Η Αμαλία Τραβασάρου και ο Θύμιος Χαραλαμπόπουλος συγκαταλέγονται στις προσωπικότητες της ελληνικής ομογένειας που ξεχωρίζουν για τη διαδρομή και την προσφορά τους.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους ανέπτυξαν έντονη κοινωνική και πολιτική δράση, τόσο στον τόπο καταγωγής τους όσο και στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης, όπου έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν επί σειρά ετών.
Αν δεν ήταν η Αμαλία, φερ’ ειπείν, σήμερα οι Ελληνοαυστραλοί που διαμένουν στην Ελλάδα δεν θα λάμβαναν το ποσοστό της σύνταξης που δικαιούνται από την Αυστραλία.
Αν δεν ήταν ο Θύμιος, οι ομογενείς δεν θα είχαν γνωρίσει από κοντά τον μοναδικό πολιτισμό των Αβορίγινων.
Ο Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, μαζί με άλλους Έλληνες της Αυστραλίας, αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, ενώ η Αμαλία Τραβασάρου δραστηριοποιήθηκε ενεργά για το Μακεδονικό ζήτημα. «Υπήρχε έντονη προπαγάνδα από πλευράς των Σκοπιανών στην Αυστραλία. Έπρεπε να κάνουμε κάτι για να αποκαταστήσουμε την αλήθεια», δήλωσε στον «Νέο Κόσμο» η κα Τραβασάρου.

Η Αμαλία και ο Θύμιος έχουν ακόμη ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι και οι δύο ποιητές. Αμφότεροι είναι μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας (Hellenic Writers’ Association), που ιδρύθηκε το 1992 στη Μελβούρνη και εκδίδει το δίγλωσσο περιοδικό «Ο Λόγος» (O Logos).
Σήμερα έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα. Αν και συνταξιούχοι, εξακολουθούν να παραμένουν ενεργοί πολίτες. Η τρίτη ηλικία δεν περιόρισε το ενδιαφέρον τους για τα κοινά.
Ας δούμε, όμως, τις ιστορίες τους ξεχωριστά, γιατί αξίζουν να ειπωθούν με κάθε λεπτομέρεια.
ΑΜΑΛΙΑ ΤΡΑΒΑΣΑΡΟΥ
Η Αμαλία Τραβασάρου (Βασιλειάδη) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Ο παππούς της ήταν Σμυρνιός έμπορος. Ο πατέρας της, σε ηλικία μόλις έντεκα ετών, έζησε την καταστροφή της Σμύρνης και αντίκρισε τη φρίκη στο λιμάνι της.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η πενταμελής οικογένεια εγκαταστάθηκε, το 1928, στη Νέα Χαλκηδόνα Αττικής. Χάρη στην οικονομική τους άνεση και την τεχνογνωσία που διέθεταν, οι Τραβασάροι κατάφεραν να ορθοποδήσουν γρήγορα, δημιουργώντας μια ακμάζουσα εμποροτεχνική επιχείρηση.

Η Αμαλία σπούδασε λογιστικά στην Ελλάδα και συνέχισε τις σπουδές της στην Ιταλία, όπου εκπαιδεύτηκε στη μηχανογράφηση.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, το 1972, η μητέρα της, με καταγωγή από τη Σάμο, επέμενε να ταξιδέψει στο νησί, προκειμένου να γνωρίσει τον αδελφό της, ο οποίος βρισκόταν εκεί για επίσκεψη.
Ο θείος της, που είχε μετοικήσει στην Αυστραλία το 1948, εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου, της ζήτησε να μεταβεί στη Μελβούρνη για να τον βοηθήσει «να βάλει μια τάξη στα λογιστικά του».
Η δουλειά του ήταν να προμηθεύει με τρόφιμα το «Πατρίς», ένα από τα ιστορικά πλοία του Οίκου Χανδρή, που μετέφεραν μετανάστες από και προς την Ευρώπη.
Εκείνη τη χρονιά, στη Σάμο, εκτός από την πρόταση για δουλειά, δέχθηκε και πρόταση γάμου. Τον επόμενο χρόνο αναχώρησε μαζί με τον σύζυγό της, Δημήτρη Βασιλειάδη, για τους Αντίποδες.
«Πάμε ένα ταξιδάκι αναψυχής», είχε πει τότε στον άντρα της, αποκαλύπτοντας μια πλευρά του χαρακτήρα της που διψούσε για περιπέτεια.
Η Αμαλία στάθηκε τυχερή. Έφτασε στην Αυστραλία σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή περίοδο για τους ομογενείς.
Στην εξουσία βρισκόταν ο πιο χαρισματικός και προοδευτικός πρωθυπουργός της νεότερης αυστραλιανής ιστορίας, ο Gough Whitlam.
Στα τρία χρόνια της διακυβέρνησής του (1972-1975), προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις που κατοχύρωναν την ισότητα και την ισονομία.

Ανάμεσά τους ήταν η νομοθεσία κατά των φυλετικών διακρίσεων και η επίσημη υιοθέτηση της πολυπολιτισμικότητας, σύμφωνα με την οποία οι πολιτισμικές διαφορές όχι μόνο γίνονταν αποδεκτές, αλλά και ενθαρρύνονταν ως στοιχείο εμπλουτισμού της αυστραλιανής κοινωνίας. Ο Whitlam, μάλιστα, έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους Έλληνες.
«Ήταν κοσμογονία. Δεν μου ήταν δύσκολο να ενσωματωθώ», θυμάται η ίδια. «Η κυβέρνηση Whitlam υποστήριζε τη συνύπαρξη των μεταναστών και όχι την αφομοίωσή τους στην αγγλοσαξονική κοινωνία. Τα παλαιότερα χρόνια ήταν δύσκολα για τους Έλληνες. Άκουγα φρικιαστικές ιστορίες ρατσιστικής βίας που κατέληγαν σε θανάτους. Η κατάσταση ήταν λίγο σαν την Άγρια Δύση», υπογραμμίζει.
Μέσα σε αυτό το κλίμα πολυπολιτισμικότητας ιδρύθηκε, το 1975, το Greek Week. Η ελληνική παράδοση άρχισε πλέον να αναδεικνύεται και να επευφημείται δημόσια.
«Ο σύζυγός μου συνεισέφερε κι εκείνος στις εκδηλώσεις της Ομογένειας. Ήταν χορευτής και δάσκαλος παραδοσιακών χορών. Ίδρυσε χορευτικό συγκρότημα και δίδασκε ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς στους απόδημους», περιγράφει η ίδια.

Η Αμαλία Βασιλειάδη, γνωστή στους κύκλους της Ομογένειας με το επίθετο του συζύγου, δεν έμεινε για πολύ καιρό κοντά στον θείο της. Άνοιξε τα φτερά της σε νέους ορίζοντες.
Σπούδασε υποκριτική και δημιούργησε παιδικό θίασο στη Μελβούρνη. Παράλληλα, ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες που εργάστηκαν στο ελληνόφωνο τμήμα του SBS, παρουσιάζοντας πολιτιστικές εκπομπές.
Έζησε δύο μεγάλες περιόδους στην Αυστραλία: από το 1973 έως το 1981 και, ξανά, από το 1988 έως το 1994.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 εγκαταστάθηκε οριστικά στην πατρίδα της, ύστερα από έκκληση των γονιών της και προκειμένου να διαχειριστεί τα περιουσιακά της στοιχεία. Είχε, εν τω μεταξύ, παντρευτεί για δεύτερη φορά και από τον δεύτερο γάμο της είχε αποκτήσει ένα παιδί.
Το 1981 εντάχθηκε στην Επιτροπή Τύπου της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας (ΕΓΕ), που είχε ιδρύσει η Μαργαρίτα Παπανδρέου, και συμμετείχε στην ίδρυση του Ελληνοαυστραλιανού Συνδέσμου Αθήνας.
«Ήταν η αρχή», τονίζει. «Είχαν ιδρυθεί και άλλα σωματεία στην Ελλάδα, δέκα στον αριθμό, που αγωνίζονταν για τα δικαιώματα των επαναπατρισμένων. Μάλιστα, με πρωτοβουλία του Συλλόγου της Πάτρας, σχηματίστηκε Ομοσπονδία», δηλώνει. «Σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχουν αντίστοιχοι σύλλογοι».
Η Αμαλία, άλλοτε από τη θέση της προέδρου και άλλοτε ως γραμματέας, έδωσε μεγάλο αγώνα για τη συνταξιοδότηση των επαναπατρισθέντων Ελληνοαυστραλών.
«Θέλαμε να βοηθήσουμε τους ηλικιωμένους να πάρουν τη σύνταξη που τους αναλογούσε από την Αυστραλία», αναφέρει.
Με συνεχείς παρεμβάσεις προς τις ελληνικές κυβερνήσεις και δημοσιεύματα στον Τύπο, κατάφερε να ασκηθεί σημαντική πίεση.
«Πιέζαμε από παντού. Ξεκινήσαμε το έργο μας επί ΠΑΣΟΚ και το ολοκληρώσαμε επί Νέας Δημοκρατίας, με τον Κώστα Καραμανλή», λέει γελώντας.
Ο Ελληνοαυστραλιανός Σύνδεσμος άσκησε πίεση ακόμη και προς την αυστραλιανή πρεσβεία, σε σημείο που διαταράχθηκαν οι σχέσεις της προέδρου με τον τότε πρέσβη της Αυστραλίας στην Ελλάδα. «Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Καταφέραμε έτσι να περάσει και το σχετικό νομοσχέδιο στην Αυστραλία».
Η Αμαλία Τραβασάρου (Βασιλειάδη) παραμένει δραστήρια ακόμη και σήμερα.
Στο προφίλ της στο Facebook δημοσιεύει πολιτικά ποιήματα, σχολιάζοντας την ελληνική επικαιρότητα.
Για να πάρετε μια εικόνα από το έργο της, παρατίθενται παρακάτω δύο στροφές από το νέο ποίημά της με τίτλο «Το Κίνημα των Πολιτών»:
Πλήθη ανθρώπων που είπανε… άλλο δεν το μπορούμε,
αυτός ο τόπος είν’ νεκρός, δεν ζούμε… θα χαθούμε…
Μέσα στην ανασφάλεια και μες στην κοροϊδία,
δεν είναι αυτό κυβέρνηση, δεν είν’ Δημοκρατία…
Και βγήκαν και το φώναξαν κι έγιναν ένα σώμα.
Νιώσαν πολίτες ξαφνικά, φωνή βγήκ’ απ’ το στόμα.
Έγινε κάλεσμα τρανό, σε όλη την Ελλάδα,
μια φωνή που λαχταρά να ανάψει πάλι η δάδα!
ΘΥΜΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ
Η ιστορία του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου είναι μια διαδρομή γεμάτη πολιτικές διώξεις, περιπέτεια, μετανάστευση και βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο.
Μια ζωή που σημαδεύτηκε από τη στρατιωτική χούντα στην Ελλάδα, πέρασε από τα ορυχεία οπάλιου της αυστραλιανής ερήμου, τους καταυλισμούς των Αβορίγινων και την ελληνική παροικία της Μελβούρνης, για να επιστρέψει, δεκαετίες αργότερα, στον τόπο όπου γεννήθηκε.
«Μετά τη στρατιωτική μου θητεία, εκεί στα είκοσι μου, αναγκάστηκα να φύγω στην Αυστραλία», θυμάται.
«Είχα περάσει ήδη από ένα στρατοδικείο λόγω των πολιτικών μου πεποιθήσεων και εκκρεμούσε ακόμη ένα. Ήμουν στους Λαμπράκηδες της Νίκαιας και καταφερόμουν κατά της Δικτατορίας. Την πρώτη φορά φυλακίστηκα στις Σέρρες. Πριν γίνει το δεύτερο στρατοδικείο, με βοήθησε ένας φίλος να δραπετεύσω από τη χώρα. Πήγαμε στην Πάτρα, από εκεί πέρασα στην Ιταλία και στη συνέχεια βρέθηκα στην Ινδία».

Ερωτώμενος τι πιστεύει ότι θα είχε συμβεί αν είχε παραμείνει στην Ελλάδα, απαντά χωρίς δισταγμό:
«Θα με είχαν σκοτώσει». Και, σχεδόν απολογητικά, συνοψίζει το κλίμα της εποχής: «Κοιτούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο».
Φτάνοντας στην Αυστραλία, δεν έμεινε αδρανής. Εντάχθηκε σε οργάνωση που αγωνιζόταν για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. «Εκεί γνώρισα άλλα νέα παιδιά που πολεμούσαν τη Χούντα. Οι Αυστραλοί, βέβαια, δεν μας έβλεπαν με καλό μάτι», υπογραμμίζει.
Η αναζήτηση ευκαιριών τον οδήγησε μακριά από τη Μελβούρνη. «Με μια παρέα Ελλήνων πήγαμε στην Αδελαΐδα και από εκεί στο Coober Pedy», λέει, εξηγώντας ότι το όνομα της περιοχής σημαίνει, στην τοπική γλώσσα των Αυτόχθονων, «Η Οπή των Λευκών».
Το Coober Pedy είναι παγκοσμίως γνωστό για την εξόρυξη οπάλιου, ενός πολύτιμου λίθου που συναντάται κυρίως στην Αυστραλία. Σχεδόν σε κάθε ελληνοαυστραλιανή οικογένεια θα βρείτε χρυσά κοσμήματα διακοσμημένα με οπάλια.
«Μια φορά ένας Έλληνας βρήκε έναν βράχο και έκανε την καλή», θυμάται. «Ελπίζαμε να συμβεί και σε εμάς το ίδιο, αλλά δεν βρίσκαμε παρά μόνο μικρά κομματάκια χωρίς αξία. Κασμάδες, κομπρεσέρ… τα βαρεθήκαμε. Ύστερα από 17 μήνες αποφασίσαμε να φύγουμε».

Κατά τη διαμονή του στο Coober Pedy γνώρισε έναν Αβορίγινα, τον Τζέραλντ (σήμερα δεν ζει πια) και γινήκανε φίλοι. Αυτή η γνωριμία του άλλαξε τη ζωή. «Ήταν να επιστρέψουμε στην Αδελαΐδα, αλλά μας κάλεσε να μείνουμε στον καταυλισμό του. Είπαμε να μείνουμε δύο-τρεις μέρες, αλλά τελικά καθίσαμε 172 μέρες!», αφηγείται.
Οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες. «Λαμαρίνες, παλιομουσαμάδες. Ήταν μεγάλη περιπέτεια». Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε αργότερα τη βάση του βιβλίου του με τίτλο «Το αλώβητο χτες στο αφιλόξενο σήμερα».
«Ήταν οι καλύτεροι άνθρωποι που έχω γνωρίσει. Δεν υπήρχε η αίσθηση της ατομικότητας. Δεν έχουν ατομική περιουσία. Είναι δεμένοι με τη γη. Όταν πήγαμε, μας υποδέχτηκαν σαν αδέρφια τους».

Σχετικά με το τι του δίδαξε αυτή η εμπειρία δήλωσε:
«Να μη ζητάμε πολλά πράγματα από τη ζωή. Να είμαστε αγαπημένοι με τους άλλους».
Επιστρέφοντας στη Μελβούρνη εργάστηκε σε εργοστάσιο υφασμάτων και ενδυμάτων, ιδιοκτησίας Εβραίου επιχειρηματία.
«Δούλευαν εκεί 130 μοδίστρες», θυμάται.
Στο εργοστάσιο παρέμεινε περίπου δώδεκα χρόνια. Προηγουμένως είχε κάνει κάθε είδους δουλειά: στην οικοδομή, στην καθαριότητα. Παράλληλα, δίδασκε σε ελληνικά σχολεία της Αυστραλίας, συμβάλλοντας στη διατήρηση της γλώσσας και της ταυτότητας της Ομογένειας.
Στο μεταξύ παντρεύτηκε και απέκτησε δύο κόρες. Στα πενήντα του πήρε ακόμη μία μεγάλη απόφαση: να σπουδάσει Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του New England. Αποφοίτησε το 1999 και στη συνέχεια εργάστηκε επί μία δεκαετία σε κλινική που φιλοξενούσε παραβατικά άτομα, ανάμεσά τους και ανθρώπους ελληνικής καταγωγής.

Άνθρωπος των γραμμάτων ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δράση. Διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων της Αυστραλίας (ΣΕΛΣΑ). Το 2016 διοργάνωσε, για πρώτη φορά στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης, εκδήλωση αφιερωμένη στους αυτόχθονες κατοίκους της Αυστραλίας με θέμα «Ιθαγενείς – Αβορίγινες: από την εποχή του Ονείρου έως σήμερα».
Όταν συνταξιοδοτήθηκε, αποφάσισε να επιστρέψει στην Κυπαρισσία, το μέρος καταγωγής του. «Είναι όπως την άφησα πριν από πενήντα χρόνια. Είναι μια απέραντη ομορφιά», λέει, που σήμερα κλείνει τέσσερα χρόνια διαμονής στην Ελλάδα. Ωστόσο, δεν κρύβει την απογοήτευσή του για την εικόνα που συναντά στην καθημερινότητα. Έχοντας αποκτήσει αυστραλιανές συνήθειες, ενοχλείται από την έλλειψη φροντίδας των δημόσιων χώρων.
Αναφέρει χαρακτηριστικά την κατάσταση ενός σιντριβανιού στην κεντρική πλατεία, γεμάτου πλαστικά μπουκάλια. «Γιατί δεν αγαπάτε τον τόπο σας;» λέει συχνά στους συγχωριανούς του όταν βλέπει εικόνες εγκατάλειψης. «Ο Έλληνας δεν έχει παιδεία», καταλήγει.
Βλέποντας την ελληνική πραγματικότητα, εκφράζει την ανησυχία του για την ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου. «Σε δέκα χρόνια δεν θα υπάρχουν χέρια να μαζεύουν τις ελιές. Κάθε χρόνο φεύγουν 30 με 40 χιλιάδες παιδιά για το εξωτερικό».
Οι δύο κόρες του εξακολουθούν να ζουν στη Μελβούρνη. Η μία είναι ψυχολόγος, ενώ η άλλη σπούδασε να γίνει εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αν και δεν ασκεί το επάγγελμα. Μαζί, του χάρισαν έξι εγγόνια.
Στο αναπόφευκτο ερώτημα «Ελλάδα ή Αυστραλία;», ο κ. Χαραλαμπόπουλος απαντά με απόλυτη φυσικότητα:
«Τις αγαπώ και τις δύο χώρες».
The post Δύο ζωές, μια διαδρομή προσφοράς στον Ελληνισμό της Αυστραλίας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.