St Basil’s: Ξανά στο προσκήνιο τα κρίσιμα ερωτήματα έξι χρόνια μετά την τραγωδία

Έξι χρόνια μετά την τραγωδία που συγκλόνισε την ελληνική αλλά και ευρύτερη παροικία της Μελβούρνης, η υπόθεση του ελληνικού γηροκομείου St Basil’s Home for the Aged επανήλθε στο επίκεντρο της επικαιρότητας, καθώς συνεχίζεται ενώπιον του Coroners Court of Victoria η δικαστική διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στον θάνατο 50 ηλικιωμένων.

Η ακροαματική διαδικασία επανεκκίνησε στις αρχές Αυγούστου, με την υποχρεωτική κατάθεση δύο προσώπων που κατείχαν καίριες διοικητικές θέσεις στο St Basil’s κατά τη φονική έξαρση του κορωνοϊού το καλοκαίρι του 2020.

Πρόκειται για τον Konstantin (Kon) Kontis, ο οποίος ήταν τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, και τη Vicky Kos, τότε διευθύντρια νοσηλευτικής και υπεύθυνη για τη λειτουργία της μονάδας.

Η υπόθεση αφορά ένα από τα πιο τραγικά επεισόδια της πανδημίας στον τομέα της φροντίδας ηλικιωμένων στην Αυστραλία.

Σύμφωνα με απόφαση του Coroners Court, το St Basil’s ήταν μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στο Fawkner της Βικτώριας και λειτουργούσε ως εγκεκριμένος πάροχος υπηρεσιών φροντίδας ηλικιωμένων.

Το πρώτο κρούσμα COVID-19 σε μέλος του προσωπικού καταγράφηκε στις 9 Ιουλίου 2020.

Τις επόμενες ημέρες ο ιός εξαπλώθηκε μεταξύ εργαζομένων και φιλοξενούμενων, με αποτέλεσμα 50 κάτοικοι του γηροκομείου να χάσουν τελικά τη ζωή τους.

Σύμφωνα με ανεξάρτητη έρευνα που είχε ανατεθεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι 45 από αυτούς τους θανάτους αποδόθηκαν σε λοίμωξη από COVID-19.

ΜΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ

Για μεγάλο μέρος της ελληνικής παροικίας, το St Basil’s ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Αποτελούσε έναν χώρο άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία, την κοινωνική ζωή και την προσφορά της ελληνικής κοινότητας.

Η τραγωδία του 2020 άφησε πίσω της δεκάδες οικογένειες να θρηνούν μέσα σε λίγες εβδομάδες γονείς, παππούδες, γιαγιάδες και αγαπημένα πρόσωπα.

Η πρόσφατη επανέναρξη της ακροαματικής διαδικασίας έφερε ξανά στην αίθουσα του δικαστηρίου συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις για όσα συνέβησαν και, κυρίως, για το αν υπήρχαν μέτρα που θα μπορούσαν να είχαν περιορίσει την εξάπλωση του ιού και την απώλεια ανθρώπινων ζωών.

Η παρουσία τους υπενθυμίζει ότι πίσω από τους αριθμούς και τις διοικητικές διαδικασίες βρίσκονται 50 ανθρώπινες ζωές και δεκάδες οικογένειες που εξακολουθούν να βιώνουν τις συνέπειες του τραγικού συμβάντος.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ «ΚΙΤΡΙΝΟ ΝΤΟΣΙΕ»

Κατά την πρόσφατη ακροαματική διαδικασία τέθηκαν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το St Basil’s είχε οργανώσει και εφαρμόσει τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Ο κ. Kontis κατέθεσε ότι το διοικητικό συμβούλιο δεν είχε εγκρίνει επίσημα την πολιτική διαχείρισης της COVID-19, ενώ ο ίδιος, ως πρόεδρος, πίστευε ότι είχε την αρμοδιότητα να την εγκρίνει.

Κατά την εξέτασή του από τη δικηγόρο που υποστηρίζει την έρευνα, Naomi Hodgson, τέθηκε επίσης το ερώτημα κατά πόσο η συγκεκριμένη πολιτική παρείχε επαρκείς οδηγίες για τη διαχείριση των στενών επαφών και την πρόληψη της μετάδοσης του ιού.

Στο δικαστήριο ειπώθηκε ακόμη ότι η πολιτική δεν επικαιροποιούνταν κάθε φορά που άλλαζαν οι κυβερνητικές οδηγίες. Αντίθετα, οι νέες οδηγίες εκτυπώνονταν και τοποθετούνταν σε ένα «κίτρινο ντοσιέ», από το οποίο οι εργαζόμενοι καλούνταν να ενημερώνονται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι ορισμένα από τα έγγραφα που φέρεται να περιλαμβάνονταν στο συγκεκριμένο ντοσιέ δεν έχουν εντοπιστεί.

Η κα Kos ανέφερε ότι μεταξύ αυτών υπήρχε και σχέδιο για τον διαχωρισμό των φιλοξενούμενων που είχαν προσβληθεί από COVID-19 από εκείνους των οποίων τα τεστ έβγαιναν αρνητικά.

Ωστόσο, οι έρευνες στα ηλεκτρονικά και φυσικά αρχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου δεν εντόπισαν το συγκεκριμένο έγγραφο.

Από την πλευρά του, ο δικηγόρος του St Basil’s επισήμανε ότι η απουσία ορισμένων αρχείων δεν επιτρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα πως το συγκεκριμένο σχέδιο δεν υπήρξε ποτέ.

ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της εξέτασης του κ. Kontis αφορούσε τον τρόπο λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου κατά τη διάρκεια της έξαρσης.

Στο δικαστήριο ειπώθηκε ότι στις 15 Ιουλίου 2020 υποβλήθηκαν σε τεστ 116 φιλοξενούμενοι και 95 εργαζόμενοι, με 28 από αυτούς να βγαίνουν θετικοί στον COVID-19.

Σημαντικό μέρος της εξέτασης αφορούσε και την απόφαση να απομακρυνθεί το σύνολο του προσωπικού του St Basil’s και να αντικατασταθεί από εργαζομένους μέσω εταιρειών προσωρινής απασχόλησης (agencies).

Η απόφαση ελήφθη καθώς ο ιός είχε ήδη εξαπλωθεί ευρέως στη μονάδα και υπήρχε ανησυχία ότι η συνέχιση της εργασίας του υφιστάμενου προσωπικού θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση.

Ο κ. Kontis ανέφερε ότι διαφωνούσε με την εν λόγω απόφαση, καθώς αμφέβαλλε κατά πόσο οι εργαζόμενοι που θα προσλαμβάνονταν μέσω εταιρειών προσωρινής απασχόλησης θα διέθεταν την απαιτούμενη κατάρτιση και θα ήταν αρνητικοί στον ιό.

Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν συμμετείχε σε κρίσιμες συσκέψεις στις οποίες έλαβαν μέρος ανώτερα στελέχη και υγειονομικοί αξιωματούχοι, απάντησε ότι δεν είχε παρευρεθεί και ότι ενημερώθηκε εκ των υστέρων.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την έρευνα, καθώς το δικαστήριο εξετάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονταν οι αποφάσεις και ασκούνταν η διοίκηση κατά τις κρίσιμες ημέρες της έξαρσης.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Η κατάθεση της κας Kos ανέδειξε επίσης τις δυσκολίες που υπήρχαν στην επικοινωνία με το προσωπικό.

Όπως ανέφερε, για περίπου το 95% του προσωπικού τα Αγγλικά ήταν η δεύτερη γλώσσα, ενώ η πλειονότητα των εργαζομένων δεν διέθετε φορητό υπολογιστή ούτε άμεση πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αρχεία.

Οι οδηγίες για την COVID-19 μεταδίδονταν, μεταξύ άλλων, μέσω ανακοινώσεων γραμμένων σε «απλή γλώσσα», καθώς και κατά την αλλαγή των βαρδιών.

Το δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο ο τρόπος αυτός ήταν επαρκής για τη μετάδοση σύνθετων και διαρκώς μεταβαλλόμενων οδηγιών σχετικά με την προστασία από τον ιό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί στο πλαίσιο της έρευνας, η καθυστέρηση στην ενημέρωση των ομοσπονδιακών αρχών είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει και η διενέργεια μαζικών ελέγχων σε εργαζομένους και φιλοξενούμενους. Το ζήτημα αυτό είχε εξεταστεί και σε προηγούμενα στάδια της έρευνας, ως ένας από τους παράγοντες που ενδέχεται να συνέβαλαν στην εξάπλωση του ιού.

Οι Kontis και Kos είχαν προηγουμένως προσφύγει δικαστικά, επιχειρώντας να αποφύγουν την κατάθεση.

Τελικά, υποχρεώθηκαν να καταθέσουν, αφού τούς χορηγήθηκε πιστοποιητικό προστασίας στις καταθέσεις τους, βάσει του άρθρου 57 του Coroners Act.

Αυτό σημαίνει ότι οι καταθέσεις τους στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας προστατεύονται και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις.

ΝΩΠΕΣ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

Για τις οικογένειες των θυμάτων, όμως, έξι χρόνια δεν αρκούν για να σβήσουν τη μνήμη των όσων συνέβησαν.

Ο Spiros Vasilakis, η μητέρα του οποίου, Μαρία, πέθανε στο St Basil’s κατά τη διάρκεια της έξαρσης, παρακολούθησε καθημερινά την ακροαματική διαδικασία.

Ο ίδιος μίλησε για τον πόνο που εξακολουθούν να βιώνουν οι οικογένειες, αλλά και για τη δυσκολία να ακούν, έξι χρόνια μετά, ορισμένους από τους ανθρώπους που βρίσκονταν σε καίριες θέσεις εκείνη την περίοδο να δηλώνουν ότι δεν θυμούνται λεπτομέρειες των γεγονότων.

Για τις οικογένειες, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απόδοση ευθυνών. Είναι, πάνω απ’ όλα, να λάβουν μια σαφή απάντηση για το τι συνέβη στους ανθρώπους που είχαν εμπιστευθεί στο St Basil’s τη φροντίδα και την ασφάλειά τους.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ

Το Coroners Court of Victoria έχει καταχωρίσει την υπόθεση ως «St Basil’s Inquiry», με αριθμό COR 2020 004101, μαζί με άλλες συναφείς υποθέσεις, υπό την εποπτεία της State Coroner, Judge Liberty Sanger.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου από τις 3 έως τις 7 Αυγούστου 2026.

Η κατάθεση του κ. Kontis δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και έχει προγραμματιστεί να συνεχιστεί στις 16 Νοεμβρίου.

Μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας και την έκδοση των τελικών πορισμάτων του Coroner, δεν μπορεί να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα ως προς την ευθύνη για τους θανάτους ή το κατά πόσο συγκεκριμένες αποφάσεις συνέβαλαν αιτιωδώς στην απώλεια ζωών.

Ένα, ωστόσο, παραμένει αδιαμφισβήτητο: το μέγεθος της ανθρώπινης απώλειας.

Πενήντα ηλικιωμένοι δεν επέστρεψαν ποτέ στις οικογένειές τους. Έξι χρόνια μετά την τραγωδία, οι συγγενείς τους εξακολουθούν να βρίσκονται στην αίθουσα του δικαστηρίου, αναζητώντας απαντήσεις.

Για την ελληνική παροικία της Μελβούρνης, η τραγωδία του St Basil’s παραμένει μια βαθιά πληγή, αλλά και μια υπόθεση που ζητά να φωτιστεί κάθε πτυχή της, με στοιχεία, διαφάνεια και σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων και στις οικογένειές τους.

Η οριστική εικόνα θα διαμορφωθεί με την ολοκλήρωση της έρευνας και την έκδοση του τελικού πορίσματος.

Η έρευνα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το St Basil’s ούτε περιορίζεται στην ελληνική παροικία.

Το 2020, η Βικτώρια βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες κρίσεις στην ιστορία της φροντίδας ηλικιωμένων.

Κατά το δεύτερο κύμα της πανδημίας, καταγράφηκαν 1.961 κρούσματα COVID-19 μεταξύ φιλοξενούμενων μονάδων aged care, 899 νοσηλείες και 657 θάνατοι, ενώ συνολικά σημειώθηκαν ξεσπάσματα σε 178 μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων.

Η υπόθεση του St Basil’s εξετάζεται, επομένως, και μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, με το δικαστήριο να καλείται να εξετάσει τον βαθμό ετοιμότητας των μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων, τις ευθύνες των διοικήσεων, πόσο αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πολιτειακές και ομοσπονδιακές αρχές, αλλά και το κατά πόσο τα διδάγματα της πανδημίας μπορούν να συμβάλουν στην αποτροπή παρόμοιων τραγωδιών στο μέλλον.

The post St Basil’s: Ξανά στο προσκήνιο τα κρίσιμα ερωτήματα έξι χρόνια μετά την τραγωδία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.