Το τελευταίο του ολοσέλιδο κείμενο για μένα είχε τον τίτλο: «Τρεις “ανορθόδοξοι” συγγραφείς (Ηλίας Πετρόπουλος, Νίκος Καχτίτσης, Κώστας Ταχτσής» και δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις 10-11 Νοεμβρίου 2018.
Ο πολύτιμος φίλος μου εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 7 Μαΐου 2026 το μεσημέρι, σε ηλικία 87 ετών, από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον, αφήνοντας πίσω του, απαρηγόρητους, την σύζυγό του Μαρία και τον γιο του Ιάσονα. Αλλά κι ένα μεγάλο, δυσαναπλήρωτο κενό στο πολιτιστικό ρεπορτάζ, το οποίο ορφάνεψε με την απουσία του «μέντορά» του, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος των Μοϊκανών στον ελλαδικό χώρο.
*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής) και συγγραφέας. Το τελευταίο, 27ο βιβλίο του, έχει τίτλο: «Στο κάτω-κάτω της γραφής: Συνεντεύξεις-συνομιλίες-εκμυστηρεύσεις», εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, 2026.
The post Ύστατο χαίρε στον τελευταίο των Μοϊκανών, «πατριάρχη» του πολιτιστικού ρεπορτάζ, Δημήτρη Γκιώνη (1939-2026) appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.