«Έφυγε» ένας από τους τελευταίους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στη Μελβούρνη

Βαθιά συγκίνηση και θλίψη έχει προκαλέσει στην κυπριακή και ευρύτερη ελληνική παροικία της Μελβούρνης η είδηση του θανάτου του Δημήτρη (Δημητράκη) Κομμοδρόμου, ενός ανθρώπου που συνέδεσε το όνομά του με τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, την προσφορά στον κυπριακό ελληνισμό και την πολυετή δράση στα κοινά της Ομογένειας στην Αυστραλία.

Ο Δημήτρης Κομμοδρόμος ανήκε στη γενιά των νέων Κυπρίων που, σε πολύ μικρή ηλικία, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας τους. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ένας άνθρωπος με έντονη εθνική συνείδηση, αφοσιωμένος στις αξίες της πατρίδας, της οικογένειας και της προσφοράς προς την κοινότητα.

Στο μνημειώδες έργο του για την ιστορία των Κυπρίων της Αυστραλίας, ο καθηγητής Αναστάσιος Τάμης περιγράφει τον Δημήτρη Κομμοδρόμο ως έναν από τους πλέον δραστήριους και αφοσιωμένους παράγοντες της Κυπριακής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας (CCMV), στην οποία υπηρέτησε επί περισσότερες από τρεις δεκαετίες, ενώ υπήρξε μέλος της για περισσότερο από μισό αιώνα.

Γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1937 στο ηρωικό Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, γιος του Κωνσταντίνου και της Κυριακούς Κομμοδρόμου. Τα παιδικά του χρόνια κύλησαν ανάμεσα στο Παραλίμνι και τα Βαρώσια, όπου μετακόμισε σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών για να εργαστεί και να βοηθήσει την πολύτεκνη οικογένειά του.

Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στον Προσκοπισμό, όπου γρήγορα ξεχώρισε για τις οργανωτικές και ηγετικές του ικανότητες. Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών στρατολογήθηκε στην ΕΟΚΑ από τον αγωνιστή Χρίστο Σαμαρά, γνωστό με το ψευδώνυμο «Ξάνθος».

Όπως ο ίδιος είχε αφηγηθεί στον καθηγητή Τάμη σε συνέντευξή του το 2021, η μύησή του πραγματοποιήθηκε έπειτα από μια θεατρική παράσταση στα Βαρώσια, γεγονός που αποτυπώνει τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραμάτιζαν τότε οι πολιτιστικοί και νεανικοί σύλλογοι στη στρατολόγηση των νέων αγωνιστών.

Ο ίδιος θυμόταν ότι το θέατρο, η Ορθόδοξη Νεολαία και ο Προσκοπισμός αποτέλεσαν σημαντικές εστίες οργάνωσης και επικοινωνίας των νέων της εποχής. Μέσα από τον Προσκοπισμό συμμετείχε σε διεθνείς συναντήσεις και απέκτησε επαφές με φιλέλληνες και νέους από την Ελλάδα, εμπειρίες που σημάδεψαν τη ζωή του.

Στην ΕΟΚΑ ανέλαβε αποστολές συλλογής και μεταφοράς πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις των βρετανικών αποικιακών δυνάμεων στην περιοχή της Αμμοχώστου και του Παραλιμνίου, ενώ συμμετείχε ως σύνδεσμος, σε διαδηλώσεις και σε ενέργειες παθητικής αντίστασης.

Η δράση του είχε βαρύ προσωπικό τίμημα. Το 1957 συνελήφθη από τις βρετανικές αποικιακές αρχές και, όπως καταγράφεται, υπέστη σκληρό ξυλοδαρμό, με αποτέλεσμα να υποστεί κατάγματα στα πλευρά. Λίγους μήνες αργότερα τραυματίστηκε από πυροβολισμό στο δεξί πόδι κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής στην Αμμόχωστο.

Η προσφορά του στον αγώνα της ΕΟΚΑ αναγνωρίστηκε επίσημα την 1η Απριλίου 2005, όταν ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος, του απένειμε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο για τη συμμετοχή του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Το 1962 ακολούθησε τον μεγαλύτερο αδελφό του, Χριστόφορο (Τάκη) Κομμοδρόμο, στη Μελβούρνη, ακολουθώντας το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα των Κυπρίων προς την Αυστραλία. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες μέχρι να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση εμπορίας καλτσών στις λαϊκές αγορές.

Με επιχειρηματικό πνεύμα και εργατικότητα, αργότερα ίδρυσε μαζί με συνεταίρους μια σύγχρονη μονάδα παραγωγής καλτσών, αρχικά στο Brunswick και στη συνέχεια στο Coburg, η οποία εξελίχθηκε σε μία επιτυχημένη βιομηχανία με διανομή προϊόντων σε ολόκληρη την Αυστραλία.

Το 1965 παντρεύτηκε τη Θεοδούλα Παουρή, επίσης καταγόμενη από την Κύπρο, με την οποία δημιούργησαν μια αγαπημένη οικογένεια και απέκτησαν τρία παιδιά, τη Mary, τον Constantinos και τον Theodoros.

Παράλληλα με την επαγγελματική του δραστηριότητα, δεν έπαψε ποτέ να υπηρετεί την παροικία. Εντάχθηκε ενεργά στην Κυπριακή Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτωρίας, συμμετέχοντας στο διοικητικό συμβούλιο και σε πολυάριθμες επιτροπές για περισσότερα από τριάντα χρόνια.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η προσφορά του στον Ελληνικό Προσκοπισμό της Μελβούρνης. Το 1963 ίδρυσε δική του προσκοπική ομάδα, προσφέροντας διέξοδο και παιδεία σε δεκάδες παιδιά και νέους της ελληνικής παροικίας. Ως αρχηγός προσκόπων υπηρέτησε αρχικά στις εγκαταστάσεις της Union Street στο Prahran και αργότερα στην αίθουσα του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου στο High Street, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διατήρηση των ελληνικών αξιών, της πειθαρχίας και της προσφοράς στις νεότερες γενιές.

Όσοι τον γνώρισαν κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, με ήθος, αξιοπρέπεια και βαθιά αγάπη για την Κύπρο και τον Ελληνισμό. Δεν επιδίωξε ποτέ τη δημοσιότητα για τη δράση του, αλλά προτίμησε να υπηρετεί διακριτικά τις αρχές στις οποίες πίστευε.

Με τον θάνατό του, η παροικία αποχαιρετά έναν από τους τελευταίους εν ζωή αγωνιστές της γενιάς της ΕΟΚΑ στη Μελβούρνη, έναν άνθρωπο που έζησε δύο ζωές: την πρώτη στην αγωνιζόμενη Κύπρο της δεκαετίας του 1950 και τη δεύτερη στην Αυστραλία, όπου αφιερώθηκε στην οικογένεια, την εργασία και την ομογένεια.

Η παρακαταθήκη του Δημήτρη Κομμοδρόμου αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας τόσο της Κύπρου όσο και του Ελληνισμού της Αυστραλίας. Η ζωή του υπενθυμίζει ότι η ελευθερία, η προσφορά και η συλλογική δράση οικοδομούνται από ανθρώπους που εργάζονται αθόρυβα, με πίστη και αυταπάρνηση.

The post «Έφυγε» ένας από τους τελευταίους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στη Μελβούρνη appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.