
Για τις 4 Σεπτεμβρίου έχει προγραμματιστεί το πρώτο φθινοπωρινό «ραντεβού» με τους οίκους αξιολόγησης, με την καναδική Morningstar DBRS να δίνει το σήμα στις αγορές σε ό,τι αφορά τα ελληνικά ομόλογα και την επενδυτική εικόνα της χώρας. Θα ακολουθήσουν η αμερικανική Moody’s και η γερμανική Scope, με τις αξιολογήσεις τους να αναμένονται στις 18 Σεπτεμβρίου.
Τα πορίσματα των δύο οίκων θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η μεν Moody’s είναι ο μόνος οίκος που ταξινομεί την Ελλάδα στο πρώτο «σκαλοπάτι» της επενδυτικής βαθμίδας με Baa3 και σταθερές προοπτικές (οι υπόλοιπο οίκοι έχουν ανεβάσει τη χώρα μας στο δεύτερο «σκαλοπάτι»), η δε Scope δίνει την πλέον ευνοϊκή βαθμολογία, στο ΒΒΒ με θετικές προοπτικές. Ο κύκλος των φθινοπωρινών αξιολογήσεων θα συνεχιστεί με την αξιολόγηση της Standard & Poor’s στις 23 Οκτωβρίου και θα κλείσει με αυτήν της Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Δεδομένης της αβεβαιότητας που επικρατεί στις διεθνείς αγορές, το πιθανότερο σενάριο θέλει τους οίκους αξιολόγησης να τηρούν στάση αναμονής, τουλάχιστον μέχρι να μπει ένα τέλος στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, που έχει φέρει σημαντική άνοδο στις τιμές της ενέργειας, δημιουργώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας.
Ομως, η ανθεκτικότητα των βασικών δεικτών της οικονομίας, σε συνδυασμό με την αναθεώρηση της πρόβλεψης του ΥΠΕΘΟ για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 από 2,8% σε 3,2% – που σημαίνει και ταχύτερη απομείωση του δημόσιου χρέους – εκτιμάται ότι θα έχει θετικό αντίκρισμα στις επερχόμενες αξιολογήσεις των οίκων.
Στις εκθέσεις τους, το ενδεχόμενο αυτό αναφέρεται ως ένας βασικός παράγοντας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Παράλληλα, ωστόσο, σημειώνουν ότι χρειάζεται επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και δεδομένης της προεκλογικής περιόδου που διανύουμε, ο στόχος αυτός μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Πάντως, ο πολιτικός κίνδυνος δεν περιλαμβάνεται στις ανησυχίες των οίκων αξιολόγησης σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Στους κινδύνους συγκαταλέγεται, όμως, το σενάριο αντιστροφής μεταρρυθμίσεων, η αθέτηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά και το ενδεχόμενο σημαντικής μεγέθυνσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Κλειδί η τιμή του αργού
Στο πιο πρόσφατο σημείωμά της για την ελληνική οικονομία στα μέσα Ιουλίου, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) ανέφερε ότι παρά τα σχετικά υψηλά επίπεδα, η τιμή του αργού πετρελαίου είναι σημαντικά χαμηλότερα από προηγούμενες προβλέψεις, που έβλεπαν το βαρέλι του μπρεντ στην περιοχή άνω των 100 δολαρίων. Σήμερα, η τιμή του μπρεντ «παίζει» στην περιοχή των 90 δολαρίων ανά βαρέλι – μάλιστα, δεν έχει βρεθεί πάνω από αυτό το επίπεδο τις πρώτες δύο εβδομάδες του Αυγούστου.
Η μείωση στις τιμές της ενέργειας έφερε, άλλωστε, και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τον Ιούνιο και τον Ιούλιο – από 4,9% τον Μάιο (έναντι 3,2% στην ευρωζώνη) σε 3,9% τον Ιούνιο (έναντι 2,8%) και 2,7% τον Ιούλιο (έναντι 2,9%), δείχνοντας ότι η ελληνική οικονομία ξεπερνά το αρχικό σοκ και δείχνει σημάδια ανθεκτικότητας. Οι πιο πρόσφατες προβλέψεις της ΤτΕ υπολογίζουν ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,7% για το σύνολο του έτους, σημαντικά υψηλότερα από αυτό που υπολόγιζε τον Απρίλιο (3,1%), όταν είχε συναφθεί η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που κατέρρευσε λίγες εβδομάδες αργότερα.
Η συνέχιση της αβεβαιότητας στο μέτωπο του πολέμου είναι σαφές ότι επηρεάζει αρνητικά την οικονομία, όμως, όπως επισημαίνει πρόσφατη μελέτη της Eurobank, παρατηρείται ανάκαμψη του λιανικού εμπορίου, ηπιότερη του αναμενομένου επιβράδυνση της απασχόλησης, διατήρηση του υψηλού ρυθμού χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και επιβράδυνση του πληθωρισμού, ενώ οι δείκτες οικονομικού κλίματος και βιομηχανικής παραγωγής δείχνουν ανθεκτικότητα. Οι αναλυτές της τράπεζας εκτιμούν επομένως ότι τα στοιχεία δείχνουν προς τη συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης κατά το β΄ τρίμηνο του έτους. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της ΤτΕ, που υπολογίζει ότι η τιμή του μπρεντ θα παραμείνει στα σημερινά επίπεδα και δεν θα επιστρέψει σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2% φέτος (στα επίπεδα του α΄ τριμήνου, δηλαδή), ενώ η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί ελαφρώς στο 2,1% το 2027 και το 2028.
Ο ρόλος των επενδύσεων
Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό ισοζύγιο, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 2,3% του ΑΕΠ για τους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους, όμως το ΥΠΕΘΟ εκτιμά ότι θα φτάσει το 3,2% μέχρι το τέλος του έτους, αναθεωρημένο από 2,8% του ΑΕΠ στον προϋπολογισμό. Το δημόσιο χρέος υπολογίζεται ότι θα περιοριστεί στο 136,8% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του έτους, σύμφωνα με τις – πιο αισιόδοξες σε σχέση με άλλους φορείς (π.χ. Κομισιόν, ΔΝΤ) – προβλέψεις της οδού Νίκης.
Οπως υπογραμμίζει πρόσφατη μελέτη της Alpha Bank, κομβικό ρόλο στις ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας διαδραματίζει η σημαντική αύξηση των επενδύσεων που αναμένεται να αποτελέσουν τον σημαντικότερο πυλώνα της οικονομικής μεγέθυνσης για το 2026, ενώ η τράπεζα σημειώνει πως είναι καταλυτικός ο ρόλος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ειδικά σε τομείς υψηλής προτεραιότητας όπως η «πράσινη» και ψηφιακή μετάβαση.
Υπενθυμίζεται, δε, πως αναμένονται εκταμιεύσεις έως 11,3 δισ. ευρώ από το ΤΑΑ μέχρι το τέλος του 2026. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 12% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ αυξημένες είναι και οι επενδύσεις του Δημοσίου τα τελευταία χρόνια, με τον μέσο όρο να υπολογίζεται στο 6,5% του ΑΕΠ κατά την τετραετία 2022-2025.
Παράλληλα, σημαντική είναι και η συμβολή του τουρισμού, αν και τα συνολικά έσοδα από την τουριστική δραστηριότητα αναμένεται να είναι λίγο χαμηλότερα (2-4%) σε σχέση με το ρεκόρ που καταγράφηκε το 2025, σύμφωνα με όσα δήλωσε πρόσφατα ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Φωκίων Καραβίας.