Νέα ελπίδα στη μάχη με το Αλτσχάιμερ

Νέα ελπίδα στη μάχη με το Αλτσχάιμερ δίνει νέα εξέταση αίματος, η οποία, σύμφωνα με τους επιστήμονες, μπορεί να ανιχνεύει βιολογικούς δείκτες της νόσου ακόμη και δεκαετίες πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Η εξέταση έχει εγκριθεί από την Αρχή Θεραπευτικών Προϊόντων της Αυστραλίας (TGA) και περαιτέρω κλινικές δοκιμές θα πραγματοποιηθούν στο Asia-Pacific Centre of Excellence for Alzheimer’s Disease Diagnosis στο Σίδνεϊ πριν -αν όλα πάνε καλά- «ενσωματωθεί» στο σύστημα Υγείας της χώρας.

Τα εγκαίνια του Κέντρου αυτού έγιναν την Πέμπτη από τον υπουργό Υγίας, Mark Butler, ο οποίος αργότερα παραχώρησε συνέντευξη στο ABC και τον Thomas Oriti σχετικά με τη νέα εξέταση αίματος που ενδεχομένως θα φέρει τη διάγνωση «εμπρός» ακόμη και «δεκαετίες».

Ανάμεσα σε άλλα επισήμανε:

«Πρόκειται ουσιαστικά για μια απλή εξέταση αίματος … Στόχος της είναι να εντοπίσει αν κάποιος φέρει συγκεκριμένους βιοδείκτες (biomarkers), δηλαδή στοιχεία στα γονίδια ή στις πρωτεΐνες του, που υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ». είπε.

«Υπάρχει, για παράδειγμα, ένα γονίδιο που ονομάζεται APOE4, το οποίο φέρει περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Η παρουσία του σημαίνει ότι το άτομο διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσει τη νόσο … Αν κάποιος έχει δύο αντίγραφα αυτού του γονιδίου, τότε ο κίνδυνος είναι πολλαπλάσιος».

«Παράλληλα, η εξέταση θα ελέγχει και ορισμένες πρωτεΐνες, κυρίως την πρωτεΐνη ταυ (tau), η παρουσία της οποίας επίσης αποτελεί ένδειξη αυξημένου κινδύνου».

«Δεν υπάρχει μία και μοναδική εξέταση που να μπορεί να σας πει με βεβαιότητα ότι πάσχετε ή ότι θα εμφανίσετε τη νόσο Αλτσχάιμερ. Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα χαρακτηριστικά αυτής της εξουθενωτικής ασθένειας· είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαγνωστεί».

«Αν όμως αυτή η εξέταση αποδειχθεί αποτελεσματική και, τελικά, ενταχθεί στο Medicare, θα έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο βήμα προς τα εμπρός».

«Η εξέταση αυτή θα μας βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό να εντοπίζουμε ανθρώπους που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ήδη από τη νεαρή ενήλικη ζωή ή, τουλάχιστον, από τη μέση ηλικία.Έτσι, θα μπορούν, καταρχάς, να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους ώστε να μειώσουν αυτούς τους κινδύνους. Και αργότερα, αν αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια άνοιας, θα μπορούν να ζητήσουν βοήθεια και ιατρική συμβουλή όσο το δυνατόν νωρίτερα».

«Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει τόσο η Αυστραλία όσο και πολλές άλλες χώρες είναι ο μεγάλος χρόνος που απαιτείται μέχρι να τεθεί μια αξιόπιστη διάγνωση. Κι όμως, η διάγνωση είναι καθοριστικής σημασίας, γιατί αποτελεί το πρώτο βήμα ώστε οι άνθρωποι να αποκτήσουν τη σωστή υποστήριξη, τη σωστή φροντίδα και, ελπίζουμε στο μέλλον, και την κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία».

Ο κ. Butler επισήμανε πόσο σημαντικό είναι το «Νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ» (healthy body, healthy mind) και τόνισε ότι «πλέον υπάρχει ισχυρή επιστημονική συναίνεση σχετικά με τους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ».

«Πρόκειται ουσιαστικά για τα ίδια πράγματα που έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να προσέχει κανείς στη μέση ηλικία: το κάπνισμα, η διατροφή, η σωματική άσκηση και γενικότερα η διατήρηση της πνευματικής δραστηριότητας. Γνωρίζουμε ότι όλα αυτά συμβάλλουν στη διατήρηση της υγείας σε βάθος χρόνου. Επομένως, αν κάποιος μάθει ότι διατρέχει ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο, έχει την ευκαιρία να δώσει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή σε αυτούς τους παράγοντες του τρόπου ζωής».

Γι αυτούς που λένε ότι δε θέλουν να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα νοσήσουν με Αλτσχάιμερ, ανέφερε ότι «καμιά φορά η τεχνολογία προχωρά πιο γρήγορα από τη συναισθηματική μας ετοιμότητα να διαχειριστούμε ορισμένα από τα μηνύματα που μας δίνει».

«Μιλούσα γι’ αυτό με αρκετούς κλινικούς γιατρούς. Υπάρχουν διάφορες εξετάσεις που πολλοί άνθρωποι διστάζουν να κάνουν, επειδή αποκαλύπτουν την πιθανότητα να εμφανίσουν κάποια ασθένεια, ίσως ακόμη και πολλές δεκαετίες αργότερα. Τελικά, όμως, αυτή είναι μια προσωπική επιλογή. Ο καθένας αποφασίζει αν θα κάνει την εξέταση ή όχι. Δεν είναι υποχρεωτική».

«Μιλούσα πριν με τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτή την πρωτοβουλία. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ερευνητικό ινστιτούτο, το οποίο βρίσκεται στο συγκρότημα του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας (UNSW) στο Randwick και φιλοξενεί το πρόγραμμα. Παράλληλα, η προσπάθεια βασίζεται και στη συνεργασία με τη Roche Diagnostics, μια εταιρεία που οι περισσότεροι ακροατές σας γνωρίζουν. Τώρα πρέπει να αποδείξουν στην πράξη την αποτελεσματικότητα της εξέτασης».

«Πρέπει να αξιοποιήσουν αυτή την ευκαιρία στο Randwick, ώστε να παρουσιάσουν αυστραλιανά κλινικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι η εξέταση είναι αποτελεσματική. Στη συνέχεια θα υποβάλουν αυτά τα στοιχεία στους ειδικούς που είναι υπεύθυνοι για το Medicare Benefits Schedule (MBS) και, εφόσον εκείνοι πειστούν από τα δεδομένα, η εξέταση θα ενταχθεί στο πρόγραμμα και οι ασθενείς που θα επιλέγουν να την κάνουν θα μπορούν να αποζημιώνονται μέσω του Medicare».

«Βεβαίως, η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί και ιδιωτικά. Ωστόσο, τόσο το Medicare όσο και το Pharmaceutical Benefits Scheme (PBS) βασίζονται πάντοτε στην ίδια αρχή: οι εταιρείες πρέπει πρώτα να αποδείξουν ότι το φάρμακο ή, στην προκειμένη περίπτωση, η εξέταση αίματος είναι πραγματικά αποτελεσματικά, πριν χρηματοδοτηθούν από τους φορολογούμενους».

Γι’ αυτούς που ανησυχούν λόγω οικογενειακού ιστορικού ο κ. Butler είπε: «Θα συμβούλευα … να επικοινωνήσουν με το ερευνητικό ινστιτούτο NeuRA, που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας στο Randwick».

«Εάν κάποιος έχει οικογενειακό ιστορικό και βρίσκεται σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, τότε ανήκει ακριβώς στον πληθυσμό που, όπως γνωρίζω, ενδιαφέρει ιδιαίτερα τόσο τους ερευνητές όσο και την εταιρεία. Αυτό είναι άλλωστε και το βασικό ερώτημα που θα εξετάσουν τελικά οι ειδικοί του Medicare: Σε ποιους είναι περισσότερο χρήσιμη αυτή η εξέταση; Θα πρέπει να γίνεται σε ολόκληρο τον πληθυσμό ή μόνο σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, για τους οποίους οι γιατροί θεωρούν ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, για παράδειγμα λόγω οικογενειακού ιστορικού;».

«Το πραγματικά απογοητευτικό με αυτή τη νόσο είναι ότι εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να την κατανοήσουμε πλήρως».

«Δεν υπάρχει μία και μοναδική εξέταση αίματος που να μπορεί να σας πει με απόλυτη βεβαιότητα αν πάσχετε από Αλτσχάιμερ».

«Ελπίζουμε ότι η πρωτοβουλία που ανακοινώσαμε … θα μας φέρει πιο κοντά σε αυτόν τον στόχο, αλλά δεν αποτελεί τη συνολική λύση».

«Ακόμη και όταν τεθεί η διάγνωση, αρκετοί … που παρακολουθούν τις εξελίξεις γνωρίζουν ότι έχουν πλέον κυκλοφορήσει διεθνώς ορισμένα νέα φάρμακα που τροποποιούν την πορεία της νόσου. Δεν τη θεραπεύουν. Ούτε την αναστρέφουν. Στην καλύτερη περίπτωση, επιβραδύνουν την εξέλιξή της».

«Επομένως, εξακολουθούν να υπάρχουν όλα αυτά τα μεγάλα ερωτήματα: Πώς θα προλάβουμε τη νόσο; Πώς θα τη διαγνώσουμε γρήγορα όταν αρχίσει να εμφανίζεται, ώστε η οικογένεια να λάβει όσο το δυνατόν συντομότερα την απαραίτητη υποστήριξη; Και πότε θα αποκτήσουμε μια θεραπεία που θα κάνει πραγματικά τη διαφορά για τους ασθενείς; Αυτά είναι τα εξαιρετικά δύσκολα ερωτήματα γύρω από μια ασθένεια που γνωρίζω ότι επηρεάζει πάρα πολλές αυστραλιανές οικογένειες».

Δήλωσε ωστόσο ότι μέχρι σήμερα υπήρχε «μια σχεδόν δομική καθυστέρηση στη σωστή διάγνωση των διαφόρων μορφών άνοιας».

«Η ανακάλυψη μιας εξέτασης αίματος για τους σχετικούς βιοδείκτες αποτελεί το ιερό δισκοπότηρο αυτής της νόσου».

«Θα αποτελέσει μια τεράστια πρόοδο απέναντι σε αυτή την τόσο μεγάλη πρόκληση».

Η ΕΞΕΤΑΣΗ

Το Asia-Pacific Centre of Excellence for Alzheimer’s Disease Diagnosis, συνεργασία του Neuroscience Research Australia (NeuRA) και της Roche, θα αναλάβει αρχικά την εφαρμογή της νέας εξέτασης αίματος στην Αυστραλία.

Ο διευθύνων σύμβουλος του NeuRA, καθηγητής Matthew Kiernan, χαρακτήρισε την κανονιστική έγκριση «νέο κεφάλαιο στη φροντίδα της νόσου Αλτσχάιμερ».

Η εξέταση pTau217 ανιχνεύει την παρουσία της πρωτεΐνης φωσφορυλιωμένης tau 217, βιοδείκτη που συνδέεται με τη συσσώρευση αμυλοειδών πλακών στον εγκέφαλο.

Όπως εξήγησε η αναπληρώτρια καθηγήτρια και νευρολόγος του NeuRA, Emma Devenney, οι σχετικές παθολογικές πρωτεΐνες αρχίζουν να εμφανίζονται 20 έως 30 χρόνια πριν από την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων Αλτσχάιμερ, γεγονός που επιτρέπει την πολύ πιο έγκαιρη ανίχνευση.

Μέχρι σήμερα, η διάγνωση βασιζόταν κυρίως είτε στην οσφυονωτιαία παρακέντηση είτε σε εξειδικευμένες και ακριβές απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Devenney, οι κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η pTau217 αποτελεί τον ακριβέστερο έως σήμερα διαγνωστικό βιοδείκτη για τη νόσο Αλτσχάιμερ, με ακρίβεια που υπερβαίνει το 90% και είναι αντίστοιχη με εκείνη των εξετάσεων PET.

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Emma Devenney θα αναλάβει την εποπτεία τουAsia-Pacific Centre of Excellence for Alzheimer’s Disease Diagnosis. Φωτογραφία: AAP/PR IMAGE/Supplied by NeuRA

«Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα για τους ανθρώπους που εμφανίζουν συμπτώματα», δήλωσε στο AAP η καθηγήτρια Devenney.

«Είναι πραγματικά σημαντικό οι άνθρωποι να μπορούν να προγραμματίσουν τη ζωή τους όσο ακόμη έχουν αυτή τη δυνατότητα, ώστε να έχουν τον χρόνο να κάνουν όσα επιθυμούν».

Επίσης, μιλώντας στο ABC ανέφερε: «Πιστεύω ότι πρόκειται για μια πραγματικά μεταμορφωτική εξέλιξη και για ένα βήμα προς την έγκαιρη διάγνωση. Και είναι ακριβώς αυτή η έγκαιρη διάγνωση που θα έχει τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στη διαχείριση, αλλά και τελικά στην ίαση και την πρόληψη του Αλτσχάιμερ».

Εφόσον όλα εξελιχθούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η εξέταση -ανέφερε το AAP- θα είναι διαθέσιμη έως το τέλος του έτους στους ασθενείς στην Αυστραλία, κατόπιν παραπομπής από ειδικό γιατρό, ενώ στη συνέχεια θα εξεταστεί η ευρύτερη ένταξή της στο Medicare.

Η καθηγήτρια Devenney, όπως και ο κ. Butler, διευκρίνισε ότι «η εξέταση δεν σας λέει ότι έχετε τη νόσο. Σας δείχνει ότι υπάρχουν αλλαγές στον εγκέφαλό σας — οι παθολογικές πρωτεΐνες — που συνδέονται με τη νόσο», υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο θα εισαχθεί στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Την ίδια επιφύλαξη εξέφρασε μιλώντας στην The Age ο καθηγητής Scott Ayton, διευθυντής του Research Excellence in Enhanced Dementia Diagnosis και επικεφαλής της Dementia Mission.

Xαρακτήρισε την pTau217 «σαφώς καλύτερη προσέγγιση», επισημαίνοντας ωστόσο ότι χρειάζεται μια περίοδος εκπαίδευσης των γιατρών και σταδιακής εφαρμογής πριν η εξέταση γίνει ευρέως διαθέσιμη.

Το NeuRA καταρτίζει εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για το ποιοι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται στην εξέταση, ενώ το νέο κέντρο αναμένεται να αρχίσει να δέχεται παραπομπές από γιατρούς μέσα στους επόμενους έξι έως εννέα μήνες.

Παράλληλα, οι ερευνητές συνεχίζουν να αξιολογούν νέα φάρμακα που επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου, εκφράζοντας την ελπίδα ότι η ακόμη πιο έγκαιρη παρέμβαση θα μπορούσε στο μέλλον να αναχαιτίσει την εξέλιξη του Αλτσχάιμερ.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, περισσότεροι από 17.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από άνοια στην Αυστραλία το 2024, ενώ σχεδόν 450.000 ζουν σήμερα με κάποια μορφή της νόσου. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο έως το 2065, με το ετήσιο οικονομικό κόστος να υπερβαίνει ήδη τα 4,7 δισεκατομμύρια δολάρια.

The post Νέα ελπίδα στη μάχη με το Αλτσχάιμερ appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.