Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποχαρακτήρισε έγγραφα των υπηρεσιών πληροφοριών, υποστηρίζοντας ότι αποδεικνύουν κινεζική παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές του 2020.
Επανέφερε έτσι τους πολυετείς ισχυρισμούς του για την ασφάλεια της εκλογικής διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι επίσημη αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν είχε εντοπίσει στοιχεία πως το Πεκίνο επηρέασε τις εκλογές, τις οποίες ο κ. Τραμπ έχασε από τον Τζο Μπάιντεν.
Στην 25λεπτη τηλεοπτική του ομιλία το βράδυ της Πέμπτης, Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να αναδείξει την ασφάλεια των εκλογών σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, στις οποίες οι Ρεπουμπλικάνοι καλούνται να υπερασπιστούν τις οριακές πλειοψηφίες τους στο Κογκρέσο.
Παράλληλα, κάλεσε εκ νέου τους Ρεπουμπλικάνους να εγκρίνουν νομοσχέδιο που προβλέπει αυστηρότερες προϋποθέσεις ταυτοποίησης των ψηφοφόρων και απόδειξης της αμερικανικής υπηκοότητας, παρά τις διαχρονικές διαπιστώσεις ότι η εκλογική απάτη στις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά σπάνια. Το νομοσχέδιο παραμένει «μπλοκαρισμένο» στη Γερουσία λόγω της έντονης αντίδρασης των Δημοκρατικών.
Ο κ. Τραμπ υποστήριξε ότι τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποκαλύπτουν «σοκαριστικές ευπάθειες στην εκλογική μας υποδομή». Ωστόσο, όπως επισήμανε το AAP, σύμφωνα με το Reuters, αρκετά από τα έγγραφα φαίνεται είτε να καταλήγουν στο αντίθετο συμπέρασμα είτε να μην αφορούν καν τις αμερικανικές εκλογικές υποδομές.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η Κίνα απέκτησε παράνομα 220 εκατομμύρια αρχεία Αμερικανών ψηφοφόρων, τα οποία περιλάμβαναν ονόματα, διευθύνσεις και άλλα στοιχεία εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους. Παράλληλα, κατηγόρησε στελέχη της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών ότι απέκρυψαν σκόπιμα πληροφορίες για την έκταση της κινεζικής δραστηριότητας.
Οι ισχυρισμοί αυτοί έρχονται σε αντίθεση με αποχαρακτηρισμένη αξιολόγηση της κοινότητας πληροφοριών των ΗΠΑ του 2021, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι οποιαδήποτε ξένη δύναμη επιχείρησε ή κατάφερε να αλλοιώσει οποιαδήποτε τεχνική πτυχή των προεδρικών εκλογών του 2020, όπως οι εκλογικοί κατάλογοι, τα ψηφοδέλτια, η καταμέτρηση ή το τελικό αποτέλεσμα.
Δύο πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης δήλωσαν στο Reuters ότι τα στοιχεία ψηφοφόρων που απέκτησε η Κίνα δεν ήταν εμπιστευτικά, καθώς οι εκλογικοί κατάλογοι αγοράζονται συστηματικά από πολιτικούς συμβούλους, ενώ δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αλλοίωση των αποτελεσμάτων.
Η οξεία ρητορική του κ. Τραμπ κατά της Κίνας ενδέχεται να επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις, οι οποίες είχαν σταθεροποιηθεί μετά τον εμπορικό πόλεμο του προηγούμενου έτους. Ο ίδιος επιδιώκει να συναντηθεί με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ τον Σεπτέμβριο με στόχο τη βελτίωση των εμπορικών σχέσεων.
Πριν από την ομιλία, εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον, ο Λιου Τσανγκ, δήλωσε ότι «η Κίνα ποτέ δεν παρενέβη και ποτέ δεν θα παρέμβει στις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο κ. Τραμπ αμφισβητεί εδώ και χρόνια την αξιοπιστία των εκλογικών αποτελεσμάτων, υποστηρίζοντας χωρίς αποδείξεις ότι η ήττα του από τον Δημοκρατικό Τζο Μπάιντεν το 2020 ήταν προϊόν νοθείας. Έχει επίσης επανειλημμένα ισχυριστεί, χωρίς τεκμηρίωση, ότι η επιστολική ψήφος διευκολύνει την εκλογική απάτη, ότι οι μηχανές ψηφοφορίας είναι ευάλωτες σε παραβιάσεις και ότι η ψήφος μη πολιτών είναι ευρέως διαδεδομένη.
Πολλαπλές δικαστικές αποφάσεις και επανακαταμετρήσεις ψήφων δεν εντόπισαν στοιχεία εκτεταμένης νοθείας στις εκλογές του 2020.
Μεταξύ των εγγράφων που δημοσιοποίησε ο Τραμπ περιλαμβάνεται έκθεση της CIA για τις εκλογές στη Βενεζουέλα και όχι στις ΗΠΑ, ενώ άλλο έγγραφο αναφέρει ότι τα συστήματα καταμέτρησης ψήφων είναι δύσκολο να παραβιαστούν σε τέτοια κλίμακα ώστε να επηρεαστεί το εκλογικό αποτέλεσμα.
Τρίτο έγγραφο κάνει λόγο για προσπάθειες Κινέζων κατασκόπων να στοχοποιήσουν την προεκλογική εκστρατεία του Μπάιντεν, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το Πεκίνο «δεν σκοπεύει επί του παρόντος να παρέμβει μυστικά για να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών», αν και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο αλλαγής στάσης.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς του κ. Τραμπ «εντελώς αβάσιμους», υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν ομόφωνα καταλήξει πως η Κίνα δεν επιχείρησε να αλλάξει ούτε μία ψήφο στις εκλογές του 2020.
Παρά τους ισχυρισμούς του περί σοβαρών κενών στην εκλογική ασφάλεια, ο Τραμπ δεν παρουσίασε αποδείξεις ότι αλλοιώθηκαν ή χειραγωγήθηκαν ψήφοι στις εκλογές του 2020.
Δύο από τα τρία μεγάλα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, καθώς και το CNN, επέλεξαν να μην μεταδώσουν ζωντανά την ομιλία του από τα κύρια κανάλια τους, πρακτική που συνήθως επιφυλάσσεται μόνο για ομιλίες μείζονος εθνικής σημασίας.
Από την επιστροφή του στην προεδρία, τον Ιανουάριο του 2025, ο κ. Τραμπ έχει επιδιώξει να ενισχύσει τον ομοσπονδιακό έλεγχο στη διοίκηση των εκλογών, αρμοδιότητα που, σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, ανήκει κυρίως στις πολιτείες.
The post Ο Τραμπ επαναφέρει τους ισχυρισμούς περί κινεζικής παρέμβασης στις εκλογές του 2020 appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.