Οι νέοι μένουν πίσω στη ζωή

Η νέα γενιά δυσκολεύεται να σταθεί μόνη της στη ζωή. Δεν είναι μόνο τα σπίτια που έχουν γίνει απλησίαστα — τόσο για αγορά όσο και για ενοικίαση. Είναι το κόστος της καθημερινότητας εν γένει που αναγκάζει την ανεξαρτησία να μετατίθεται όλο και αργότερα.

Οι νέοι σήμερα «μένουν πίσω» σύμφωνα με την έκθεση «Falling Behind: Young People and Australia’s Growing Divide» της Anglicare Australia. Το χάσμα διευρύνεται και κινδυνεύουν να γίνουν η πρώτη γενιά στην Αυστραλία που θα βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από την προηγούμενη.

Με ό,τι αυτό συνεπάγεται βέβαια για τις οικογένειες τους, γονείς -αλλά και παππούδες/γιαγιάδες- οι οποίοι καλούνται, όπως καλά γνωρίζουν και πολλοί συμπάροικοι, να βάλουν πλάτη εν μέσω γενικευμένης ακρίβειας.

Η «Τράπεζα Μπαμπά και Μαμά» είναι γνωστή εδώ και χρόνια στη συμβολή της για την αγορά της πρώτης κατοικίας. Αλλά ειδικά από την πανδημία και έπειτα, με το κόστος ζωής να κλιμακώνεται, σε πολλές περιπτώσεις οι… αναλήψεις, καλύπτουν και τρέχοντα, καθημερινά έξοδα διαβίωσης, παιδιών και εγγονιών.

Για πολλούς από τους «παλιούς» της παροικίας μας η οικονομική στήριξη της οικογένειας έχει μια ιδιαίτερη διάσταση. Υπήρξαν μετανάστες που έφτασαν στην Αυστραλία χωρίς… τίποτα. Κι όμως, κατάφεραν να δημιουργήσουν «κάτι». Ίσως όχι απαραίτητα πλούτο. Αλλά ένα σπίτι. Μια κάποια οικονομική ασφάλεια.

Τώρα βλέπουν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους να παλεύουν σε μια χώρα διαφορετική: Έναν κόσμο όπου μπορεί να σπουδάζεις, να εργάζεσαι και να κάνεις όλα όσα σου ζητούν, αλλά παρ’ όλα αυτά να δυσκολεύεσαι να αγοράσεις ένα σπίτι ή ακόμη και να πληρώσεις το ενοίκιο.

Έτσι… αναλαμβάνουν δράση. Και δεν είναι μόνο τα χρήματα που «τσοντάρουν». Είναι το πατρικό σπίτι στο οποίο μπορεί να μείνει ένα παιδί χωρίς ενοίκιο. Είναι το φαγητό που μπορεί να υπάρχει στο τραπέζι. Είναι η φύλαξη των εγγονιών ενδεχομένως.

Όλα αυτά έχουν αξία, ακόμη κι αν μέσα στην οικογένεια δεν εμφανίζονται -σχεδόν- ποτέ ως «οικονομική».

Όμως η «Τράπεζα Μπαμπά και Μαμά» δεν είναι διαθέσιμη σε όλους. Δεν έχουν όλοι γονείς που μπορούν να βοηθήσουν, όχι μόνο οικονομικά, αλλά ακόμη και με τη φύλαξη των παιδιών.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο άβολη πλευρά της ιστορίας. Η οικογενειακή στήριξη μπορεί να λειτουργήσει σαν «μαξιλάρι» για έναν νέο άνθρωπο. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που έχουν πρόσβαση σε αυτό και εκείνους που δεν έχουν.

Οι νέοι που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην οικονομική πίεση. Έτσι, δύο άνθρωποι με παρόμοιο εισόδημα μπορεί να ξεκινούν από εντελώς διαφορετική αφετηρία.

Ο ένας έχει γονείς που μπορούν να του δώσουν χρήματα για την προκαταβολή αγοράς μιας κατοικίας. Ο άλλος έχει γονείς που ίσως χρειάζονται οι ίδιοι οικονομική βοήθεια.

Ο ένας μπορεί να μείνει στο πατρικό του σπίτι για μερικά χρόνια και να αποταμιεύσει. Ο άλλος πρέπει να πληρώνει ενοίκιο από την πρώτη μέρα που φεύγει από το πατρικό του ή ακόμη και να συμβάλλει στην πληρωμή του ενοικίου των δικών του.

Η διαφορά δεν βρίσκεται απαραίτητα στη δουλειά που κάνουν…

Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια νέα εκδοχή της λεγόμενης «sandwich generation» (γενιάς σάντουιτς – στη μέση). Γονείς που βοηθούν τα ενήλικα παιδιά τους, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να φροντίσουν τους δικούς τους ηλικιωμένους γονείς.

«ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ»

Ας μείνουμε όμως στους νεότερους. Η έκθεση «Μένοντας πίσω: Οι νέοι και το κλιμακούμενο χάσμα της Αυστραλίας» (Falling Behind: Young People and Australia’s Growing Divide) της Anglicare Australia, διαπιστώνει ότι οι νεότεροι κερδίζουν λιγότερα, διαθέτουν λιγότερα περιουσιακά στοιχεία, έχουν περισσότερα χρέη και αποκλείονται από την ασφαλή στέγαση, με τις επιπτώσεις να αποτυπώνονται στην ψυχική υγεία και στις υπηρεσίες της κοινότητας.

Η εκτελεστική διευθύντρια της Anglicare Australia, Kasy Chambers, δήλωσε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως η «μακροχρόνια υπόσχεση» της Αυστραλίας για πρόοδο από γενιά σε γενιά καταρρέει.

«Για γενιές, οι πολίτες μπορούσαν να περιμένουν ότι, αν εργάζονταν σκληρά, θα αποκτούσαν μεγαλύτερη ασφάλεια με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η υπόσχεση δεν ισχύει πλέον για τους νέους».

«Οι νέοι κάνουν όλα όσα τους ζητάμε. Σπουδάζουν, εργάζονται και συνεισφέρουν», πρόσθεσε η ίδια.

«Όμως κερδίζουν λιγότερα από τις προηγούμενες γενιές, αποκλείονται από τη στέγαση και δυσκολεύονται να οικοδομήσουν την ασφάλεια που οι προηγούμενες γενιές θεωρούσαν δεδομένη. Τα οικονομικά θεμέλια κάτω από τα πόδια τους έχουν αλλάξει».

Η κα Chambers ανέφερε ότι η «η κυβέρνηση έκανε ένα σημαντικό βήμα προχωρώντας σε μεταρρύθμιση των φορολογικών ελαφρύνσεων για τα ακίνητα που ευνοούσαν τον συσσωρευμένο πλούτο έναντι της εργασίας».

«Τώρα», συμπλήρωσε, «πρέπει να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτή την πρόοδο».

Όπως επισήμανε «ένα από τα πιο ξεκάθαρα σημεία για να ξεκινήσουμε είναι το Youth Allowance».

«Έχουμε ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που κυριολεκτικά λέει ότι ένας νέος άνθρωπος χρειάζεται λιγότερα χρήματα για να ζήσει απλώς και μόνο λόγω της ηλικίας του. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο με το Youth Allowance πουθενά στη χώρα».

«Το ενοίκιο δεν είναι φθηνότερο όταν είσαι 23 ετών. Τα ψώνια δεν είναι φθηνότερα. Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι φθηνότερο. Κι όμως, από τους νέους αναμένεται να επιβιώσουν με το χαμηλότερο επίδομα του συστήματος».

Η κα Chambers τόνισε ότι «η φτώχεια δεν θα πρέπει να αποτελεί τελετουργία ενηλικίωσης. Κάθε γενιά αξίζει την ευκαιρία να οικοδομήσει ένα ασφαλές μέλλον».

Η ίδια, σε άρθρο γνώμης στο The Point, εξηγεί γιατί η σύγκριση των περιουσιών μιας 25χρονης και μιας 70χρονης γενιάς δεν είναι από μόνη της το ζήτημα.

«Όταν μιλάμε για ανισότητα μεταξύ των γενεών, το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι αν οι νέοι Αυστραλοί έχουν σήμερα όσα έχουν οι γονείς ή οι παππούδες τους. Το ερώτημα είναι αν έχουν την ίδια ευκαιρία να τα αποκτήσουν. Η νέα έρευνα της Anglicare Australia δείχνει ότι όλο και περισσότερο δεν την έχουν».

Όπως εξηγεί, η έρευνα δεν συγκρίνει απλώς νέους και ηλικιωμένους, αλλά εξετάζει πώς τα πηγαίνουν οι άνθρωποι σήμερα σε σύγκριση με προηγούμενες γενιές όταν βρίσκονταν στο ίδιο στάδιο της ζωής τους.

«Ένας 25χρονος που κερδίζει λιγότερα από έναν 55χρονο μας λέει ελάχιστα. Ένας 25χρονος που τα πηγαίνει χειρότερα από ό,τι τα πήγαιναν οι 25χρονοι προηγούμενων γενεών μάς λέει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό».

Ειδικότερα, τα βασικά ευρήματα της Anglicare Australia περιλαμβάνουν:

-Οι νέοι σήμερα είναι η πρώτη γενιά που κερδίζει λιγότερα από την προηγούμενη γενιά στην ίδια ηλικία και εξακολουθούν να βρίσκονται «πίσω» στα 30 τους.
-Οι νέοι αναγκάζονται να περιορίσουν τις δαπάνες τόσο για βασικά αγαθά όσο και για είδη πολυτελείας, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αυξάνουν τις δαπάνες τους σε όλους τους τομείς.
-Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης για τους νέους 25-34 ετών είναι κάτω από 40%, επιστρέφοντας στα επίπεδα της δεκαετίας του 1940 (όχι τυχαία πολλοί νέοι μένουν ακόμη με τους γονείς τους).
-Καμία από τις 48.776 αγγελίες ενοικίασης δεν ήταν οικονομικά προσιτή για κάποιον που λαμβάνει το επίδομα Youth Allowance.
-Οι νέοι έχουν υπερδιπλάσιες πιθανότητες από τους άνω των 65 ετών να βιώσουν σοβαρή ψυχολογική δυσφορία. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία των υπηρεσιών της Anglicare Australia.

Η κα Chambers επισήμανε ότι:

«Κάποιοι νέοι Αυστραλοί θα λάβουν βοήθεια για την προκαταβολή ενός σπιτιού ή τελικά θα κληρονομήσουν πολύτιμα ακίνητα. Άλλοι δεν θα πάρουν τίποτα. Η λεγόμενη μεγάλη μεταβίβαση πλούτου δεν θα μεταφέρει απλώς και τακτικά τον πλούτο από τους μεγαλύτερους Αυστραλούς στους νεότερους Αυστραλούς. Θα συγκεντρώσει το πλεονέκτημα μέσα στις οικογένειες, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ εκείνων που κληρονομούν περιουσιακά στοιχεία και εκείνων που δεν κληρονομούν».

«Το μέτρο μιας δίκαιης κοινωνίας δεν είναι αν κάθε γενιά έχει το ίδιο ύψος πλούτου την ίδια χρονική στιγμή. Είναι αν οι άνθρωποι που έρχονται μετά από εμάς έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να χτίσουν μια αξιοπρεπή και ασφαλή ζωή: για το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ιστορίας της Αυστραλίας, περιμέναμε από αυτούς να έχουν μια ακόμη καλύτερη ζωή. Θα πρέπει να μας ανησυχεί βαθιά το γεγονός ότι, για πρώτη φορά εδώ και γενιές, αυτή η προσδοκία πηγαίνει προς τα πίσω».

ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗ

Όπως προαναφέρθηκε, λιγότερο από το 40% των νέων 25-34 ετών καταγράφηκαν ως ιδιοκτήτες κατοικίας στην Απογραφή του 2021 και το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι έχει μειωθεί έκτοτε, σύμφωνα με την ανάλυση της Anglicare Australia.

Το ποσοστό αυτό είναι αντίστοιχο με εκείνο της δεκαετίας του 1940, πριν από τη μεταπολεμική άνθηση, όταν μια σειρά πολιτικών έδωσε προτεραιότητα στην κατασκευή κατοικιών και τη στέγαση των βετεράνων.

Υπό το πλαίσιο αυτό, τα στοιχεία του Australian Institute of Family Studies, καταδεικνύουν πόσο σημαντικό έχει καταστεί το «οικογενειακό δίχτυ ασφαλείας».

Περίπου οι μισοί νέοι ηλικίας 19-20 και 23-24 ετών δήλωσαν ότι χρειάστηκαν οικονομική βοήθεια από τους γονείς τους τον προηγούμενο χρόνο, ενώ σχεδόν δύο στους τρεις στις δύο αυτές ηλικιακές ομάδες ζουν μαζί τους, είτε χωρίς να πληρώνουν ενοίκιο είτε καταβάλλοντας χαμηλότερο ποσό από εκείνο που θα πλήρωναν αν έμεναν μόνοι τους. Στους 23-24χρονους, σχεδόν οι μισοί εξακολουθούν να ζουν στο πατρικό τους.

Γι αυτούς που δεν έχουν την «πολυτέλεια» να ζουν στο πατρικό τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με τιμές που προκαλούν ίλιγγο, τόσο για την αγορά μιας κατοικίας ή έστω να νοικιάσουν.

Πρόσφατη έκθεση της εταιρείας δεδομένων ακινήτων Cotality έδειξε ότι τα ενοίκια σε ορισμένες περιοχές της Αυστραλίας έχουν αυξηθεί κατά 80% τα τελευταία πέντε χρόνια, από τότε που καταργήθηκαν τα «παγώματα» της περιόδου της COVID.

Η Anglicare Australia επισήμανε ότι οι γραμμές υποστήριξης για τους νεότερους ανθρώπους κατακλύζονται από περιπτώσεις άγχους για τη στεγαστική ασφάλεια και τους σχετικούς λογαριασμούς.

«Είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσουμε τηλεφωνικά με έναν νεότερο άνθρωπο χωρίς να αναφερθεί στο άγχος που προκαλούν τα ενοίκια ή οι λογαριασμοί», δήλωσε στο SBS η κα Chambers.

Η ιδιοκατοίκηση έχει μειωθεί σταθερά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες από τη δεκαετία του 1970, όμως οι νεότεροι έχουν βιώσει τη μεγαλύτερη πτώση, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (ABS).

Η Angela Jackson, οικονομολόγος στην Επιτροπή Παραγωγικότητας, ανέφερε ότι η ιδιοκατοίκηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές ομάδες.

«Είναι πολύ ακριβότερο, σε σχέση με τα εισοδήματα των ανθρώπων, να εισέλθει κανείς στην αγορά κατοικίας απ’ ό,τι ήταν για τους γονείς ή τους παππούδες της Generation Z», είπε στο SBS.

«Κάτι που πράγματι κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για ευρύτερα ζητήματα ισότητας».

Εν τω μεταξύ, το διάμεσο εβδομαδιαίο ενοίκιο για διαμέρισμα στην Αυστραλία ανέρχεται σε λίγο κάτω από 700 δολάρια, καθιστώντας ακόμη και την ενοικίαση απρόσιτη.

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ… ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ

Προ ημερών ο «Νέος Κόσμος» φιλοξενούσε άρθρο σχετικά σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στη Μελβούρνη με τον τίτλο: «Όταν το σπίτι παύει να είναι δικαίωμα και γίνεται πολυτέλεια».

Σε αυτό, ανάμεσα σε άλλα, αναφερόταν:

«Υπάρχουν στιγμές που ένας αριθμός παύει να είναι απλώς ένας αριθμός. Τα 590 ή τα 600 δολάρια την εβδομάδα, για παράδειγμα, μπορεί να είναι απλώς η ‘διάμεση τιμή’ για την ενοικίαση ενός σπιτιού ή ενός διαμερίσματος στη Μελβούρνη.

Για έναν εργαζόμενο, όμως, μια οικογένεια, έναν συνταξιούχο ή έναν νέο άνθρωπο που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της σημερινής στεγαστικής κρίσης.

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η αγορά ενοικίων στη Μελβούρνη έχει αρχίσει να παρουσιάζει κάποια σημάδια σταθεροποίησης.

Τα ενοίκια δεν αυξάνονται πλέον με τους ρυθμούς των προηγούμενων ετών. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η κρίση τελείωσε. Όταν ένα ενοίκιο έχει ήδη φτάσει σε δυσβάσταχτα επίπεδα, το γεγονός ότι σταματά να αυξάνεται γρήγορα δεν το κάνει ξαφνικά προσιτό.

Στη Μελβούρνη, το εβδομαδιαίο διάμεσο ενοίκιο έχει κινηθεί γύρω από τα $590 για σπίτια και τα $600 για units. Την ίδια στιγμή, η διαθεσιμότητα παραμένει περιορισμένη, με το ποσοστό κενών κατοικιών να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα.

Για μια οικογένεια που πληρώνει $600 την εβδομάδα, μιλάμε για περισσότερα από $31.000 τον χρόνο — μόνο για τη στέγη. Και τι μένει για όλα τα υπόλοιπα;

Λογαριασμοί ηλεκτρικού, τρόφιμα, καύσιμα, ασφάλειες, σχολικά έξοδα, μετακινήσεις. Και, για πολλούς, δάνεια ή άλλες υποχρεώσεις. Το κόστος ζωής δεν περιμένει να τελειώσει το ενοίκιο.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι η κρίση δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο. Για έναν εργαζόμενο με χαμηλό εισόδημα, η επιλογή δεν είναι πλέον ‘σε ποια περιοχή θέλω να ζήσω;’. Η επιλογή γίνεται ‘πού μπορώ ακόμη να αντέξω να ζήσω;’.

Και για κάποιον που ζει αποκλειστικά από κρατικό επίδομα, η κατάσταση είναι ακόμη πιο δραματική.

Η Anglicare Victoria διαπίστωσε το 2026 ότι μόλις 121 από τις 15.244 διαθέσιμες ιδιωτικές κατοικίες που εξετάστηκαν ήταν οικονομικά προσιτές για έστω μία κατηγορία νοικοκυριού που στηρίζεται σε εισόδημα κοινωνικής ασφάλισης.

Αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα της αγοράς ακινήτων. Είναι κοινωνικό πρόβλημα.

Και είναι ένα πρόβλημα που αφορά και τη δική μας ελληνική παροικία.

Πολλοί Έλληνες της Μελβούρνης έχουν παιδιά και εγγόνια που δυσκολεύονται να βρουν ένα αξιοπρεπές σπίτι. Νέοι άνθρωποι που εργάζονται, αλλά δεν μπορούν να αποταμιεύσουν. Οικογένειες που αναγκάζονται να μετακομίσουν όλο και πιο μακριά από τη δουλειά, το σχολείο και την κοινότητά τους. Ηλικιωμένοι που βλέπουν το κόστος της ζωής να αυξάνεται ενώ το εισόδημά τους δεν ακολουθεί.

Δεν μπορούμε, επομένως, να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα μόνο ως μια συζήτηση μεταξύ ιδιοκτητών, επενδυτών και ενοικιαστών.

Χρειαζόμαστε περισσότερα σπίτια. Χρειαζόμαστε κοινωνική και οικονομικά προσιτή κατοικία. Χρειαζόμαστε πολιτικές που να ενθαρρύνουν την κατασκευή νέων κατοικιών, χωρίς παράλληλα να αφήνουν τους ενοικιαστές απροστάτευτους. Και κυρίως χρειαζόμαστε μια σοβαρή, μακροπρόθεσμη στεγαστική πολιτική αντί για πολιτικές αντιπαραθέσεις κάθε φορά που δημοσιεύονται νέα στοιχεία.

Γιατί το σπίτι δεν είναι χρηματοοικονομικό προϊόν όπως όλα τα άλλα.

Είναι ο χώρος όπου μεγαλώνει μια οικογένεια. Εκεί όπου επιστρέφουμε μετά τη δουλειά. Εκεί όπου μεγαλώνουν τα παιδιά μας και όπου, τελικά, χτίζεται η αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου.

Η Μελβούρνη εξακολουθεί να είναι μια σπουδαία πόλη. Αλλά μια πόλη δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένη όταν όλο και περισσότεροι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτήν δυσκολεύονται να ζήσουν σε αυτήν.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα ενοίκια θα αυξηθούν κατά 5%, 7% ή 10%. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο απλό: Θέλουμε μια Μελβούρνη όπου οι άνθρωποι μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς ή μια Μελβούρνη όπου το δικαίωμα στη στέγη θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από το πάχος του πορτοφολιού; Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της εποχής μας. Και η απάντηση δεν μπορεί να περιμένει».

The post Οι νέοι μένουν πίσω στη ζωή appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.