Η Μακεδονία μέσα από τα μάτια της Διασποράς

Ο «Νέος Κόσμος» δημοσίευσε στις 20 Ιουλίου, ένα εξαιρετικό άρθρο για το Πρόγραμμα Φιλοξενίας Ομογενών μεγαλύτερης ηλικίας, το οποίο διοργανώθηκε πρόσφατα από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και τη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης (ΧΑΝΘ), με επίκεντρο τη Μακεδονία και τη Βόρεια Ελλάδα.

Στο πρόγραμμα συμμετείχαν 38 ομογενείς από 19 χώρες, μεταξύ των οποίων και εκπρόσωποι από τη Μελβούρνη, το Περθ, το Σίδνεϊ και την Αδελαΐδα.

Ως μία από τους συμμετέχοντες, είχα την ευκαιρία να αναλογιστώ τη σημασία και τη χρησιμότητα αυτής της πρωτοβουλίας, τόσο για τους ίδιους τους ομογενείς όσο και για την πατρίδα των προγόνων μας, την Ελλάδα.

Το πρόγραμμα ανέδειξε πολλά ζητήματα που αξίζουν περαιτέρω συζήτηση.

Θα περιοριστώ, ωστόσο, σε τρία: τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στη Διασπορά, τα οφέλη που αποκομίζει η Ελλάδα από τέτοιες δράσεις και ορισμένες ιστορικές πτυχές της Βόρειας Ελλάδας.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Αυτό που ένωσε τους συμμετέχοντες ήταν σαφώς η ελληνική τους καταγωγή και, ενδεχομένως, η σχέση τους με την Ελληνορθόδοξη πίστη. Δεν τους ένωνε, όμως, απαραίτητα η ελληνική γλώσσα, καθώς οι περισσότεροι δεν μιλούσαν Ελληνικά.

Η γλωσσική δυσκολία δεν μου επέτρεψε να εξετάσω σε βάθος τους λόγους για τους οποίους η ελληνική γλώσσα διατηρήθηκε σε ορισμένες χώρες, ενώ σε άλλες σταδιακά χάθηκε.

Ένα στοιχείο, πάντως, ήταν εμφανές: όσοι δεν μιλούσαν Ελληνικά ήταν κατά κανόνα απόγονοι Ελλήνων μεταναστών τρίτης, τέταρτης ή ακόμη και πέμπτης γενιάς.

Υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις για την υποχώρηση της ελληνικής γλώσσας σε ορισμένες χώρες. Εκεί όπου οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν μικροί και γεωγραφικά διασκορπισμένοι, οι πρώτοι μετανάστες ενδέχεται να μην είχαν τις δυνατότητες και τους πόρους για να δημιουργήσουν οργανωμένες κοινότητες και σχολεία.

Σε άλλες περιπτώσεις, οι πολιτικές αφομοίωσης των χωρών υποδοχής μπορεί να αποθάρρυναν ή, σε ακραίες περιπτώσεις, να εμπόδιζαν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και τη μετάδοση των ελληνικών παραδόσεων στις νεότερες γενιές.

Η αντίθεση με χώρες όπως η Αυστραλία είναι εμφανής.

Οι Έλληνες μετανάστες που εγκαταστάθηκαν εδώ πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησαν έναν πρώτο πυρήνα κοινοτικών δομών, όπως η τότε Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτώριας, ορισμένες αδελφότητες και ελληνικές επιχειρήσεις. Πάνω σε αυτά τα θεμέλια μπόρεσε να στηριχθεί το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που ακολούθησε μετά τον πόλεμο.

Στιγμιότυπο από την ξενάγηση των ομογενών, μέσα από την οποία γνώρισαν από κοντά την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της Μακεδονίας

Η κατάργηση της πολιτικής της Λευκής Αυστραλίας στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και η σταδιακή οικοδόμηση μιας επιτυχημένης πολυπολιτισμικής κοινωνίας δημιούργησαν επίσης πρόσφορο έδαφος, ώστε οι μεταναστευτικές κοινότητες να αναπτυχθούν γλωσσικά, πολιτιστικά, πολιτικά και οικονομικά.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η δημιουργία πολλών μικρών κοινοτικών κέντρων, ελληνορθόδοξων ενοριών και τοπικών συλλόγων σε ολόκληρη τη μητροπολιτική Μελβούρνη, αλλά και σε περιφερειακές περιοχές με σημαντικό ελληνικό πληθυσμό. Γύρω από αυτές τις δομές αναπτύχθηκε ένα αποκεντρωμένο και εύκολα προσβάσιμο δίκτυο απογευματινών ελληνικών σχολείων.

Παράλληλα, ιδιωτικά σχολεία και ορισμένα δημόσια σχολεία της Βικτώριας προσέφεραν την επιλογή διδασκαλίας Ελληνικών κατά τη διάρκεια της εβδομάδας ή τα πρωινά του Σαββάτου. Έτσι, σχεδόν κάθε μαθητής Δημοτικού ή Γυμνασίου που επιθυμούσε να μάθει τη γλώσσα είχε αυτή τη δυνατότητα.

Φυσικά, όλοι θυμόμαστε και την επιμονή των γονιών μας να μάθουμε Ελληνικά, ακόμη κι όταν εμείς προτιμούσαμε να παίζουμε με τους φίλους μας μετά το σχολείο.

Τότε μπορεί να δυσανασχετούσαμε, αργότερα όμως αναγνωρίσαμε ότι χάρη σε εκείνη την επιμονή διατηρήσαμε τη γλώσσα των προγόνων μας και το πολύτιμο πλεονέκτημα της διγλωσσίας.

Για ορισμένους, η γνώση των Ελληνικών αποδείχθηκε χρήσιμη και επαγγελματικά. Για τους περισσότερους, πάντως, υπήρξε ανεκτίμητη κατά τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα.

Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε τις μικρές επιχορηγήσεις που λάμβαναν τα απογευματινά σχολεία από την αυστραλιανή κυβέρνηση για κάθε μαθητή, ούτε την προθυμία των Ελλήνων γονέων να καταβάλλουν δίδακτρα, συχνά κάνοντας σημαντικές οικονομικές θυσίες.

Οι πόροι αυτοί βοήθησαν τα σχολεία να παραμείνουν βιώσιμα, ιδιαίτερα τα μικρότερα, και επέτρεψαν στα παιδιά να αποκτήσουν έναν ικανοποιητικό βαθμό προφορικής και γραπτής ευχέρειας. Θετική υπήρξε επίσης η αποστολή βιβλίων και εκπαιδευτικών από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις.

Η Μελβούρνη, αν και ασφαλώς δεν αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βασικό σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση πολιτικών που θα εξασφάλιζαν το μέλλον της ελληνικής γλώσσας στη Διασπορά.

ΤΙ ΚΕΡΔΙΖΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ

Η γνωριμία με Έλληνες από διάφορα σημεία του κόσμου, οι οποίοι δεν μιλούσαν τη γλώσσα και είχαν ελάχιστη επαφή με άλλους ομογενείς, ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Για ορισμένους, το πρόγραμμα αποτέλεσε μια σπάνια ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με τις ελληνικές τους ρίζες. Τίθεται, όμως, και ένα ευρύτερο ερώτημα: τι κερδίζει η Ελλάδα από τη διοργάνωση τέτοιων προγραμμάτων;

Τα ελληνικά νησιά δοκιμάζονται πλέον από τον υπερτουρισμό, ενώ η Μακεδονία και γενικότερα η Βόρεια Ελλάδα, έχουν μείνει σε μεγάλο βαθμό στο περιθώριο της τουριστικής ανάπτυξης.

Ακόμη και πολλοί Έλληνες που ζουν στη χώρα φαίνεται να μη γνωρίζουν επαρκώς αυτή την περιοχή. Η Ελλάδα διαθέτει περιορισμένη βιομηχανική παραγωγή και η Μακεδονία παραμένει σχετικά αναξιοποίητη ως τουριστικός προορισμός. Είναι επομένως εύλογη η επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να την αναδείξει και να ενισχύσει την επισκεψιμότητά της.

Υπάρχει, όμως, και ένας λιγότερο απτός λόγος.

Στο σημερινό σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, κάθε χώρα χρειάζεται τη μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη.

Η πολυάριθμη ελληνική διασπορά μπορεί να αποτελέσει σημαντική δύναμη επιρροής και παρέμβασης, ιδιαίτερα σε περιόδους εντάσεων με γειτονικές χώρες ή σε ασταθείς περιοχές κοντά στην Ελλάδα, όπως η Μέση Ανατολή και η Μαύρη Θάλασσα.

Με τέτοια προγράμματα, η Ελλάδα δεν προσελκύει μόνο πιθανούς επισκέπτες. Καλλιεργεί και ένα άυλο κεφάλαιο σχέσεων, συναισθηματικών δεσμών και διεθνούς στήριξης.

Η ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η επίσκεψη στη Μακεδονία αποκαλύπτει μια περιοχή πλούσια σε ιστορία, γλώσσες, πολιτισμούς και φυσικό περιβάλλον.

Τα βουνά και η βλάστηση της Μακεδονίας και της Ηπείρου κόβουν την ανάσα. Ανάμεσα στα δάση, στις ορεινές πλαγιές και στα απομονωμένα χωριά αναπτύχθηκαν επί αιώνες κοινότητες που μιλούσαν Ελληνικά, Αρβανίτικα, σλαβικές διαλέκτους, Βουλγαρικά και Βλάχικα.

Στις πόλεις ζούσαν επίσης εβραϊκές και μουσουλμανικές κοινότητες, μαζί με άλλες μειονότητες. Η γεωγραφία της περιοχής προσέφερε προστασία και απομόνωση, επιτρέποντας παράλληλα την ανάπτυξη ιδιαίτερα πλούσιων τοπικών γλωσσικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων.

Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε ότι, πριν από την απελευθέρωσή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Βόρεια Ελλάδα ήταν μια γλωσσικά και πολιτισμικά περισσότερο διαφοροποιημένη και λιγότερο εθνοτικά ομοιογενής περιοχή.

Παρότι μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, είναι λυπηρό ότι μετά το 1912 η Ελλάδα ακολούθησε πολιτικές εξελληνισμού και ομογενοποίησης των πόλεων και των χωριών της Βόρειας Ελλάδας.

Με αυτόν τον τρόπο, οι επόμενες γενιές πολλών δίγλωσσων πληθυσμών στερήθηκαν τη δυνατότητα να διατηρήσουν μια δεύτερη ή ακόμη και περισσότερες γλώσσες, ενώ αποδυναμώθηκε και ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας των τοπικών κοινωνιών.

Υπήρχε εδώ μια εμφανής αντίφαση: από τη μία πλευρά, οι Έλληνες της Διασποράς αγωνίζονταν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους, με την υποστήριξη μάλιστα της Ελλάδας μέσω της αποστολής βιβλίων και εκπαιδευτικών. Από την άλλη, ανάλογη δυνατότητα δεν προσφερόταν πάντοτε σε δίγλωσσους πληθυσμούς στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας.

Ο εξελληνισμός μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από τους φόβους ότι γειτονικά κράτη θα χρησιμοποιούσαν τις εθνοτικές μειονότητες ως πρόσχημα για εδαφικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Ελλάδα. Παράλληλα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν μπορούσαν τότε να αντιληφθούν την πολυμορφία ως πλεονέκτημα και όχι ως απειλή.

Η υποχρεωτική φύση αυτών των πολιτικών προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, δυσαρέσκεια στους πληθυσμούς που επηρεάστηκαν.

Θα μπορούσε η εφαρμογή τους να είχε γίνει με ηπιότερο τρόπο; Ίσως. Ωστόσο, δεδομένων των γεωπολιτικών συνθηκών της εποχής, αμφιβάλλω αν οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση θα τολμούσε να αναλάβει έναν τέτοιο πολιτικό κίνδυνο.

Αμφιβάλλω επίσης αν το σημερινό πολιτικό και κοινωνικό κλίμα είναι αρκετά ώριμο για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από τον πλουραλισμό στην Ελλάδα.

Ωστόσο, καθώς η χώρα αποτελεί σταθερό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αισθάνεται μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική ασφάλεια, ελπίζω ότι θα αναδυθεί σύντομα μια περισσότερο πολυφωνική και συμπεριληπτική Ελλάδα.

Μια Ελλάδα στην οποία οι ομογενείς θα μπορούν να αισθάνονται ότι η πατρίδα των προγόνων τους δεν υπερασπίζεται απλώς την πολιτισμική πολυμορφία στη Διασπορά, αλλά την εφαρμόζει και στο εσωτερικό της.

Το Πρόγραμμα Φιλοξενίας που διοργάνωσαν το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και η ΧΑΝΘ προσέφερε μια πλούσια εικόνα τόσο των αρχαιοτήτων όσο και της σύγχρονης ζωής στη Βόρεια Ελλάδα, συμβάλλοντας στην τουριστική ανάδειξη της περιοχής.

Παράλληλα, ενίσχυσε τους δεσμούς της Ελλάδας με τη Διασπορά και το άυλο κεφάλαιο που αυτοί οι δεσμοί δημιουργούν.

Με βάση όλα τα παραπάνω, θεωρώ ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερα αξιόλογη πρωτοβουλία και θα υποστήριζα ανεπιφύλακτα τη συνέχισή της.

The post Η Μακεδονία μέσα από τα μάτια της Διασποράς appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.