Μια γιατρός δημόσιου νοσοκομείου κατήγγειλε σεξουαλική παρενόχληση, εργασιακό εκφοβισμό και αποκλεισμό από τα χειρουργεία και λίγους μήνες αργότερα κλήθηκε η ίδια να εξηγήσει γιατί είχε μειωθεί η χειρουργική της εμπειρία!
Το να καταγγείλει μια γυναίκα σεξουαλική παρενόχληση, αποτελεί πράξη που χρειάζεται τόλμη. Η υπόθεση που αποκαλύπτει σήμερα η Cyprus Times, όπως προκύπτει από ογκώδη αλληλογραφία, υπηρεσιακές επιστολές, νομικά υπομνήματα και έγγραφα διοικητικής έρευνας, που περιήλθαν στην κατοχή μας, έχει δύο όψεις που δεν μπορούν να εξεταστούν χωριστά. Από τη μια βρίσκονται σοβαρές καταγγελίες μιας γιατρού για παρενόχληση και επαγγελματική εξουδετέρωση και από την άλλη, τίθενται από συναδέλφους και τη διοίκηση του νοσοκομείου που εργάζεται, ζητήματα χειρουργικής επάρκειας και ασφάλειας των ασθενών. Αυτά τα ζητήματα… προέκυψαν μετά από συμβάν παρενόχλησης από διευθυντικό στέλεχος που ήταν προϊστάμενος της.
Ανάμεσα στις δύο όψεις βρίσκεται ένα πόρισμα διοικητικής έρευνας, το οποίο φέρεται να έχει ολοκληρωθεί, αλλά δεν έχει γνωστοποιηθεί στη γιατρό παρά τα επανειλημμένα αιτήματά της. Αυτό είναι και το κρισιμότερο κενό στην υπόθεση. Ο ΟΚΥΠΥ που διέταξε την έρευνα γνωρίζει τα ευρήματα, αλλά η εργαζόμενη που βρίσκεται στο επίκεντρο, όχι!
Για προφανείς λόγους, δεν αναφερόμαστε σε ονόματα, αλλά ούτε και στο Νοσοκομείο και την ειδικότητα των ιατρών.
Η καταγγελία που άνοιξε τον φάκελο
Η αρχή της αντιπαράθεσης ανάγεται, σύμφωνα με την εκδοχή της γιατρού, στο φθινόπωρο του 2024. Η ίδια καταγγέλλει ότι ο τότε διευθυντής της χειρουργικής κλινικής εκμεταλλεύθηκε τη θέση εξουσίας που κατείχε και εκδήλωσε απέναντί της σεξουαλικά παρενοχλητική και προσβλητική συμπεριφορά.
Σε μεταγενέστερο νομικό υπόμνημα περιγράφεται περιστατικό κατά το οποίο, όπως υποστηρίζεται, η γιατρός βρέθηκε παρά τη θέλησή της σε σκάφος του διευθυντή και, μετά τον απόπλου, δέχθηκε προτάσεις που απείχαν πολύ από τα όρια μιας επαγγελματικής σχέσης.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν το σημείο εκκίνησης της υπόθεσης.
Η γιατρός υποστηρίζει ότι μετά την απόκρουση της συμπεριφοράς ακολούθησαν ενέργειες επαγγελματικής απομόνωσης και σταδιακού περιορισμού της συμμετοχής της στα χειρουργεία. Κατά την ίδια, η πρακτική αυτή συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση του τότε διευθυντή, ιδιαίτερα όταν αυτή επέστρεψε από άδεια μητρότητας.
Στα έγγραφα της πλευράς της γίνεται λόγος για σχεδόν δύο χρόνια περιορισμένης χειρουργικής δραστηριότητας. Η γιατρός αναφέρει ότι, ενώ είχε εκπαιδευτεί και αποκτήσει εμπειρία στο εξωτερικό, βρέθηκε να αποκλείεται από περιστατικά, να μη λαμβάνει την απαιτούμενη καθοδήγηση και να καλείται να χειρουργεί χωρίς την επιστημονική συνεργασία που ζητούσε.
Το επιχείρημά της είναι απλό. Η χειρουργική εμπειρία διατηρείται με καθημερινή τριβή. Αν ένας χειρουργός μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός χειρουργείων, η εμπειρία του περιορίζεται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος ευθύνεται για τον αποκλεισμό και αν οι συνέπειές του μπορούν αργότερα να χρησιμοποιηθούν εναντίον εκείνου που αποκλείστηκε.
Η πρώτη επίσημη αναφορά
Φέτος, στις αρχές Φεβρουαρίου, η γιατρός υπέβαλε επίσημη αναφορά προς τις αρμόδιες υπηρεσίες. Έθεσε ζητήματα συμπεριφοράς προϊσταμένων, διαχείρισης των χειρουργικών καταλόγων, άρνησης επιστημονικής συνεργασίας και αποκλεισμού της από το βασικό αντικείμενο της εργασίας της.
Υποστήριξε ότι η υπόθεση δεν αφορούσε μια προσωπική διαφωνία μεταξύ γιατρών. Αφορούσε τον τρόπο λειτουργίας μιας χειρουργικής κλινικής και τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να έχει η έλλειψη συνεννόησης για τους ασθενείς.
Ακολούθησε, στα μέσα Μαρτίου, αναφορά του υπεύθυνου της κλινικής προς τη διοίκηση. Σε αυτήν εξέφραζε σοβαρές επιφυλάξεις για τη δυνατότητα της γιατρού να εκτελεί ικανοποιητικά τα καθήκοντα της ειδικής χειρουργού. Ο νυν υπεύθυνος της κλινικής, φέρεται ως στενός φίλος του πρώην διευθυντή, που καταγγέλλεται για την σεξουαλική παρενόχληση.
Για να στηρίξει τη θέση του επικαλέστηκε τέσσερα κλινικά περιστατικά μιας περιόδου περίπου τρεισήμισι μηνών. Μεταξύ άλλων αναφερόταν σε επέμβαση που χρειάστηκε συμπληρωματική παρέμβαση, σε περιστατικό κατάγματος για το οποίο ζητήθηκε μεταγενέστερη εξειδικευμένη εκτίμηση και σε χειρουργικές πράξεις που δεν ολοκληρώθηκαν από την ίδια μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο.
Η γιατρός απάντησε με πολυσέλιδο υπόμνημα. Αντέκρουσε κάθε περιστατικό χωριστά, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε προκύψει θάνατος, μόνιμη βλάβη, σοβαρή επιπλοκή ή καταγγελία ασθενούς. Ανέφερε επίσης ότι δυσκολίες και συμπληρωματικές παρεμβάσεις εμφανίζονται σε όλες τις χειρουργικές κλινικές και δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε επαγγελματική ανεπάρκεια.
Η ίδια υποστήριξε ακόμη ότι ανάλογα περιστατικά άλλων γιατρών είχαν αντιμετωπιστεί ως μέρος της καθημερινής ιατρικής πρακτικής, χωρίς να τεθεί θέμα καταλληλότητας. Κατά τη δική της θέση, υπήρξε διαφορετική μεταχείριση και συστηματική αναζήτηση λαθών αποκλειστικά στις δικές της πράξεις.
Τα προσωρινά μέτρα
Τον Απρίλιο η επιστημονική διεύθυνση του νοσοκομείου εισηγήθηκε την επιβολή προσωρινών μέτρων μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής έρευνας. Αποφασίστηκε ότι δεν θα ανατίθετο στη γιατρό οποιαδήποτε χειρουργική διαδικασία αποκλειστικά και ότι σε κάθε επέμβαση στην οποία θα συμμετείχε θα έπρεπε να παρίσταται δεύτερος χειρουργός.
Η διοίκηση υιοθέτησε την εισήγηση, διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για πρόσθετη δικλείδα ασφάλειας και ότι το μέτρο δεν προδίκαζε το αποτέλεσμα της έρευνας. Αργότερα διευκρινίστηκε ότι ο δεύτερος χειρουργός έπρεπε να διαθέτει την ίδια ειδικότητα και ίση ή μεγαλύτερη εμπειρία.
Το μέτρο, από μόνο του, μπορεί να δικαιολογηθεί ως προσωρινή ενέργεια πρόληψης σε μια χειρουργική κλινική. Το ερώτημα είναι κατά πόσο εφαρμόστηκε με τρόπο που προστάτευε τους ασθενείς χωρίς να μετατρέπεται σε έμμεση καταδίκη της γιατρού πριν από την έκδοση του πορίσματος.
Η γιατρός ζήτησε αντίγραφο της εισήγησης της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας και των εγγράφων πάνω στα οποία βασίστηκε. Παράλληλα ζήτησε να πληροφορηθεί ποια ακριβώς δεδομένα είχαν αξιολογηθεί για την επιβολή των περιορισμών.
Διοικητική έρευνα και κλειστός φάκελος
Στα τέλη Μαΐου διορίστηκε ερευνών λειτουργός, ο οποίος κάλεσε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα να καταθέσουν τις θέσεις τους. Η γιατρός υπέβαλε ένα εκτενές υπόμνημα δεκάδων σελίδων, με αναφορές σε συγκεκριμένα περιστατικά, μηνύματα, χειρουργικούς καταλόγους και υπηρεσιακές συναντήσεις.
Η διοικητική διερεύνηση ολοκληρώθηκε, σύμφωνα τουλάχιστον με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αλληλογραφία. Η γιατρός ζήτησε αντίγραφο του πορίσματος και του διοικητικού φακέλου.
Η απάντηση των εξωτερικών νομικών συμβούλων του ΟΚΥΠΥ ήταν αρνητική. Υποστήριξαν ότι το αίτημα στηριζόταν σε λανθασμένη και αόριστη νομική βάση και ότι ο φάκελος περιλάμβανε προσωπικά δεδομένα τρίτων.
Η πλευρά της γιατρού αντέτεινε ότι τα προσωπικά δεδομένα μπορούσαν να απαλειφθούν και να της δοθούν τουλάχιστον τα συμπεράσματα και τα σημεία που την αφορούσαν άμεσα. Επανήλθε με εξώδικη επιστολή, χωρίς όμως, να της δοθεί το πόρισμα.
Η επίκληση προσωπικών δεδομένων μπορεί να δικαιολογεί περιορισμούς στην πρόσβαση, δύσκολα όμως δικαιολογεί την πλήρη άγνοια ενός εργαζομένου για τα αποτελέσματα έρευνας που αφορά την επαγγελματική του επάρκεια, τη συμπεριφορά συναδέλφων και ενδεχομένως το μέλλον της εργασίας του.
Από την καταγγελία στην απολογία
Τον Ιούλιο προέκυψε νέο επεισόδιο με αφορμή την κάλυψη εφημερίας. Η επιστημονική διεύθυνση επέκρινε διατυπώσεις της γιατρού σύμφωνα με τις οποίες θα εκτελούσε την εφημερία κατόπιν ρητής εντολής και η διοίκηση θα έφερε την ευθύνη για την απόφαση. Η γιατρός απάντησε ότι δεν αρνήθηκε την εκτέλεση καθηκόντων, αλλά ενημέρωσε τη διοίκηση για συνθήκες τις οποίες θεωρούσε επικίνδυνες. Ζήτησε να ανακληθεί η επιστολή και κατηγόρησε τη διοίκηση ότι, αντί να απαντήσει στις αρχικές καταγγελίες, έστρεφε πλέον την έρευνα προς την ίδια.
Λίγες ημέρες αργότερα ενημέρωσε ότι, λόγω της μειωμένης εμπειρίας που είχε προκύψει από τον μακροχρόνιο αποκλεισμό της, θεωρούσε αναγκαία τη συνεργασία του υπεύθυνου της κλινικής σε ορισμένες επεμβάσεις.
Η απάντηση του υπεύθυνου ήταν ότι η συγκεκριμένη επέμβαση μπορούσε να πραγματοποιηθεί από έναν χειρουργό. Αν η γιατρός δεν μπορούσε να την εκτελέσει αυτόνομα, θα την αναλάμβανε ο ίδιος. Πρόσθεσε μάλιστα ότι, κατά την εκτίμησή του, η μεταξύ τους συνεργασία δεν διασφάλιζε την απαιτούμενη ασφάλεια του ασθενούς. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση καταγράφει πλέον εγγράφως ότι οι δύο γιατροί δεν μπορούν, κατά την άποψη του ενός, να συνεργαστούν με ασφάλεια μέσα στο χειρουργείο. Αυτό δεν αφορά απλώς τις προσωπικές τους σχέσεις. Αποτελεί ζήτημα διοίκησης, οργάνωσης της κλινικής και προστασίας των ασθενών.
Την επόμενη ημέρα η νομική υπηρεσία του ΟΚΥΠΥ ζήτησε από τη γιατρό να εξηγήσει τι εννοούσε με τον όρο «μειωμένη εμπειρία», σε ποιες επεμβάσεις χρειαζόταν βοήθεια και αν υπήρχαν ουσιώδη καθήκοντα τα οποία δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει αυτόνομα.
Η επιστολή κατέληγε με την επισήμανση ότι η γιατρός είχε προσληφθεί έχοντας αποδεχθεί ότι μπορούσε να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης της. Αν αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ο οργανισμός θα εξέταζε άλλες επιλογές για τη διασφάλιση της ευημερίας των ασθενών.
Σουρεαλιστικό αλλά πραγματικό. Η γιατρός υποστηρίζει ότι πρώτα αποκλείστηκε από τα χειρουργεία και στη συνέχεια κλήθηκε να απολογηθεί για τη μειωμένη εμπειρία που προκάλεσε ο αποκλεισμός. Η διοίκηση, από την πλευρά της, οφείλει να εξετάσει αν ένας χειρουργός μπορεί να εκτελεί με ασφάλεια τα καθήκοντά του. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η κατάσταση που τώρα καλείται να αξιολογήσει.
Καταγγελίες και για διαρροές
Η πλευρά της γιατρού προσέφυγε τελικά στην Επίτροπο Διοικήσεως, ζητώντας προσωρινά μέτρα προστασίας και επίσπευση της διερεύνησης. Στην προσφυγή περιλαμβάνονται καταγγελίες ότι πληροφορίες από τη διοικητική έρευνα και στοιχεία για την ταυτότητα μαρτύρων διέρρευσαν, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι που κατέθεσαν να υφίστανται δυσμενή μεταχείριση.
Και αυτοί οι ισχυρισμοί χρειάζονται ανεξάρτητη διερεύνηση. Αν επιβεβαιωθούν, το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο την προστασία μιας γιατρού, αλλά την αξιοπιστία κάθε εσωτερικής έρευνας. Κανένας εργαζόμενος δεν θα συνεργάζεται με ερευνητές όταν πιστεύει ότι την επόμενη ημέρα το περιεχόμενο της κατάθεσής του θα βρίσκεται στο γραφείο εκείνου για τον οποίο κατέθεσε.
Ο φάκελος που βρίσκεται στη διάθεσή μας περιλαμβάνει τις θέσεις της γιατρού και του δικηγόρου της, όπως επίσης υπηρεσιακές αποφάσεις, την καταγγελία του υπεύθυνου της κλινικής και επίσημες επιστολές της διοίκησης.
Δεν περιλαμβάνει το πόρισμα της διοικητικής έρευνας. Δεν περιλαμβάνει επίσης την πλήρη θέση του πρώην διευθυντή που καταγγέλλεται για παρενόχληση ούτε την ολοκληρωμένη απάντηση του ΟΚΥΠΥ στις αιτιάσεις περί αποκλεισμού και αντιποίνων.
Με βάση τα στοιχεία που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, προκύπτουν συγκεκριμένα ερωτήματα.
• Διερευνήθηκε ουσιαστικά η αρχική καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση;
• Εξετάστηκε αν ακολούθησαν αντίποινα;
• Γιατί η γιατρός περιορίστηκε για τόσο μεγάλο διάστημα από τη χειρουργική δραστηριότητα;
• Ποιος έλαβε αυτές τις αποφάσεις και με ποια επιστημονικά κριτήρια;
• Που κατέληξε η διοικητική έρευνα;
• Γιατί το πόρισμα δεν γνωστοποιείται, έστω με απόκρυψη των προσωπικών δεδομένων τρίτων;
• Και, κυρίως, πώς μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια μια χειρουργική κλινική όταν οι γιατροί της δηλώνουν εγγράφως ότι η μεταξύ τους συνεργασία μπορεί να θέτει σε κίνδυνο τους ασθενείς;
Αυτά τα ερωτήματα απαιτούν απαντήσεις από τη διοίκηση του Νοσοκομείου, της Κλινικής και τον ΟΚΥΠΥ. Η σιωπή δεν προστατεύει ούτε τη γιατρό ούτε τους συναδέλφους της ούτε το νοσοκομείο. Πολύ περισσότερο δεν προστατεύει τους ασθενείς, στο όνομα των οποίων γράφτηκαν σχεδόν όλες οι επιστολές της υπόθεσης.