Η Ευγενία Κασάπη έφυγε από τη ζωή στις 5 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 76 ετών.
Η πολυαγαπημένη σύζυγος, μητέρα και γιαγιά είχε εκφράσει μια τελευταία επιθυμία. Να δωρίσει το σώμα της στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, ώστε να αξιοποιηθεί για την ιατρική έρευνα και εκπαίδευση.
Έχοντας αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας σε όλη της τη ζωή, η Ευγενία ήθελε μετά τον θάνατό της να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση ορισμένων ασθενειών και, μέσα από αυτό, να βοηθήσει άλλους ανθρώπους. Ήταν μια απόφαση που είχε πάρει μαζί με τον σύζυγό της, Αθανάσιο, αρκετά χρόνια πριν.
«Πίστευε ότι μπορούσε να προσφέρει και ότι ίσως μπορούσε και να βοηθήσει», είπε στον «Νέο Κόσμο» η κόρη της, Πηνελόπη Θεοδωρέλου.
«Και όσο δύσκολο κι αν είναι για εμάς –και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο– είμαι τόσο περήφανη για εκείνη».
Με τη δωρεά του σώματός της, η Ευγενία θα ενταχθεί στο Πρόγραμμα Δωρεάς Σώματος του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης, συμβάλλοντας στην εκπαίδευση και κατάρτιση της επόμενης γενιάς γιατρών και επαγγελματιών υγείας, αλλά και στην ανατομική έρευνα.
Για τους φοιτητές Ιατρικής, οι δωρητές σώματος αποτελούν ανεκτίμητο μέρος της εκπαίδευσής τους. Η γενναιοδωρία τους δίνει στους μελλοντικούς γιατρούς τη δυνατότητα να αποκτήσουν βαθύτερη γνώση της ανθρώπινης ανατομίας και να προετοιμαστούν για την επαγγελματική τους πορεία. Γι’ αυτό, κάθε χρόνο, το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης πραγματοποιεί μια ειδική τελετή, όπου φοιτητές, πανεπιστημιακό προσωπικό και συγγενείς των δωρητών τιμούν τη μνήμη αυτών των ανθρώπων, αναγνωρίζοντας την προσφορά τους και τη συμβολή τους στην εκπαίδευση των επόμενων γενεών.
«Από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης μάς είπαν: “Κοιτάξτε, μπορεί να πάρετε τη μητέρα σας πίσω σε δύο εβδομάδες ή μπορεί να την πάρετε πίσω σε δύο χρόνια, αποτεφρωμένη”. Και αυτό είναι δύσκολο», λέει η Πηνελόπη.
«Όμως πρέπει να σεβαστούμε την επιθυμία της και είμαι τόσο περήφανη που ήθελε να το κάνει. Ακόμη και μετά τον θάνατό της, συνεχίζει να προσφέρει τον εαυτό της στους άλλους».

ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΡΧΗ
Τα παιδικά χρόνια της Ευγενίας στην Αθήνα ήταν αρκετά δύσκολα.
Μεγαλώνοντας χωρίς πατέρα, βίωσε την απόρριψη του κόσμου. Η μητέρα της εργαζόταν για να τους ζήσει και η Ευγενία συχνά περνούσε τον χρόνο της σε διαφορετικά σπίτια, όπου, όπως λέει η Πηνελόπη, σπάνια την αντιμετώπιζαν με καλοσύνη.
Το πρώτο φως ελπίδας μπήκε στη ζωή της όταν η μητέρα της γνώρισε τον άνθρωπο που θα γινόταν ο πατριός της. Εκείνος την αποδέχθηκε σαν δικό του παιδί και η οικογένεια μετακόμισε στην Καλαμάτα, πριν πάρει τον δρόμο για την Αυστραλία, όταν η Ευγενία ήταν εννέα ετών.
Με τον ερχομό της στην Αυστραλία, η Ευγενία βρήκε τελικά έναν τόπο όπου ένιωσε ευπρόσδεκτη. Μεγάλωσε στο Fitzroy και φοίτησε εκεί στο γυμνάσιο και το λύκειο. Η οικογένεια μετακόμισε στη St Georges Road, όπου η Ευγενία βοήθησε στη λειτουργία του σούπερ μάρκετ του θείου της. Είχε εξαιρετικό επιχειρηματικό μυαλό, θυμάται η Πηνελόπη.

Το 1970, ταξιδεύοντας με τη μητέρα της πίσω στην Ελλάδα, γνώρισε στο πλοίο τον μελλοντικό της σύζυγο, Αθανάσιο. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε τελικά στις Σέρρες, στη βόρεια Ελλάδα, όπου μεγάλωσαν τα τρία παιδιά τους, την Ελισάβετ, την Πηνελόπη και τον Χρήστο. Όμως το όνειρο της Ευγενίας ήταν να επιστρέψουν στην Αυστραλία και τελικά έπεισε τον σύζυγό της ότι εκεί έπρεπε να χτίσουν το μέλλον τους.
«Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας και τις ευθύνες που ανέλαβε από πολύ μικρή ηλικία, μεγάλωσε τρία παιδιά όσο καλύτερα μπορούσε», λέει η Πηνελόπη. «Μας έδωσε ευκαιρίες και εμπειρίες. Όταν επρόκειτο για τα παιδιά της, πάντα ακολουθούσε την καρδιά της».
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΗΤΑΝ ΟΛΗ ΤΗΣ Η ΖΩΗ
Η Ευγενία ήταν μια στοργική μητέρα, δυναμική ως χαρακτήρας και, κάποιες φορές, πεισματάρα.
«Ήταν το λιμάνι μας».
Δούλευε ακούραστα για τα παιδιά της και, αργότερα, για τα εγγόνια της, φροντίζοντας ώστε το πατρικό να παραμένει ένα ζεστό καταφύγιο, ένας χώρος για να βρίσκονται όλοι μαζί.

«Η μαμά ήταν πιο ευτυχισμένη όταν ήταν με τα παιδιά και τα εγγόνια της, όταν μαγείρευε και μάθαινε στα εγγόνια της να παίζουν τάβλι. Πάντα κουβαλούσε δώρα. Όταν είχαμε γενέθλια και γιορτές, χαιρόταν τόσο πολύ, γιατί ήξερε ότι θα είμαστε όλοι μαζί, παιδιά και εγγόνια, και τότε μαγείρευε για ένα ολόκληρο χωριό».
«Από τη στιγμή που γεννήθηκαν τα εγγόνια της, έγιναν η ζωή της. Δεν τους χαλούσε χατίρι», προσθέτει η Πηνελόπη.
«Η οικογένεια ήταν η πηγή της χαράς της. Η δύναμή της. Η μαμά αγαπούσε πολύ το διάβασμα, ιδιαίτερα τις βιογραφίες. Έπαιζε πολύ Sudoku. Αν μας φώναζε με ολόκληρο το όνομά μας –”Πηνελόπη”, “Ελισάβετ” ή “Χρήστο”– ξέραμε ότι είχαμε μπλέξει».
Η Πηνελόπη πιστεύει πως, έχοντας αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα όλων των άλλων, η μητέρα της δεν βρήκε ποτέ πραγματικά τον χρόνο να επουλώσει τις δικές της πληγές από τα δύσκολα παιδικά της χρόνια. Αντί γι’ αυτό, συνέχισε να δίνει αγάπη.

Σε όλη την ενήλικη ζωή της, η Ευγενία αντιμετώπιζε μια σειρά από σοβαρά προβλήματα υγείας.
Πριν από 25 χρόνια διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού, ενώ παράλληλα είχε διαβήτη και άλλα χρόνια προβλήματα υγείας. Προς το τέλος της ζωής της υπέστη έμφραγμα, όμως η καρδιά της είχε υποστεί τόσο σοβαρή βλάβη, που δεν μπορούσε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Οι γιατροί εντόπισαν επίσης καρκίνο στο ίδιο σημείο όπου είχε εμφανιστεί και αντιμετωπιστεί η νόσος στο παρελθόν.
«Μας είπαν ότι κάτι τέτοιο ήταν πολύ σπάνιο να συμβεί», λέει η κόρη της.
Για χρόνια, η Ευγενία σκεφτόταν πως ίσως, τελικά, οι δικές της εμπειρίες με τόσες ασθένειες θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ιατρική επιστήμη.
ΕΝΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΩΡΟ
Η Ευγενία πίστευε στον Θεό και, παρότι δεν ήταν άνθρωπος που πήγαινε τακτικά στην εκκλησία, ακολουθούσε την πίστη της με τον δικό της τρόπο.
«Έδειχνε δυνατή, και καμιά φορά ισχυρογνώμων», λέει η Πηνελόπη. «Αλλά βαθιά μέσα της ήταν ευαισθητούλα».
Η ραγδαία επιδείνωση της υγείας της μητέρας της τους τελευταίους τέσσερις μήνες ήταν πολύ δύσκολη για όλη την οικογένεια.
«Στην αρχή ήμουν σίγουρη ότι θα αναρρώσει. Δεν περίμενα ότι η μαμά μου θα κατέρρεε τόσο γρήγορα. Ήταν πραγματικά δύσκολο να βλέπω τη μαμά μου έτσι».
Η Πηνελόπη γνωρίζει καλά το πένθος. Πριν από δέκα χρόνια, ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε τροχαίο, σε ηλικία μόλις 45 ετών.
«Μου λείπει κάθε μέρα», λέει. «Όμως ξέρω ότι με τη μαμά μου το πένθος θα είναι διαφορετικό».
Υπάρχει, ωστόσο, κάποια παρηγοριά στη σκέψη ότι οι δύο άνθρωποι που αγάπησε τόσο πολύ μπορεί, με κάποιον τρόπο, να είναι και πάλι μαζί.
«Απλώς ελπίζω να είναι μαζί, να βρήκε ο ένας τον άλλον και εκείνος να τη βοηθά να τα βγάλει πέρα».
«Θα μου λείψουν τα τηλεφωνήματά της, το να με αποκαλεί “Πεννάκι” ή “Π μου”».
Η τελευταία γενναιόδωρη πράξη της είναι, για την οικογένειά της, ακόμη μία έκφραση του ανθρώπου που ήταν όσο ζούσε. Ενός ανθρώπου που έδινε διαρκώς τον εαυτό του στους άλλους.

The post Ένα τελευταίο δώρο, ακόμη και μετά θάνατον, από Ελληνίδα της Μελβούρνης appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.