Το πατρικό… καταφύγιο σε μια Αυστραλία που αλλάζει

Η Αυστραλία, όπως τη γνώρισαν οι παλαιότεροι συμπάροικοι, έχει αλλάξει.

Η απόκτηση ενός σπιτιού, η οικονομική ανεξαρτησία εν γένει και η αίσθηση ότι η ζωή προχωρά εμπρός, για ολοένα περισσότερους ανθρώπους είναι μια διαδρομή μακρύτερη, ακριβότερη και πιο δύσκολη.

Μια ολόκληρη γενιά… μένει πίσω, όπως έγραψε ο «Νέος Κόσμος» πρόσφατα και καλά που υπάρχει και το πατρικό.

Ενδεικτικό είναι, σύμφωνα και με τη νέα έρευνα της HILDA για τα νοικοκυριά και το εισόδημα στην Αυστραλία, ότι οι μισοί νέοι ηλικίας 18-29 ετών ζούσαν με τους γονείς τους το 2024, έναντι 39% το 2001.

Η ετήσια έκθεση Household, Income and Labour Dynamics in Australia, σημειώνεται, βασίζεται σε στοιχεία που συλλέχθηκαν την περίοδο 2001-2024 και αποτελεί τη μεγαλύτερη διαχρονική μελέτη του είδους της στη χώρα, παρακολουθώντας κάθε χρόνο τους ίδιους 17.000 ανθρώπους, προκειμένου να κατανοήσει πώς αλλάζει η ζωή μας.

Καταγράφει ζητήματα όπως η οικονομική προσιτότητα της στέγασης και η στεγαστική πίεση (housing stress), οι αναντιστοιχίες στην αγορά εργασίας, η ποιότητα των σχέσεων, η οικονομική πίεση, μεταξύ πολλών άλλων.

Και καθώς οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξανόμενο κόστος ζωής, δηλώνουν ότι έχουν λιγότερη ενέργεια και αισθάνονται περισσότερο κουρασμένοι.

Οι δείκτες «ζωτικότητας» (vitality) της έρευνας υποχώρησαν σταθερά την τελευταία δεκαετία σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε μεταξύ των γυναικών ηλικίας 25-34 ετών.

Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική και επίμονη επιδείνωση της αυτοαναφερόμενης ψυχικής υγείας μεταξύ των νεότερων, ιδιαίτερα -και πάλι- των νεαρών γυναικών.

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η στεγαστική πίεση αυξάνεται: Στεγαστική πίεση αντιμετωπίζει ένα νοικοκυριό χαμηλού εισοδήματος όταν δαπανά περισσότερο από το 30% του εισοδήματός του μετά τη φορολογία για ενοίκιο ή αποπληρωμή στεγαστικού δανείου. Αυτό μπορεί να αφήσει ελάχιστα χρήματα για τρόφιμα, μετακινήσεις και άλλες βασικές ανάγκες.

Ως χαμηλό εισόδημα ορίζεται το εισόδημα που βρίσκεται στο χαμηλότερο 40% της κατανομής εισοδήματος των νοικοκυριών στην Αυστραλία, αφού ληφθεί υπόψη το μέγεθος του νοικοκυριού. Η προσαρμογή αυτή αναγνωρίζει ότι μια οικογένεια χρειάζεται μεγαλύτερο εισόδημα από ένα άτομο που ζει μόνο του.

Το κόστος στέγασης και τα εισοδήματα διαφέρουν σημαντικά σε ολόκληρη την Αυστραλία και, ως εκ τούτου, εξετάζονται ξεχωριστά τρεις διαφορετικές περιοχές.

Μεταξύ όσων ζουν στις πέντε πρωτεύουσες της ηπειρωτικής Αυστραλίας – Σίδνεϊ, Μελβούρνη, Μπρίσμπαν, Περθ και Αδελαΐδα – το ποσοστό των ιδιοκτητών με στεγαστικό δάνειο που αντιμετώπιζαν στεγαστική πίεση υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ 2021 και 2024, από 4,4% σε 10%.

Οι ενοικιαστές που ζουν στις πρωτεύουσες της ηπειρωτικής Αυστραλίας κατέγραψαν πολύ υψηλότερα ποσοστά: περίπου ένας στους τέσσερις αντιμετώπιζε στεγαστική πίεση το 2024, έναντι περίπου ενός στους πέντε το 2001.

Η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη αύξηση της στεγαστικής πίεσης καταγράφηκε μεταξύ των ενοικιαστών που ζουν σε περιφερειακές περιοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται μικρές πόλεις με λιγότερους από 1.000 κατοίκους, καθώς και αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές. Τα ποσοστά στεγαστικής πίεσης για αυτή την ομάδα αυξήθηκαν από περίπου 13% το 2001 σε 29% το 2024.

Σε άλλες αστικές περιοχές –στις οποίες περιλαμβάνονται το Χόμπαρτ, το Ντάργουιν, η Καμπέρα και άλλες περιοχές με πληθυσμό άνω των 1.000 κατοίκων– η στεγαστική πίεση αφορούσε το 2024 περίπου 9% των ιδιοκτητών με στεγαστικό δάνειο και 25% των ενοικιαστών.

Οι μισοί νέοι ενήλικες εξακολουθούν να μένουν στο πατρικό: Το κόστος στέγασης επηρεάζει και την απόφαση των νέων ανθρώπων για το αν θα μείνουν με τους γονείς τους ή θα φύγουν από το πατρικό τους, και η HILDA καταγράφει μια μακροπρόθεσμη αλλαγή.

Το ποσοστό των νέων ενηλίκων που ζουν με τους γονείς τους, όπως προαναφέρθηκε, αυξήθηκε από 39% το 2001 σε 47% το 2012. Μέχρι το 2024, οι μισοί Αυστραλοί ηλικίας 18 έως 29 ετών ζούσαν με τους γονείς τους.

Η μεγαλύτερη αλλαγή καταγράφηκε μεταξύ των ηλικιών 18 έως 21 ετών, όπου το ποσοστό αυξήθηκε από 69% το 2001 σε 85% το 2024.

Στις ηλικίες 22 έως 25 ετών, το ποσοστό αυξήθηκε από 35% σε 48%, ενώ στις ηλικίες 26 έως 29 ετών αυξήθηκε από 17% σε 22%.

Το 2024, οι νέοι άνδρες εξακολουθούσαν να είναι πιθανότερο να ζουν με τους γονείς τους σε σύγκριση με τις νέες γυναίκες – 55% έναντι 45%.

Αυξάνεται η επισιτιστική ανασφάλεια: Η επισιτιστική ανασφάλεια –η αδυναμία εξασφάλισης επαρκούς τροφής λόγω έλλειψης χρημάτων– μετρήθηκε από την έρευνα HILDA το 2020 και το 2024.

Το 2024, 17,9% των Αυστραλών ανέφεραν τουλάχιστον μία ένδειξη επισιτιστικής ανασφάλειας, έναντι 13,7% το 2020.

Η συχνότερη μορφή επισιτιστικής ανασφάλειας είναι η κατανάλωση μόνο λίγων ειδών τροφίμων λόγω έλλειψης χρημάτων και ακολουθεί η αδυναμία κατανάλωσης υγιεινών και θρεπτικών τροφίμων.

Οι μονογονεϊκές οικογένειες αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ αυξημένο κίνδυνο αντιμετωπίζουν επίσης τα άτομα με αναπηρία, τα άτομα με κακή κατάσταση υγείας και οι καπνιστές.

Η επισιτιστική ανασφάλεια φαίνεται συχνά να επιμένει για πολλά χρόνια, καθώς οι μισοί από όσους την αντιμετώπιζαν το 2020 εξακολουθούσαν να την αντιμετωπίζουν και το 2024.

Όσον αφορά στην εργασία, η μελέτη αναφέρει ότι ένας στους δύο εργαζόμενους στην Αυστραλία θεωρεί ότι διαθέτει περισσότερα προσόντα από όσα απαιτεί η δουλειά του.

Η αναντιστοιχία εμφανίζεται συχνότερα μεταξύ των κάτω των 25 ετών, σε ορισμένα επαγγέλματα –όπως οι εργαζόμενοι στις πωλήσεις και οι εργάτες– και σε ορισμένους κλάδους, όπως οι υπηρεσίες καταλύματος και εστίασης.

«Με το 50% των εργαζομένων στην Αυστραλία να δηλώνουν ότι πιστεύουν πως έχουν περισσότερα προσόντα από όσα απαιτεί ο ρόλος τους, βρισκόμαστε ακριβώς στο ίδιο σημείο που ήμασταν το 2012», σχολιασε η Δρ Inga Lass.

«Αυτό υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας έχει γενικά συμβαδίσει με την αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, με τον αριθμό των θέσεων εργασίας που απαιτούν πτυχίο bachelor ή master να αυξάνεται ταχύτερα, ενώ οι θέσεις που απαιτούν έως και Year 11 ή χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης μειώνονται».

Η αναντιστοιχία μεταξύ προσόντων και εργασίας συνδέεται με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη δουλειά και τη ζωή και με μεγαλύτερη πιθανότητα παραίτησης, ενώ η υπερβολική κατάρτιση σε σχέση με τις απαιτήσεις της θέσης φαίνεται γενικά να έχει ισχυρότερες αρνητικές επιπτώσεις από την υπερεκπαίδευση.

Ακόμη, σύμφωνα με την HILDA, η τάση αύξησης του μορφωτικού επιπέδου των γυναικών συνεχίστηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα: πολύ περισσότερες από τις μισές γυναίκες ηλικίας 25 έως 44 ετών διαθέτουν πλέον πανεπιστημιακό πτυχίο, έναντι 40% των ανδρών της ίδιας ηλικιακής ομάδας.

Το μορφωτικό επίπεδο των ανδρών έχει επίσης αυξηθεί, αλλά πιο αργά. Ως αποτέλεσμα, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες κάτω των 65 ετών, οι γυναίκες έχουν πλέον αισθητά υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τους άνδρες.

Η έκθεση επισημαίνει ότι μια συγκεκριμένη δημογραφική ομάδα μένει πίσω.

«Οι άνδρες ηλικίας 25 έως 44 ετών που δεν ολοκλήρωσαν το Year 12 έχουν γίνει λιγότερο πιθανό να εργάζονται με πλήρη απασχόληση και περισσότερο πιθανό να βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού», επισήμανε ο Δρ Kyle Peyton.

«Το ποσοστό πλήρους απασχόλησης τους μειώθηκε από 70% το 2001 σε 63% το 2024, ενώ το ποσοστό όσων βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού αυξήθηκε από 12% σε 22%».

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι περισσότεροι που βρίσκονται σε μακροχρόνιες σχέσεις –παντρεμένοι ή όχι– θεωρούν ότι ο δεσμός τους είναι πολύ ισχυρός, αν και οι άνδρες αναφέρουν σταθερά υψηλότερη ικανοποίηση από αυτόν σε σύγκριση με τις γυναίκες.

Όταν κλήθηκαν να αξιολογήσουν την ποιότητα της σχέσης τους σε έξι διαφορετικές διαστάσεις, σε κλίμακα από το 1 έως το 5, οι περισσότεροι ερωτηθέντες έδωσαν υψηλές βαθμολογίες και στις έξι.

Οι ερωτήσεις σχετικά με την «αγάπη» έλαβαν τις υψηλότερες συνολικά βαθμολογίες, ενώ οι χαμηλότερες αφορούσαν το κατά πόσο οι σύντροφοι ικανοποιούν τις ανάγκες τους και το κατά πόσο οι σχέσεις ανταποκρίνονται στις αρχικές προσδοκίες.

Η ισότιμη κατανομή των οικιακών εργασιών, της φροντίδας των παιδιών και των εισοδημάτων αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης ισχυρότερης ποιότητας σχέσης.

Τα ζευγάρια που φροντίζουν παιδιά, ζουν με αναπηρία ή αντιμετωπίζουν οικονομική πίεση είχαν την τάση να αναφέρουν χαμηλότερες βαθμολογίες για την ποιότητα της σχέσης τους.

Η ποιότητα της σχέσης είναι υψηλότερη μεταξύ ζευγαριών χωρίς παιδιά με σχετικά ισόρροπα εισοδήματα –τα οποία τείνουν επίσης να μοιράζονται σχετικά ισότιμα την αμειβόμενη και μη αμειβόμενη εργασία– και χαμηλότερη μεταξύ ζευγαριών με εξαρτώμενα παιδιά, όπου η γυναίκα είναι ο κύριος εισοδηματίας και συνήθως αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος τόσο της αμειβόμενης όσο και της μη αμειβόμενης εργασίας.

«Όταν σκέφτεστε την πορεία μιας σχέσης, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι δυνητικά στρεσογόνοι παράγοντες, όπως η εργασία, οι λογαριασμοί και η ανατροφή των παιδιών, να αρχίζουν να υποχωρούν γύρω στο 25ο έτος, επιτρέποντας στα ζευγάρια να δώσουν προτεραιότητα στη σχέση τους», σχολίασε η Δρ Lass.

The post Το πατρικό… καταφύγιο σε μια Αυστραλία που αλλάζει appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.