Νέο «καμπανάκι» για τη ζέστη

Ο χειμώνας καλά κρατεί ακόμη —ιδίως τα πρωινά, όταν ο υδράργυρος παραμένει κάτω από τους 10 βαθμούς Κελσίου—, ωστόσο, καθώς προβλέπεται και για την Αυστραλία ένα ζεστό καλοκαίρι, υπό την επίδραση ενός ισχυρού El Niño, αυξάνεται και ο κίνδυνος θερμικής καταπόνησης.

Καθώς περνούν τα χρόνια, το ανθρώπινο σώμα δεν είναι πλέον σε θέση να αντιμετωπίζει τη ζέστη τόσο καλά όσο στο παρελθόν.

Οι ειδικοί έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για τους κινδύνους που εγκυμονεί η υπερβολική ζέστη, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους.

Μια νέα μελέτη, ωστόσο, έρχεται να δείξει ότι ο κίνδυνος για τους ανθρώπους άνω των 60 ετών μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερος απ’ ό,τι μέχρι σήμερα εκτιμούσαμε.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Planetary Health, οι επιπτώσεις των καυσώνων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα έχουν υποτιμηθεί.

Αμερικανοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι άνω των 60 αντιμετώπιζαν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία τους από τη ζέστη σε πολύ «χαμηλότερες υψηλές» θερμοκρασίες από ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.

Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Qinqin Kong από το Stanford University στην Καλιφόρνια, δήλωσε ότι ήταν σημαντικό να γίνει κατανοητό πώς οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν τη ζέστη σε διαφορετικές περιοχές, καθώς ο κόσμος θερμαίνεται και οι άνθρωποι ζουν περισσότερο.

Η παγκόσμια μελέτη διαπίστωσε ότι ο μεγαλύτερος μελλοντικός κίνδυνος εντοπίζεται στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές, ωστόσο ανησυχία προκαλούν και οι θερμότερες περιοχές της Αυστραλίας, όπως το Top End και το Kimberley, ανέφερε το ABC.

Η ομάδα της Δρ Kong εξέτασε τα όρια αντοχής στη ζέστη σε τρεις συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες —νεαρούς ενήλικες, μεσήλικες και ηλικιωμένους— και αποτύπωσε σε παγκόσμια κλίμακα το πόσο καλά θα μπορούσε να ανταποκριθεί κάθε δημογραφική ομάδα σε διάστημα ενός έτους, υπό διαφορετικά σενάρια κλιματικής θέρμανσης. Τα σενάρια κυμαίνονταν από 1,5 έως 4 βαθμούς Κελσίου υψηλότερα από τα προβιομηχανικά επίπεδα.

Η Δρ Kong δήλωσε ότι οι περισσότερες προηγούμενες μελέτες εφάρμοζαν τα όρια αντοχής στη ζέστη των υγιών νεαρών ενηλίκων σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, παραβλέποντας έτσι την «ευαλωτότητα» των ηλικιωμένων και υποτιμώντας τους μελλοντικούς κινδύνους για την υγεία.

Αφού συνυπολογίστηκε η ηλικία, η Δρ Kong είπε ότι η εικόνα του μελλοντικού κινδύνου από τη ζέστη «άλλαξε δραματικά».

Η ίδια δήλωσε ότι τα μοντέλα της ομάδας της έδειξαν πως η μη αντισταθμιζόμενη θερμική καταπόνηση —όταν το σώμα δεν μπορεί να ψυχθεί από μόνο του, ανεξάρτητα από το πόσο γυμνασμένος ή εγκλιματισμένος στη ζέστη είναι κάποιος— θα ήταν «πολύ πιο διαδεδομένη, συχνή και άμεση» από ό,τι είχε εκτιμηθεί προηγουμένως.

«Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματά μας είναι ότι οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν συχνότερα και σε μεγαλύτερη έκταση μη αντισταθμιζόμενη θερμική καταπόνηση ήδη με 1,5°C υπερθέρμανση του πλανήτη, από ό,τι οι νεαροί ενήλικες ακόμη και με 4°C», επισήμανε.

Καθώς κάθε άνθρωπος ανταποκρίνεται διαφορετικά στη θερμοκρασία, δεν υπάρχει ένα σαφές ασφαλές επίπεδο έκθεσης σε μη αντισταθμιζόμενη θερμική καταπόνηση.

Ωστόσο, εργαστηριακά πειράματα δείχνουν ότι η θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος ενός νεαρού ενήλικα μπορεί να φτάσει σε επίπεδα θερμοπληξίας έπειτα από 3 έως 10 ώρες έκθεσης σε τέτοιες συνθήκες.

Η Δρ Kong είπε ότι η θερμοκρασία στην οποία οι άνθρωποι ηλικίας 60 ετών και άνω «δεν μπορούσαν πλέον να διατηρήσουν σταθερή τη θερμοκρασία του πυρήνα του σώματός τους» ήταν περίπου 4,7 έως 7,5°C χαμηλότερη από εκείνη των νεαρών ενηλίκων.

«Ανάλογα με το επίπεδο της υπερθέρμανσης του πλανήτη, εκτιμούμε ότι ο αριθμός των ανθρώπων που θα αντιμετωπίζουν τουλάχιστον 180 ώρες μη αντισταθμιζόμενης θερμικής καταπόνησης κάθε χρόνο είναι περίπου δύο έως οκτώ φορές υψηλότερος από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, οι οποίες θεωρούσαν ότι όλοι μπορούσαν να αντέξουν τη ζέστη εξίσου καλά με τους νεαρούς ενήλικες», εξήγησε.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της μελέτης, με 1,5°C υπερθέρμανση, το 22% των ανθρώπων άνω των 60 ετών σε όλο τον κόσμο —περίπου 290 εκατομμύρια άτομα— θα αντιμετώπιζαν μη ασφαλή επίπεδα ζέστης για τουλάχιστον έναν μήνα κάθε χρόνο.

Οι νεαροί ενήλικες δεν θα αντιμετώπιζαν αντίστοιχο κίνδυνο παρά μόνο όταν η υπερθέρμανση θα έφτανε περίπου τους 4°C. Σύμφωνα με το περιβαλλοντικό πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών, ο κόσμος βρίσκεται σήμερα σε τροχιά να φτάσει τους 2,8°C υπερθέρμανσης κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα.

Η Δρ Kong ανέφερε ότι η μελέτη έδειξε πως η ηλικία ενός ανθρώπου φαίνεται να έχει «εξίσου μεγάλη ή και μεγαλύτερη» σημασία από τις θερμοκρασίες που προκαλεί η υπερθέρμανση του πλανήτη.

Η ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΜΕΝΗ»

Η μελέτη, η οποία εξέτασε τις πιθανές επιπτώσεις της αύξησης των θερμοκρασιών σε όλο τον κόσμο, περιλάμβανε και ορισμένα δεδομένα από την Αυστραλία.

Με βάση τα μοντέλα, η Δρ Kong δήλωσε ότι ο προβλεπόμενος κίνδυνος είναι «ιδιαίτερα σημαντικός» για τους ηλικιωμένους στις θερμότερες περιοχές της Αυστραλίας.

Η Sarah Perkins-Kirkpatrick, κλιματολόγος στο Australian National University, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, είπε στο ABC ότι αυτό είναι ανησυχητικό, καθώς η Αυστραλία «δεν είναι απόλυτα προετοιμασμένη» για πιο ακραίες συνθήκες ζέστης.

«Θα υπάρξουν φαινόμενα σε υψηλότερα επίπεδα υπερθέρμανσης του πλανήτη που θα πλήξουν τις μεγάλες πόλεις μας και δεν είμαστε προετοιμασμένοι γι’ αυτά».

«Αν έχουμε ένα από αυτά τα θανατηφόρα περιστατικά θερμικής καταπόνησης στο Σίδνεϊ, τη Μελβούρνη ή το Περθ, η διατήρηση των ανθρώπων στη ζωή θα είναι πολύ δύσκολη με τους πόρους που διαθέτουμε σήμερα, ιδιαίτερα όσον αφορά τους ηλικιωμένους».

Η Δρ Kong πρόσθεσε ότι η μελέτη της μέτρησε μόνο έναν συγκεκριμένο μηχανισμό μέσω του οποίου η ζέστη γίνεται επικίνδυνη: «την έξοδο του σώματος από τη θερμική ισορροπία και την αύξηση της θερμοκρασίας του πυρήνα του».

Η ζέστη δεν χρειάζεται να οδηγήσει το σώμα σε συνθήκες θερμοπληξίας για να προκαλέσει σοβαρή βλάβη σε έναν άνθρωπο.

«Μπορεί να επιδεινώσει καρδιαγγειακές, νεφρικές και αναπνευστικές παθήσεις, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, ενώ η φυσιολογική καταπόνηση μπορεί να αρχίσει πριν η θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος αρχίσει να αυξάνεται συνεχώς», εξήγησε η επιστήμονας, αναφέροντας ότι τα ευρήματα μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την αντοχή στη ζέστη των ανθρώπων που ζουν σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου.

Αυτό συμβαίνει επειδή τα πειράματα που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των ορίων θερμικής αντοχής της μελέτης πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ και οι άνθρωποι που ζουν σε θερμά κλίματα, όπως η Ινδία, μπορεί να είναι περισσότερο εγκλιματισμένοι στη ζέστη και να μπορούν να αντέξουν υψηλότερες θερμοκρασίες.

«Εξετάσαμε αυτή την πιθανότητα επιτρέποντας υψηλότερα όρια θερμικής αντοχής σε θερμότερα κλίματα. Αυτό μείωσε τις εκτιμήσεις μας για την έκθεση, αλλά τα βασικά συμπεράσματα δεν άλλαξαν», είπε η Δρ Kong.

Η ομάδα της θέλει τα ευρήματα να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη σχεδίων δράσης για τον καύσωνα που θα λαμβάνουν υπόψη την ηλικία και την περιοχή.

Η καθηγήτρια Perkins-Kirkpatrick δήλωσε ότι, παρότι δεν υπάρχει «μία και μοναδική λύση» για την προετοιμασία, από την πλευρά της υγειονομικής περίθαλψης η Αυστραλία πρέπει να διασφαλίσει ότι το προσωπικό είναι καλύτερα εκπαιδευμένο και διαθέτει περισσότερους πόρους όταν προβλέπονται καύσωνες και ακραία καιρικά φαινόμενα.

«Ήδη φτάνουν στα όριά τους κατά τη διάρκεια των σημερινών ακραίων φαινομένων… έχουμε ασθενοφόρα που περιμένουν, ενώ οι κλήσεις των ανθρώπων μένουν αναπάντητες», είπε.

The post Νέο «καμπανάκι» για τη ζέστη appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.