Η Ελλάδα μέσα από την κινηματογραφική μάτια της Mary Zournazi

Οι γάτες της Ακρόπολης δεν είναι απλώς οι σιωπηλοί κάτοικοι ενός αρχαίου μνημείου. Ανάμεσα στις πέτρες των ναών, στα σοκάκια της Αθήνας και στα βλέμματα των επισκεπτών, αφηγούνται μια ιστορία για την τρυφερότητα, την απώλεια, τη μνήμη και την αναζήτηση της πατρίδας.

Η Mary Zournazi δεν σκόπευε να γυρίσει μια ταινία για γάτες. Κι όμως, οι γάτες έγιναν η αφετηρία ενός πολύ βαθύτερου ταξιδιού: ενός ερωτήματος για το τι έχει συμβεί στην ικανότητά μας να φροντίζουμε, να συνδεόμαστε και να δείχνουμε τρυφερότητα.

Η απάντηση οδήγησε τη βραβευμένη Ελληνοαυστραλή δημιουργό από τις αρχαίες πέτρες της Ακρόπολης στους απλούς ανθρώπους σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, ανθρώπους που αφιερώνουν αθόρυβα τη ζωή τους στη φροντίδα των αδέσποτων ζώων.

Η Mary Zournazi με την Maggie

Ούτε εντελώς άγριες ούτε πραγματικά οικόσιτες, οι γάτες της Ακρόπολης κατοικούν σε έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στη μυθολογία και την καθημερινότητα: κοιμούνται κάτω από ναούς που κάποτε ήταν αφιερωμένοι στους θεούς, περιπλανιούνται στα αιωνόβια σοκάκια και γοητεύουν επισκέπτες και Αθηναίους. Για τους περισσότερους αποτελούν απλώς μέρος του αθηναϊκού τοπίου.

Για τη Zournazi, όμως, έγιναν ένα σύμβολο του ξεριζωμού, της μνήμης και της διαρκούς αναζήτησης της αίσθησης του ανήκειν.

Αυτή η αντίθεση —ανάμεσα στο οικείο και το ξένο, το παρελθόν και το παρόν, την απώλεια και τη φροντίδα— διαμόρφωσε σχεδόν μία δεκαετία της κινηματογραφικής της πορείας.

Από τους δρόμους της Αθήνας στα χρόνια της βαθιάς οικονομικής κρίσης, στο Dogs of Democracy, μέχρι τον κόσμο του My Rebetika Blues και τώρα στο Acropolis Cats & Other Wondrous Animals, κάθε ταινία της εξερευνά την Ελλάδα όχι ως μια εξιδανικευμένη πατρίδα, αλλά ως ένα ζωντανό τοπίο γεμάτο αντιφάσεις.

Το νέο της ντοκιμαντέρ, που έκανε πρόσφατα πρεμιέρα στο Melbourne Documentary Film Festival, ολοκληρώνει αυτό που εξελίχθηκε σε μια άτυπη ελληνική τριλογία.

Παράλληλα, προσκαλεί το κοινό να επανεξετάσει όχι μόνο τη σχέση του με την Ελλάδα, αλλά και το τι σημαίνει να φροντίζουμε ο ένας τον άλλον σε έναν ολοένα και πιο κατακερματισμένο κόσμο. Η ταινία είναι επίσης φιναλίστ στις κατηγορίες Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Αυστραλιανού Ντοκιμαντέρ και Supreme Feature του Melbourne Documentary Film Festival.

Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΩΣ ΑΝΤΙΒΑΡΟ ΣΤΗ ΒΙΑ

Παρότι οι ταινίες της μοιάζουν εκ πρώτης όψεως διαφορετικές μεταξύ τους, η Zournazi πιστεύει ότι όλες διατρέχονται από ένα κοινό νήμα.

«Ίσως το κοινό τους νήμα να είναι η ελπίδα στην πράξη, δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τη σχέση μας με τον κόσμο γύρω μας, ώστε να καλλιεργήσουμε περισσότερη φροντίδα, περισσότερη προσοχή και περισσότερο σεβασμό», δήλωσε η ίδια στον «Νέο Κόσμο».

«Είναι η συνέχεια αυτής της ιδέας μέσα από την κατανόηση της τρυφερότητας. Το πώς η τρυφερότητα μετατρέπεται σε κάλεσμα για δράση: να φροντίζουμε και να ανταποκρινόμαστε σε ό,τι συναντάμε, είτε πρόκειται για ανθρώπους είτε για ζώα».

Οι άνθρωποι που φροντίζουν τα αδέσποτα ζώα της Ελλάδας, επισήμανε, προσφέρουν κάτι που γίνεται ολοένα και πιο σπάνιο στον σύγχρονο κόσμο.

«Η τρυφερότητα και η φροντίδα που δείχνουν οι άνθρωποι της ταινίας προς τις γάτες και τα άλλα ζώα μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στη βία και τη σκληρότητα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά… να μας υπενθυμίσουν τρόπους με τους οποίους μπορούμε να ξαναβρούμε την ανθρωπιά μας».

Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Το κινηματογραφικό ταξίδι της Zournazi ξεκίνησε ως μια βαθιά προσωπική επιστροφή στην πατρίδα των προγόνων της.

Γεννημένη στην Αυστραλία από Ελληνοαιγύπτιους γονείς, δεν είχε επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα πριν ξεκινήσει τα γυρίσματα του Dogs of Democracy.

Η άφιξή της στην Αθήνα συνέπεσε με την κορύφωση της οικονομικής κρίσης, σε μια περίοδο έντονων κοινωνικοοικονομικών αναταράξεων.

«Ήθελα να επισκεφθώ την πατρίδα μου», λέει. «Ήταν κάτι που υπήρχε βαθιά μέσα μου, αλλά δεν το είχα ποτέ πραγματικά ζήσει ή γνωρίσει».

Η επαφή της με τα αδέσποτα σκυλιά της Αθήνας αποτέλεσε μια απρόσμενη αφετηρία για μια πολύ μεγαλύτερη αφήγηση — μια ιστορία για τους ανθρώπους, την ευαλωτότητα και τις αθέατες πλευρές της κοινωνίας.

Αδέσποτες γάτες στο Μουσείο της Τήνου

«Ένωσε τη δική μου ιστορία με τη δυνατότητα να αφηγηθώ μια ιστορία για τους ανθρώπους, συχνά για εκείνους που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας».

Ακολούθησαν το My Rebetika Blues και τώρα το Acropolis Cats, με κάθε ταινία να εξερευνά διαφορετικές εκφάνσεις της αντοχής και της ελπίδας.

«Όλες τους, στην ουσία, μιλούν για ιστορίες ξεριζωμού, χαράς και συνάντησης… για το πώς, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν να είναι εναντίον σου, μπορείς να συνεχίσεις να ανθίζεις και να παραμένεις άνθρωπος».

ΜΙΑ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Παρότι οι γάτες κυριαρχούν σχεδόν σε κάθε πλάνο, η Zournazi επιμένει ότι λειτουργούν και ως σύμβολα, καθώς όσο προχωρούσαν τα γυρίσματα το ντοκιμαντέρ εξελισσόταν σε μια ευρύτερη φιλοσοφική αναζήτηση.

«Έχουν βρεθεί πραγματικά στο έλεος της ανθρώπινης σκληρότητας, αλλά και, κατά κάποιον τρόπο, της ανθρώπινης τρυφερότητας … Τι δεν πάει καλά με το ανθρώπινο είδος;».

Η ταινία θέτει δύσκολα ερωτήματα, αλλά παράλληλα στρέφει το βλέμμα της σε ανθρώπους που έχουν βιώσει οι ίδιοι μεγάλες δυσκολίες — πρόσφυγες, άστεγους, ηλικιωμένους και ανθρώπους που ζουν στη φτώχεια — οι οποίοι, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να φροντίζουν τα ζώα.

«Ακόμη κι όταν τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα, υπάρχει πάντα ένα φως που μπορεί να λάμψει», τόνισε.

Πιστεύει πως η ανιδιοτελής φροντίδα αποκαλύπτει κάτι βαθιά ουσιαστικό για την ανθρώπινη φύση: την ικανότητα να δείχνουμε συμπόνια και να προσφέρουμε, ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΔΥΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ

Για τη Zournazi, η Ελλάδα είναι κάτι πολύ περισσότερο από το σκηνικό των ταινιών της. Είναι ένας τόπος βαθιάς προσωπικής σημασίας, που συνδέεται με την ταυτότητα και την αίσθηση του ανήκειν.

«Είμαι Αυστραλή, αλλά είμαι και Ελληνοαυστραλή… Η Ελλάδα είναι μέρος της εμπειρίας μου», εξήγησε.

Περιέγραψε την πρώτη της επίσκεψη στην Ελλάδα ως μια εμπειρία που της φάνηκε αμέσως οικεία, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι πρόκειται για ένα συναίσθημα που μοιράζονται πολλοί άνθρωποι της Διασποράς.

«Από την πρώτη στιγμή ήταν σαν να είπα: ‘Εντάξει, αυτό το μέρος είναι βαθιά συνδεδεμένο με εμένα’», ανέφερε, προσθέτοντας: «Ταυτόχρονα όμως δεν είμαι Ελληνίδα με αυτή την έννοια. Δεν μεγάλωσα εδώ… Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι βιώνουν αυτό το συναίσθημα».

Σήμερα επισκέπτεται την Ελλάδα αρκετές φορές τον χρόνο, όταν το επιτρέπουν τα κινηματογραφικά της σχέδια, ενώ δεν κρύβει την επιθυμία της να αποκτήσει κάποια μέρα μια μόνιμη βάση στη χώρα.

ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ

Η συζήτηση στράφηκε και στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα προβάλλεται συχνά διεθνώς, αλλά και μέσα στις ίδιες τις κοινότητες της Διασποράς.

Αντί να αναπαράγει γνώριμες εικόνες ή νοσταλγικά στερεότυπα, η Zournazi επιδιώκει συνειδητά να αναδείξει την πολυπλοκότητα της ελληνικής εμπειρίας και της ελληνικής ταυτότητας.

Αυτό το διάστημα ετοιμάζει την πρώτη της ταινία μυθοπλασίας, The Cousins, την οποία συνυπογράφει με τον καταξιωμένο Ελληνοαυστραλό συγγραφέα Χρήστο Τσιόλκα.

Η ταινία, μέρος της οποίας θα γυριστεί στην Ελλάδα, ακολουθεί την πορεία δύο χαρακτήρων — ενός Ελληνοαυστραλού και ενός κατοίκου της Ελλάδας — καθώς οι διαδρομές τους διασταυρώνονται.

Παράλληλα, συνεργάζεται ξανά με τον συνθέτη Κωνσταντίνο Βήτα, η μουσική του οποίου έχει αποτελέσει αναπόσπαστο στοιχείο και των τριών ντοκιμαντέρ της, ενισχύοντας τη ματιά τους πάνω στην πολυπλοκότητα της ελληνικής εμπειρίας.

«Το ύφος όλων των ντοκιμαντέρ μοιάζει σχεδόν με κινηματογραφικό δοκίμιο. Εξερευνούν πάντοτε την πολυεπίπεδη φύση της ταυτότητάς μας και των εμπειριών μας», σημείωσε.

Για τη Zournazi, η ελληνικότητα δεν είναι ποτέ κάτι στατικό ή στερεοτυπικό.

«Υπάρχει ένα πραγματικό ερώτημα γύρω από το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας… Είναι μόνο μία πτυχή της ταυτότητάς μας, αλλά βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη».

Αυτή η πολυεπίπεδη προσέγγιση, όπως τονίζει, βρίσκεται στον πυρήνα όχι μόνο των ντοκιμαντέρ της, αλλά και όλων των ιστοριών που φιλοδοξεί να αφηγηθεί στο μέλλον.

The post Η Ελλάδα μέσα από την κινηματογραφική μάτια της Mary Zournazi appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.