Τι γνώριζαν οι ΗΠΑ πριν από το πραξικόπημα στην Κύπρο

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1974, λιγότερο από δύο μήνες μετά το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο διευθυντής του Γραφείου Πληροφοριών και Έρευνας του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, William Hyland, απέστειλε στον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Henry Kissinger, ένα αποκαλυπτικό υπόμνημα.

Το έγγραφο έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Cyprus Coup Post Mortem» – «Αποτίμηση μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο» – και επιχειρούσε να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: τι γνώριζαν οι αμερικανικές υπηρεσίες πριν από την ανατροπή του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974 και πώς αντέδρασαν στις προειδοποιήσεις που είχαν στη διάθεσή τους;

Η απάντηση που προκύπτει από το ίδιο το αμερικανικό υπόμνημα είναι βαριά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην είχαν στα χέρια τους συγκεκριμένη πληροφορία για την ακριβή ημερομηνία εκδήλωσης του πραξικοπήματος, είχαν όμως, όπως αναφέρεται, αρκετά «προειδοποιητικά σημάδια» ώστε να δικαιολογείται αποφασιστική διπλωματική παρέμβαση.

Η παρέμβαση αυτή δεν έγινε ποτέ με την απαιτούμενη σαφήνεια.

Αντιθέτως, η αμερικανική αντίδραση χαρακτηρίζεται εκ των υστέρων στο υπόμνημα ως «αδύναμη και αναποφάσιστη», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η στάση της Ουάσιγκτον να ερμηνεύτηκε στην Αθήνα ως σιωπηρή ανοχή απέναντι στα σχέδια του επικεφαλής της ελληνικής χούντας, Δημήτριου Ιωαννίδη.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Η ένταση μεταξύ της Αθήνας και του Μακαρίου είχε αυξηθεί σημαντικά μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωαννίδη, τον Νοέμβριο του 1973.

Ο Ιωαννίδης θεωρούσε ότι ο Μακάριος στηριζόταν υπερβολικά στο κυπριακό κομμουνιστικό κίνημα, ότι είχε στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση και ότι απομακρυνόταν ολοένα περισσότερο από την επιρροή της Αθήνας.

Μετά τον θάνατο του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, ο Ιωαννίδης επιχείρησε, σύμφωνα με το αμερικανικό έγγραφο, να αποκτήσει τον έλεγχο της ΕΟΚΑ Β΄, αξιοποιώντας την Εθνική Φρουρά, η οποία διοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από αξιωματικούς που είχαν αποσπαστεί από τον ελληνικό στρατό.

Ο Μακάριος, από την πλευρά του, θεωρούσε την Εθνική Φρουρά εστία ανατροπής, απολύτως ελεγχόμενη από την Αθήνα. Για την προστασία του είχε δημιουργήσει το Εφεδρικό Σώμα, γνωρίζοντας, ωστόσο, ότι δεν μπορούσε να αντιπαρατεθεί στρατιωτικά με την Εθνική Φρουρά, η οποία αριθμούσε περίπου 10.000 άνδρες.

Ο Henry Kissinger, τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, βρισκόταν στο επίκεντρο της αμερικανικής διαχείρισης της κυπριακής κρίσης του 1974. Φωτογραφία: Pictures From History/Universal Images Group μέσω AAP

Η σύγκρουση άρχισε να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις τον Μάιο του 1974, όταν μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ αφαίρεσαν όπλα από αποθήκη της Εθνικής Φρουράς, πιθανότατα με τη συνεργασία αξιωματικών της.

Στις 17 Μαΐου, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών πρότεινε στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα να προσεγγίσει την ελληνική ηγεσία, συμπεριλαμβανομένου του Ιωαννίδη, και να εκφράσει την ανησυχία της Ουάσιγκτον για την πορεία των εξελίξεων στην Κύπρο.

Η πρεσβεία στην Αθήνα αντιτάχθηκε στην πρόταση.

Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι μια άμεση παρέμβαση προς τον Ιωαννίδη θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητική αντίδραση και να επηρεάσει τα αμερικανικά συμφέροντα ασφαλείας στην Ελλάδα.

Η αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία είχε διαφορετική άποψη. Στις 29 Μαΐου τάχθηκε υπέρ μιας έγκαιρης προσέγγισης της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στην Αθήνα, προειδοποιώντας ότι η συμμετοχή της Εθνικής Φρουράς σε μια κίνηση της ΕΟΚΑ Β΄ για την ανατροπή του Μακαρίου θα μπορούσε να προκαλέσει δυναμική αντίδραση της Τουρκίας.

Την ίδια ακριβώς ημέρα, η CIA μετέφερε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Ιωαννίδης πίστευε ότι η Ελλάδα μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο «με μικρή αιματοχυσία» και ότι η Τουρκία θα αποδεχόταν σιωπηρά ένα τέτοιο πραξικόπημα.

Ο Ιωαννίδης φέρεται να δήλωνε ότι δεν είχε ακόμη λάβει οριστική απόφαση, αλλά ότι μακροπρόθεσμα ο Μακάριος δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας, καθώς, κατά την άποψή του, οδηγούσε την Κύπρο στην επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης.

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΔΙΑΦΩΝΟΥΣΑΝ

Παρά τις πληροφορίες αυτές, η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα επανέλαβε στις 31 Μαΐου τις επιφυλάξεις της για μια διπλωματική παρέμβαση.

Επικαλέστηκε την κατάσταση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, την ένταση στο Αιγαίο και τον κίνδυνο να εμπλακούν οι ΗΠΑ σε μια κρίση που θα μπορούσε να κλιμακωθεί.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξακολουθούσε να θεωρεί επιθυμητή κάποια έκφραση αμερικανικής ανησυχίας, άφησε όμως τον τρόπο και την έντασή της στη διακριτική ευχέρεια της πρεσβείας.

Τελικά, οι αμερικανικές ανησυχίες μεταφέρθηκαν σε χαμηλό επίπεδο, στις 13 Ιουνίου, σε αρμόδιο υπάλληλο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.

Δεν επρόκειτο για άμεση και κατηγορηματική προειδοποίηση προς τον Ιωαννίδη.

Το ίδιο το μεταγενέστερο αμερικανικό υπόμνημα διερωτάται εάν ο επικεφαλής της χούντας εξέλαβε αυτή τη χαμηλών τόνων αντίδραση ως ένδειξη αδυναμίας ή ακόμη και ως απουσία πραγματικής αμερικανικής αντίθεσης στα σχέδιά του.

Ο ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΜΙΛΟΥΣΕ ΓΙΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

Οι πληροφορίες που έφθαναν στην Ουάσιγκτον κατά τον Ιούνιο ήταν αντιφατικές, αλλά επαναλάμβαναν σταθερά ένα ενδεχόμενο: την απομάκρυνση του Μακαρίου.

Στις 19 Ιουνίου, ο Ιωαννίδης φέρεται να δήλωνε ότι δεν είχε αποφασίσει εάν θα απέσυρε πλήρως τις ελληνικές δυνάμεις από την Κύπρο ή εάν θα ανέτρεπε τον Μακάριο και στη συνέχεια θα διαπραγματευόταν απευθείας με την Τουρκία για το μέλλον του νησιού.

Πίστευε μάλιστα ότι οι Τούρκοι θα συμφωνούσαν στην απομάκρυνση του Μακαρίου, τον οποίο θεωρούσαν αντίπαλό τους.

Στις 24 Ιουνίου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Henry Tasca, αναγνώρισε ότι είχε αρχίσει το πρώτο στάδιο μιας μετωπικής σύγκρουσης μεταξύ Μακαρίου και Ιωαννίδη.

Παρά την εκτίμησή του αυτή, συνέχιζε να αντιτίθεται σε άμεση αμερικανική παρέμβαση προς την ελληνική κυβέρνηση.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 28 Ιουνίου, η CIA ανέφερε ότι ο Ιωαννίδης επεξεργαζόταν σχέδιο έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση που ο Μακάριος οδηγούσε την αντιπαράθεση σε οριστική ρήξη.

Στις 29 Ιουνίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έδωσε τελικά εντολή στον πρέσβη Tasca να ενημερώσει τον Ιωαννίδη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιτίθεντο έντονα σε οποιαδήποτε βίαιη προσπάθεια απομάκρυνσης του Μακαρίου από την εξουσία.

Ο Tasca αρνήθηκε.

Σε απάντησή του την 1η Ιουλίου, υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε ήδη την αντίθεση των ΗΠΑ στη βία και πρότεινε να περιμένουν την εκτίμηση του νέου Αμερικανού πρέσβη στη Λευκωσία, Rodger Davies.

Αντί για απευθείας προειδοποίηση προς τον Ιωαννίδη, ο Tasca συνομίλησε με τον τυπικό Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Φαίδωνα Γκιζίκη, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για τη φερόμενη προσήλωση της Ελλάδας στις διακοινοτικές συνομιλίες και στην αποφυγή της βίας.

Ο πρέσβης θεώρησε ότι το μήνυμα θα μεταφερόταν στον Ιωαννίδη.

Ωστόσο, αργότερα η CIA πληροφορήθηκε ότι ο Ιωαννίδης είχε χαρακτηρίσει την πολιτική γραμμή του Tasca για την Κύπρο και το Αιγαίο «ιδιαίτερα ευχάριστη».

Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δείχνει ότι τα αμερικανικά μηνύματα δεν έγιναν αντιληπτά ως αυστηρή προειδοποίηση.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος απέστειλε επιστολή στον Γκιζίκη, ανακοινώνοντας την απόφασή του να μειώσει δραστικά τη δύναμη της Εθνικής Φρουράς και απαιτώντας την ανάκληση των Ελλαδιτών αξιωματικών.

Το αμερικανικό Γραφείο Πληροφοριών και Έρευνας εκτίμησε την ίδια ημέρα ότι η απόφαση του Μακαρίου να απομακρύνει περισσότερο από το 90% των αξιωματικών από την Ελλάδα θα προκαλούσε σύγκρουση με το καθεστώς Ιωαννίδη.

Οι εξελίξεις ήταν πλέον ραγδαίες.

Στις 5 Ιουλίου παραιτήθηκαν ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τετενές και δύο ακόμη ανώτερα στελέχη του υπουργείου. Σύμφωνα με τη CIA, ο Τετενές είχε προηγουμένως ταχθεί υπέρ μιας πιο διαλλακτικής στάσης απέναντι στον Μακάριο.

Στις 9 Ιουλίου, ο Κύπριος πρέσβης στην Ουάσιγκτον προειδοποίησε Αμερικανό αξιωματούχο ότι η Αθήνα δεν επρόκειτο να δεχθεί αδιαμαρτύρητα την επιστολή του Μακαρίου.

Στις 11 Ιουλίου, μόλις τέσσερις ημέρες πριν από το πραξικόπημα, η CIA εκτιμούσε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί απόπειρα της ελληνικής χούντας να απομακρύνει τον Κύπριο Πρόεδρο.

ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΑΝ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟ;

Στις 12 Ιουλίου, ο Αμερικανός πρέσβης στη Λευκωσία συναντήθηκε με τον Μακάριο.

Τον ενημέρωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταστήσει σαφές στην ελληνική κυβέρνηση πως η προσφυγή στη βία θα επιδείνωνε τα προβλήματα της Κύπρου και ότι η Αθήνα γνώριζε την αμερικανική αντίθεση σε ενέργειες που απειλούσαν τη σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, το υπόμνημα που συντάχθηκε μετά την καταστροφή θέτει ένα οδυνηρό ερώτημα: μήπως οι διαβεβαιώσεις αυτές καθησύχασαν υπερβολικά τον Μακάριο;

Στην πραγματικότητα, οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην Αθήνα είχαν υπάρξει περιορισμένες, χαμηλών τόνων και σε μεγάλο βαθμό έμμεσες.

Ο Μακάριος πληροφορήθηκε ότι η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε την αμερικανική θέση, χωρίς να γνωρίζει πόσο αδύναμα είχε στην πραγματικότητα διατυπωθεί αυτή η θέση.

Την ίδια ημέρα, στις 12 Ιουλίου, η CIA συγκέντρωσε πληροφορία σύμφωνα με την οποία ο Ιωαννίδης θεωρούσε ότι η ανατροπή του Μακαρίου θα προκαλούσε ανεξέλεγκτες συνέπειες.

Η πληροφορία έφθασε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις 15 Ιουλίου — την ημέρα που τα άρματα της Εθνικής Φρουράς επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο.

«ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ»

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο του εγγράφου βρίσκεται στο συμπέρασμά του.

Οι συντάκτες του αναγνωρίζουν ότι, παρά τον αντιφατικό και πιθανώς παραπλανητικό χαρακτήρα ορισμένων πληροφοριών, υπήρχαν άφθονα στοιχεία για την κλιμακούμενη κρίση και ότι το συνολικό βάρος των ενδείξεων παρέπεμπε σε επικείμενη ενέργεια του Ιωαννίδη εναντίον του Μακαρίου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά σε πληροφορία της CIA, σύμφωνα με την οποία, όταν ο Ιωαννίδης ρωτήθηκε αμέσως μετά το πραξικόπημα για τις πιθανές διεθνείς αντιδράσεις, φέρεται να απάντησε:

«Οι Αμερικανοί είναι εντάξει».

Κατά την αμερικανική εκτίμηση, ο Ιωαννίδης ενδέχεται να είχε συμπεράνει ότι διέθετε ελευθερία κινήσεων, τουλάχιστον όσο το πραξικόπημα παρουσιαζόταν ως εσωτερική ελληνοκυπριακή ή ενδοελληνική σύγκρουση και δεν έθετε αμέσως σε κίνδυνο την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Η ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Το υπόμνημα αποφεύγει να υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λάβει σαφή και συγκεκριμένη προειδοποίηση για την εκδήλωση του πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου.

Παραδέχεται, όμως, ότι υπήρχαν αρκετά σημάδια της επερχόμενης θύελλας ώστε να απαιτείται διπλωματική δράση.

Και καταλήγει ότι η δράση αυτή, εκ των υστέρων, υπήρξε «αδύναμη και αναποφάσιστη».

Η Ουάσιγκτον και η πρεσβεία της στην Αθήνα διαφωνούσαν για το πόσο αυστηρά έπρεπε να προειδοποιηθεί ο Ιωαννίδης. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ζητούσε παρέμβαση, αλλά η πρεσβεία αντιστεκόταν. Όταν τελικά μεταφέρθηκαν μηνύματα, αυτά ήταν έμμεσα, περιορισμένα και ανοιχτά σε διαφορετικές ερμηνείες.

Το αμερικανικό ενδιαφέρον εκείνη την περίοδο ήταν στραμμένο κυρίως στην ένταση Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο. Η Κύπρος θεωρούνταν πιθανό να παρασυρθεί σε μια ελληνοτουρκική σύγκρουση, αλλά όχι να αποτελέσει το σημείο από το οποίο αυτή θα ξεκινούσε.

Η λανθασμένη αυτή εκτίμηση, όπως αναγνωρίζεται στο έγγραφο, έκανε τις αμερικανικές υπηρεσίες λιγότερο ευαίσθητες στις εξελίξεις στην Κύπρο από όσο θα έπρεπε.

Το πραξικόπημα εκδηλώθηκε στις 15 Ιουλίου.

Πέντε ημέρες αργότερα, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο.

Το αποχαρακτηρισμένο αμερικανικό υπόμνημα δεν κλείνει τη συζήτηση για τον ρόλο της Ουάσιγκτον. Αντίθετα, την κρατά ανοιχτή.

Δείχνει μια υπερδύναμη που γνώριζε ότι η Κύπρος βάδιζε προς την έκρηξη, αλλά εγκλωβίστηκε σε εσωτερικές διαφωνίες, γεωπολιτικούς υπολογισμούς και μια διπλωματία τόσο ασαφή, ώστε ο Ιωαννίδης μπορούσε να πιστεύει πως οι Αμερικανοί δεν θα τον σταματούσαν.

Πηγή: Office of the Historian, U.S. Department of State, Foreign Relations of the United States, 1969–1976, Volume XXX, “Greece; Cyprus; Turkey, 1973–1976”, Document 148, “Cyprus Coup Post Mortem”, 10 Σεπτεμβρίου 1974.

The post Τι γνώριζαν οι ΗΠΑ πριν από το πραξικόπημα στην Κύπρο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.