«Λάθος που στοιχίζει ακριβά» η συμφωνία για τον GST

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε το 2018 με τη Δυτική Αυστραλία για τον GST επί Scott Morrison και την οποία ο Anthony Albanese δεσμεύτηκε να μην αλλάξει, βάζει εκ νέου φωτιά στις διαπολιτειακές κόντρες και δημιουργεί ισχυρό πολιτικό πονοκέφαλο για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση

Η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής Παραγωγικότητας (Productivity Commission) χαρακτηρίζει τα συμφωνηθέντα πριν έξι χρόνια ως ένα «λάθος που στοιχίζει ακριβά» και προκαλεί ανισότητες μεταξύ των Πολιτειών και των Περιοχών.

Όπως αναφέρεται, οι φορολογούμενοι σε όλη τη χώρα καταβάλλουν δισ. δολάρια τον χρόνο για να ενισχύσουν τα «ήδη γεμάτα ταμεία» της Δυτικής Αυστραλίας.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καλεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, εάν δεν επιθυμεί να καταργήσει πλήρως τη συμφωνία, να βρει «λιγότερο επιζήμιο» τρόπο να προχωρήσει με την επίλυση του ζητήματος της μοιρασιά των χρημάτων του κρατικού κορβανά τα οποία προέρχονται από τον GST.

«Οι αλλαγές του 2018 επιχείρησαν να πετύχουν πάρα πολλά και απομακρύνθηκαν υπερβολικά από τον βασικό στόχο του συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που είναι πλέον πιο περίπλοκο, λιγότερο συνεκτικό και πιο δαπανηρό» επισημαίνεται στην ενδιάμεση έκθεση.

Σχολιάζοντας τα συμπεράσματα οι υπόλοιπες Πολιτείες έκαναν λόγο για «δικαίωση», επαναλαμβάνοντας τα αιτήματά τους για αλλαγές.

Ωστόσο, ο πρωθυπουργός της Δυτικής Αυστραλίας, Roger Cook, απάντησε με… επίθεση μιλώντας για «κλόουν της ανατολικής ακτής» και προειδοποίησε ότι η Πολιτεία του δεν πρόκειται να δεχθεί να πληρώσει «τίμημα» για την οικονομική της επιτυχία.

Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η συμφωνία του 2018 επιβάρυνε τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό κατά 23 δισ. δολάρια τα πρώτα έξι χρόνια -αντι αρχικής προβλέψης για 5 δισ. δολάρια- εκ των οποίων τα 22 δισ. δολάρια κατέληξαν στη Δυτική Αυστραλία.

Αναφέρεται ότι η Δυτική Αυστραλία έλαβε αρκετά έσοδα από τον GST ώστε να καλύψει το 113% των εκτιμώμενων δημοσιονομικών αναγκών της για το 2024-25, έναντι 98% για τις άλλες Πολιτείες, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κάλυψε το υπόλοιπο 2%.

Και «χτυπάει καμπανάκι» ότι το κόστος αυτό θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον, ενώ η συμφωνία επιδεινώνει τις ανισότητες μεταξύ των Πολιτειών.

Οι ηγέτες της Δυτικής Αυστραλιας επιμένουν ότι αυτά τα χρήματα έχουν «υπερκαλυφθεί» μέσω των εταιρικών φόρων και άλλων φορολογικών εσόδων που επιστρέφουν στη χώρα και ότι η Πολιτεία δικαιούται τα επιπλέον δισεκατομμύρια, ώστε να συμβάλλει στην ευημερία της Αυστραλίας.

ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΝΤΡΑΣ

Ο υπουργός Οικονομικών της Νότιας Αυστραλίας, Tom Koutsantonis, χαρακτήρισε την υπάρχουσα συμφωνία για την κατανομή του GST ως «απαράδεκτη».

«Δεν θέλουμε να θέσουμε σε μειονεκτική θέση τη Δυτική Αυστραλία, αλλά ούτε θέλουμε μία Πολιτεία να έχει άδικο πλεονέκτημα έναντι όλων των υπολοίπων. Συμφωνούμε με την Επιτροπή Παραγωγικότητας για το πώς θα μπορούσε να είναι ένα πραγματικά δικαιότερο σύστημα», δήλωσε.

Ο υπουργός Οικονομικών της Βικτώριας, Colin Brooks, σχολίασε ότι τα ευρήματα της ενδιάμεσης έκθεσης «επιβεβαιώνουν ακριβώς όσα λέει η Βικτώρια εδώ και χρόνια και χαιρόμαστε που αυτό αναγνωρίζεται…».

«Το ισχύον σύστημα δεν λειτουργεί και οι αλλαγές του 2018 θα πρέπει να καταργηθούν».

Επίσης, ο υπουργός Οικονομικών της Νέας Νότιας Ουαλίας, Daniel Mookhey, έκανε λόγο για μια ιστορική έκθεση, ενώ χαρακτήρισε «δαπανηρή αποτυχία» την τρέχουσα συμφωνία για τον GST.

«Ένας Αυστραλός που ζει στο Cabramatta του Σίδνεϊ, στο Carlton της Βικτώριας, στο Coober Pedy της Νότιας Αυστραλίας ή στο Cairns του Κουίνσλαντ αξίζει την ίδια στήριξη από την κυβέρνησή του με έναν Αυστραλό που ζει στο Cottesloe της Δυτικής Αυστραλίας», είπε.

Ο ομόλογός του στο Κουίνσλαντ, David Janetzki, δήλωσε ότι το ισχύον σύστημα είναι «άδικο» και οδηγεί σε «στρεβλά αποτελέσματα».

«Ο (ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομικών) Jim Chalmers, έχει πλέον μια ξεκάθαρη επιλογή. Μπορεί να συνεχίσει να υπερασπίζεται ένα κατεστραμμένο σύστημα ή, επιτέλους, να υπερασπιστεί την Πολιτεία καταγωγής του και το εθνικό συμφέρον», τόνισε.

Η κυβέρνηση της Δυτικής Αυστραλίας απέρριψε την έκθεση ως έργο «κλόουν της ανατολικής ακτής», ενώ μίλησε επίσης «γκρινιάρηδες της ανατολικής ακτής».

«Οι αλλαγές θα τιμωρούσαν τη Δυτική Αυστραλία για την επιτυχία της, απλώς και μόνο για να στηρίξουν άλλες ‘τεμπέλικες’ Πολιτείες», δήλωσε πρωθυπουργός της Δυτικής Αυστραλίας, Roger Cook.

«Όσον αφορά την Επιτροπή Παραγωγικότητας, δεν υπάρχει ούτε ένας εκπρόσωπος από τη Δυτική Αυστραλία και είναι σαφές από την έκθεσή τους ότι δεν καταλαβαίνουν τη Δυτική Αυστραλία».

Ο κ. Cook απέρριψε το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το σύστημα υπονόμευε τον βασικό σκοπό του μοντέλου κατανομής του GST: να διασφαλίζει ότι όλες οι Πολιτείες διαθέτουν την απαραίτητη δημοσιονομική δυνατότητα ώστε να προσφέρουν στους πολίτες παρόμοιο επίπεδο υπηρεσιών και υποδομών.

Η υπουργός Οικονομικών της Δυτικής Αυστραλίας, Rita Saffioti, επανέλαβε πως αν υπάρξουν αλλαγές, θα τιμωρηθεί η Πολιτεία της επειδή «κάνει τη δουλειά και αναπτύσσει τα έργα που στηρίζουν… την οικονομική ανάπτυξη σε εθνικό επίπεδο και την τελική δημοσιονομική θέση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης».

Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης της Πολιτείας, Basil Zempilas, επιτέθηκε επίσης στον ομοσπονδιακό πρωθυπουργό:

«Ο Anthony Albanese, ο οποίος έκανε πίσω για το negative gearing, ο οποίος έκανε πίσω για τον φόρο επί των κεφαλαιακών κερδών».

«Πώς μπορεί οποιοσδήποτε Δυτικοαυστραλός να τον εμπιστευτεί ότι δεν πρόκειται να κάνει πίσω σε αυτό που είναι σωστό για τους κατοίκους της Δυτικής Αυστραλίας, όταν πρόκειται για το μερίδιό μας από τον GST;».

O GST ΚΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ 2018

Ο Φόρος Αγαθών και Υπηρεσιών (Goods and Services Tax – GST ή ΦΠΑ πιο απλά) εισπράττεται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και κατανέμεται μεταξύ των Πολιτειών και των Περιοχών, αποτελώντας σημαντικό μέρος των εσόδων τους.

Αντί να κατανέμεται ισόποσα κατά κεφαλήν, τα χρήματα διανέμονται με βάση μια αξιολόγηση των αναγκών — μια αρχή που ονομάζεται «οριζόντια δημοσιονομική εξισορρόπηση» (horizontal fiscal equalisation).

Μια «φόρμουλα» που υπολογίζεται από την ανεξάρτητη Commonwealth Grants Commission αξιολογεί κάθε Πολιτεία και Περιοχή με βάση το επίπεδο των αναγκών του πληθυσμού της για δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και την ίδια τη δυνατότητά της να αντλεί έσοδα από μισθούς, δικαιώματα εξόρυξης ή άλλους πολιτειακούς φόρους.

Η λογική είναι ότι τα χρήματα που συγκεντρώνει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα πρέπει να κατανέμονται με τρόπο που να διασφαλίζει ότι οι πολίτες, όπου κι αν ζουν, μπορούν να αναμένουν αντίστοιχο επίπεδο παροχής υπηρεσιών.

Σε κάθε Πολιτεία αποδίδεται κάθε χρόνο ένας βαθμός, ή «σχετικότητα» (relativity), με βάση το 1. Μια Πολιτεία με βαθμό 2 θεωρείται ότι έχει σχετικά υψηλές ανάγκες ή χαμηλή δημοσιονομική δυνατότητα και λαμβάνει το διπλάσιο του κατά κεφαλήν μεριδίου της. Μια Pολιτεία με βαθμό 0,5 λαμβάνει το μισό του κατά κεφαλήν μεριδίου.

Η «φόρμουλα» αυτή ήταν ανέκαθεν αντικείμενο διαμάχης, αλλά το ζήτημα έγινε ιδιαίτερα έντονο σε σχέση με τη Δυτική Αυστραλία, όταν οι διαδοχικές μεταλλευτικές «εκρήξεις» την κατέστησαν με μεγάλη διαφορά την πλουσιότερη Πολιτεία της χώρας, με αποτέλεσμα να έχει πολύ χαμηλή «σχετικότητα» GST, καθώς αξιολογούνταν ότι είχε υψηλή δημοσιονομική δυνατότητα.

Το 2018, η «λύση» του κ. Morrison ήταν να επιβάλει ένα κατώτατο όριο (floor) στον βαθμό σχετικότητας που θα μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε Πολιτεία ή Περιοχή.

Ως αποτέλεσμα, καμία δε θα μπορούσε να λάβει λιγότερο από το 75% του κατά κεφαλήν μεριδίου της —δηλαδή βαθμό 0,75— ή από ό,τι λάμβαναν η Βικτώρια και η Νέα Νότια Ουαλία.

Στην πράξη, επισήμανε η Επιτροπή Παραγωγικότητας μόνο η Δυτική Αυστραλία έχει επωφεληθεί σταθερά από αυτό το κατώτατο όριο, έχοντας λάβει συνολικά 22 δισ. δολάρια περισσότερα κατά την περίοδο 2018-19 έως 2024-25 από όσα θα είχε λάβει διαφορετικά.

Το ποσό αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο από τις αρχικές προβλέψεις, κυρίως επειδή τα έσοδα από τον μεταλλευτικό τομέα παρέμειναν υψηλά.

Επειδή το συνολικό ποσό που διανέμεται μέσω του GST προέρχεται από ένα «κοινό ταμείο» (fixed pool), το όφελος μιας Πολιτείας σημαίνει απώλεια για κάποια άλλη.

Για να αποτραπεί η μείωση των εσόδων των υπόλοιπων Πολιτειών, ο κ. Morrison θέσπισε μια «εγγύηση μη χειροτέρευσης» (no worse-off guarantee), με πρόσθετες πληρωμές από τα γενικά ομοσπονδιακά έσοδα για την αποζημίωση των άλλων Πολιτειών και Περιοχών.

Η εγγύηση αυτή επρόκειτο αρχικά να λήξει το 2026, αλλά πλέον έχει παραταθεί έως το 2029.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η «φόρμουλα» κατανομής του GST ήταν ιδιαίτερα «ευάλωτη» στις μεταβολές των εσόδων από τον μεταλλευτικό τομέα, τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένα στη Δυτική Αυστραλία και το Κουίνσλαντ.

Ωστόσο, επισήμανε ότι το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τροποποίηση της «φόρμουλας».

Με την προϋπόθεση αυτής της τροποποίησης, την οποία θα παρουσιάσει λεπτομερέστερα στην τελική της έκθεση, η Επιτροπή συνέστησε στην κυβέρνηση να καταργήσει τη συμφωνία Morrison και να επιστρέψει στις ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν από το 2018.

Αναγνωρίζοντας, ωστόσο, το τεταμένο πολιτικό κλίμα γύρω από τη συμφωνία, παρουσίασε δύο «λιγότερο επιθυμητές» επιλογές για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, σε περίπτωση που «δεν προτίθεται» να την καταργήσει.

Η πρώτη θα ήταν η επιστροφή στις ρυθμίσεις πριν από το 2018, αλλά με ένα ξεχωριστό σύστημα που θα προβλέπει «άμεσες και διαφανείς πληρωμές» από έσοδα εκτός GST προς οποιαδήποτε Πολιτεία θεωρείται ότι έχει τιμωρηθεί άδικα λόγω των ισχυρών οικονομικών της επιδόσεων.

Με το ισχύον σύστημα, το μερίδιο της Δυτικής Αυστραλίας από τον GST θα αυξανόταν εάν η Νέα Νότια Ουαλία ή η Βικτώρια πλήττονταν από πλημμύρα.

Όπως και το ισχύον σύστημα, αυτό στην πράξη θα σήμαινε περισσότερα χρήματα για τη Δυτική Αυστραλία. Σε αντίθεση όμως με το σημερινό σύστημα, δεν θα γινόταν εις βάρος των άλλων Πολιτειών και Περιοχών και δεν θα απαιτούσε τις πληρωμές αποζημίωσης στο πλαίσιο της «εγγύησης μη χειροτέρευσης».

Η Επιτροπή έκρινε ότι αυτή η πτυχή της συμφωνίας —το γεγονός ότι οι άλλες Πολιτείες και οι Περιοχές πρέπει να χάνουν προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της Δυτικής Αυστραλίας— είναι ένα από τα πιο προβληματικά στοιχεία των σημερινών ρυθμίσεων και οδηγεί σε «στρεβλά αποτελέσματα».

«Το σύστημα GST βασίζεται πλέον σε δύο διαφορετικά σύνολα κανόνων: ένα για τις Πολιτείες που βρίσκονται σε καλύτερη δημοσιονομική θέση από τη Βικτώρια και τη Νέα Νότια Ουαλία, όπως η Δυτική Αυστραλία, και ένα άλλο για όλους τους υπόλοιπους», δήλωσε η Επίτροπος και συντάκτρια της έκθεσης, Angela Jackson.

«Εάν μια Πολιτεία όπως η Νότια Αυστραλία βελτιώσει τη δημοσιονομική της θέση, λαμβάνει λιγότερο GST επειδή θεωρείται ότι τον έχει λιγότερη ανάγκη. Εάν η Δυτική Αυστραλία βελτιώσει τη δημοσιονομική της θέση, είτε δεν χάνει καθόλου GST είτε ενδέχεται να λάβει ακόμη περισσότερο».

Η Επιτροπή υπολόγισε το συνολικό κόστος αυτής της επίδρασης σε 47 δισ. δολάρια —το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί σε κάθε άλλη Πολιτεία και Περιοχή προκειμένου να αποκτήσει το ίδιο επίπεδο δημοσιονομικής δυνατότητας που «απολαμβάνει» σήμερα η Δυτική Αυστραλία βάσει της συμφωνίας.

«Μόνο η Δυτική Αυστραλία έχει επωφεληθεί από τις μεταρρυθμίσεις… εις βάρος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης», επισημαίνεται στην έκθεση.

Η εναλλακτική λύση της Επιτροπής, εάν η κυβέρνηση δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να επιστρέψει στις ρυθμίσεις πριν από το 2018, θα ήταν να διατηρήσει το κατώτατο όριο, αλλά να το καθορίσει αποκλειστικά στο 0,75, αντί να το συνδέσει με τα αποτελέσματα της Νέας Νότιας Ουαλίας και της Βικτώριας.

Ο αναπληρωτής πρόεδρος της Επιτροπής Alex Robson δήλωσε σχετικά:

«Οι αλλαγές του 2018 σε μεγάλο βαθμό δεν πέτυχαν τους στόχους τους και κόστισαν περισσότερο από τέσσερις φορές πάνω από τις αρχικές προβλέψεις».

«Το σύστημα θα πρέπει να επανέλθει στον βασικό του σκοπό: να διασφαλίζει ότι όλες οι Πολιτείες και οι Περιοχές μπορούν να προσφέρουν στους Αυστραλούς παρόμοιο επίπεδο υπηρεσιών και υποδομών, ανεξάρτητα από το πού ζουν».

ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η κυβέρνηση Albanese έχει διατηρήσει τη συμφωνία για τη Δυτική Αυστραλία, όπου οι πολιτικοί σύμμαχοί του από το Εργατικό Κόμμα βρίσκονται στην εξουσία.

Ο κ. Albanese δήλωσε στα τέλη της περασμένης εβδομάδας ότι η Δυτική Αυστραλία θα «λάβει δίκαιο μερίδιό της» (get (its) fair share) από τον GST.

Ωστόσο, επισήμανε ότι θα περιμένει την τελική έκθεση της Επιτροπής τον Δεκέμβριο προτού σχολιάσει περαιτέρω συγκεκριμένα ζητήματα.

Ο «σκιώδης υπουργός» Οικονομικών Tim Wilson υπερασπίστηκε τη συμφωνία GST με τη Δυτική Αυστραλία, υποστηρίζοντας ότι επιβραβεύει τις Πολιτείες που αναπτύσσουν τις οικονομίες τους και αξιοποιούν τους φυσικούς τους πόρους.

«Το 2024, ο Anthony Albanese στάθηκε στο Περθ και έγραψε «ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟ GST ΤΗΣ Δ.Α.» πάνω στο χέρι ενός δημοσιογράφου, δηλώνοντας ότι δεν υπήρχαν περιστάσεις υπό τις οποίες θα άλλαζε ποτέ τη συμφωνία της Δυτικής Αυστραλίας για τον GST».

«Γνωρίζουμε ότι έχει προδώσει τον αυστραλιανό λαό 50 φορές και πλέον, παρά τις δεσμεύσεις του ότι δεν θα επιβάλει νέους φόρους, και έτσι οι κάτοικοι της Δυτικής Αυστραλίας περιμένουν τώρα να δουν αν έχει κάνει και μια ‘αλλαγή πολιτικής’ όσον αφορά τον GST».

«Ο πρωθυπουργός θα πρέπει να επαναδεσμευτεί άμεσα στη δέσμευσή του του 2024. Διαφορετικά, θα επιβεβαιωθεί ότι για ακόμη μία φορά παίζει τα ολισθηρά και ύπουλα παιχνίδια του».

Ο πρωθυπουργός της Δυτικής Αυστραλίας ανέφερε ότι ο ομοσπονδιακός πρωθυπουργός τον διαβεβαίωσε σε τηλεφωνική επικοινωνία ότι οι ισχύουσες ρυθμίσεις θα παραμείνουν σε ισχύ.

Είπε ότι εάν εφαρμοστούν οι συστάσεις της έκθεσης, η Δυτική Αυστραλία θα χάσει από 1 έως 6 δισ. δολάρια κάθε χρόνο, θέτοντας σε κίνδυνο το δημοσιονομικό πλεόνασμα των 2,4 δισ. δολαρίων της Πολιτείας.

Λίγο νωρίτερα είχε χαρακτηρίσει τα συμπεράσματα της ενδιάμεσης έκθεσης «ύποπτα, δόλια και, για να λέμε την αλήθεια, ηλίθια».

Τα επόμενα βήματα είναι θέμα πολιτικής. Η πολιτική ήταν αυτή που έφερε την ομοσπονδία σε αυτό το χάος και σχεδόν σίγουρα η πολιτική θα είναι αυτή που θα αποφασίσει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Η κα Saffioti μιλώντας στο ABC ανέφερε ότι «η προσπάθεια να ξετυλίξουμε αυτή τη συμφωνία θα βλάψει τη Δυτική Αυστραλία».

Επισήμανε επίσης ότι η συμφωνία του 2018 είναι κατοχυρωμένη με νόμο, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και αν οι Εργατικοί θέλουν να την αλλάξουν, θα χρειαζόταν τη συμφωνία των Πράσινων ή των Φιλελεύθερων.

Αν όμως όλα πάνε στραβά; «Είναι δελεαστική η απόσχιση;» ρώτησε ένας δημοσιογράφος τον κ. Cook.

«Κάθε πρωθυπουργός της Δυτικής Αυστραλίας το σκέφτεται από καιρό σε καιρό», απάντησε ο πολιτειακός πρωθυπουργός.

«Αλλά δεν αποτελεί επιλογή. Δεν θέλουμε να είμαστε χωριστά από την υπόλοιπη Αυστραλία. Απλώς πιστεύουμε ειλικρινά ότι δεν θα πρέπει να τιμωρούμαστε επειδή σηκώνουμε το μεγαλύτερο βάρος της οικονομικής δραστηριότητας».

The post «Λάθος που στοιχίζει ακριβά» η συμφωνία για τον GST appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.