Παρά τα 15.000 χιλιόμετρα της απόστασης και την ταλαιπωρία του πολύωρου ταξιδιού, την ακρίβεια που κάνει τις διακοπές ολοένα και πιο δύσκολη υπόθεση, αλλά και τα χρόνια που βαραίνουν πολλούς συμπάροικους πλέον, η Ελλάδα εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή έλξη στους ταξιδιώτες από Αυστραλία.
Πίσω από τους αριθμούς της τουριστικής κίνησης κρύβεται βέβαια, σε πολλές περιπτώσεις, ο καημός, η νοσταλγία και η ανάγκη επιστροφής σε έναν τόπο με τον οποίο συνδέονται οικογενειακές μνήμες και προσωπικές ιστορίες.
Για ένα σημαντικό μέρος των επισκεπτών από την Αυστραλία, η Ελλάδα είναι η πατρίδα των γονιών ή των παππούδων τους, ο τόπος καταγωγής της οικογένειας, ένα χωριό, ένα νησί που κουβαλούν μέσα τους ακόμη κι αν έχουν γεννηθεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Και τα στοιχεία αποτυπώνουν αυτή τη σχέση με έναν ιδιαίτερο τρόπο: μπορεί οι αφίξεις από την Αυστραλία να μειώθηκαν πέρυσι, όμως αυτοί που εν τέλει ταξίδεψαν στην Ελλάδα έμειναν κατά μέσο όρο σχεδόν διπλάσιο χρόνο από τον μέσο τουρίστα (δύσκολα άλλωστε ξεσηκώνεται κανείς για τόσο μακρινό ταξίδι μόνο για λίγες μέρες), ενώ δαπάνησαν σημαντικά περισσότερα χρήματα σε σχέση με το 2024 (ας όψεται βέβαια και η ακρίβεια που κλιμακώνεται κάθε χρόνο).
ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Ειδικότερα, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ (Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων), το 2025 η Αυστραλία ήταν μαζί με τη Γαλλία, τη Σουηδία και τη Δανία, οι μόνες αγορές που παρουσίασαν αύξηση και στους τρεις δείκτες: Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη (ΜΚΔ), Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) και Μέση Διάρκεια Παραμονής (ΜΔΠ).
Επισκέφθηκαν την Ελλάδα 169.533 ταξιδιώτες από την Αυστραλία, έναντι περίπου 180.000 το 2024, καταγράφοντας μείωση 5,6%. Οι διανυκτερεύσεις τους μειώθηκαν επίσης -σε σύνολο- κατά 4,9%, από περίπου 2,1 εκατ. σε 1.974.932.
Ωστόσο, παρά τη μείωση τόσο των αφίξεων όσο και των διανυκτερεύσεων -σε σύνολο- τα έσοδα που άφησαν πίσω τους (δεν υπολογίζονται τα εισιτήρια) αυξήθηκαν κατά 20,2%, από περίπου €192 εκατ. το 2024 (περίπου A$336,6 εκατ. με τη μέση ισοτιμία του 2025 στα 1,753) σε €230,7 εκατ. το 2025 (περίπου A$404,4 εκατ.).
Η αυστραλιανή αγορά αντιπροσώπευε έτσι το 1% των συνολικών τουριστικών εισπράξεων της Ελλάδας, έναντι 0,9% το προηγούμενο έτος, παρότι αντιστοιχούσε μόλις στο 0,4% του συνόλου των αφίξεων.
Η εξήγηση βρίσκεται κυρίως στο πόσο μένει και πόσα ξοδεύει ο επισκέπτης από την Αυστραλία, κατά μέσο όρο. Η Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη (ΜΚΔ) αυξήθηκε κατά 27,3%, από €1.068,5 το 2024 (A$1,729.76) σε €1.360,3 το 2025 (περίπου A$2.384).
Το ποσό αυτό ήταν κατά 128,5% υψηλότερο από τον μέσο όρο όλων των επισκεπτών στην Ελλάδα, ο οποίος διαμορφώθηκε στα €595,2 (περίπου A$1.043).
Με άλλα λόγια, ο επισκέπτης από την Αυστραλία δαπάνησε κατά μέσο όρο περισσότερο από το διπλάσιο ποσό του μέσου τουρίστα στη χώρα.
Το 2025 η ΜΚΔ δεν έχει πάντως επιστρέψει στο επίπεδο του 2023. Παραμένει περίπου 14,7% χαμηλότερα από τα €1.594,4 προ τριετίας (περίπου A$2.795 με την ίδια ισοτιμία).
Ωστόσο, σε σχέση με το 2024, η ανάκαμψη είναι πολύ μεγάλη και το σημαντικότερο είναι ότι η δαπάνη παραμένει πολύ πάνω από τον γενικό μέσο όρο.
Το 2025 ο επισκέπτης από την Αυστραλία δαπάνησε κατά μέσο όρο €765,1 περισσότερα από τον μέσο τουρίστα που επισκέφθηκε την Ελλάδα (διαφορά περίπου A$1.341).
Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Αυστραλία στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των εξεταζόμενων αγορών ως προς τη ΜΚΔ, με τον Καναδά μόνο να προηγείται (€1.403 το 2025, περίπου A$2.459).
Ακόμη και σε ημερήσια βάση, η διαφορά είναι σημαντική.
Ο επισκέπτης από την Αυστραλία δαπάνησε κατά μέσο όρο €116,8 ανά διανυκτέρευση το 2025 (περίπου A$205), έναντι €97 για το σύνολο των τουριστών (περίπου A$170).
Η διαφορά ανέρχεται σε 20,5%, ενώ η σχετική δαπάνη των «Αυστραλών» αυξήθηκε κατά 26,4% μέσα σε έναν χρόνο, από €92,4 το 2024 (περίπου A$162).
Το 2023 η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση των Αυστραλών ήταν €131,9, αλλά υποχώρησε κατά 29,9% το 2024. Παρά την πτώση, παρέμενε οριακά υψηλότερη από τον μέσο όρο της χώρας: €92,4 έναντι €89,1 (+3,7% – περίπου A$162 έναντι A$156).
Και υπάρχει ένας ακόμη αριθμός που εξηγεί πολλά: 11,6 διανυκτερεύσεις.
Τόση ήταν η μέση διάρκεια παραμονής των ταξιδιωτών από την Αυστραλία στην Ελλάδα το 2025 (+0,8% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά), έναντι μόλις 6,1 διανυκτερεύσεων για το σύνολο των επισκεπτών.
Η διάρκεια παραμονής των «Αυστραλών» ήταν έτσι κατά 89,7% μεγαλύτερη από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ η Αυστραλία κατατάχθηκε και εδώ στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των εξεταζόμενων αγορών, πίσω από τον Καναδά (12,4).
Το ΙΝΣΕΤΕ επισήμανε ακόμη ότι σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία της Αυστραλίας (Australian Bureau of Statistics), το 2025 οι κάτοικοι της χώρας πραγματοποίησαν 12,5 εκατ. διεθνή ταξίδια (+8,2% σε σύγκριση με το 2024, 11,6 εκατ.).
Οι κορυφαίοι προορισμοί για το 2025 ήταν η Ινδονησία (13,9%), η Νέα Ζηλανδία (11,6%), η Ιαπωνία (7,6%), οι ΗΠΑ (5,7%) και η Κίνα (5,5%).
Η Ελλάδα αντιπροσώπευε το 1,2% των διεθνών ταξιδίων από Αυστραλία για το 2025. Ο κύριος λόγος πραγματοποίησης ενός διεθνούς ταξιδίου ήταν οι διακοπές (60,1%) και ακολούθως η επίσκεψη σε φίλους & συγγενείς (26,4%), οι επαγγελματικοί λόγοι (9,1%), οι σπουδές (0,9%) και οι λοιποί λόγοι (3,5%).
Η αγορά της Αυστραλίας εμφανίζει για το 2025 εποχικότητα εστιασμένη στο Q3 (τρίτο τρίμηνο του έτους) ενώ εντυπωσιακή είναι η αύξηση του μεριδίου του Q2 στις διανυκτερεύσεις σε σύγκριση με τις αφίξεις και τις εισπράξεις.
Συγκεκριμένα:
• αφίξεις: Q1: 1,4%, Q2: 21,4%, Q3: 64,5% και Q4: 12,7%
• διανυκτερεύσεις: Q1: 1,2%, Q2: 33,9%, Q3: 59,4% και Q4: 5,6%
• εισπράξεις: Q1: 1,6%, Q2: 29,6%, Q3: 63,8% και Q4: 5,0%
Ο δημοφιλέστερος προορισμός των τουριστών από την Αυστραλία στην Ελλάδα το 2025 ήταν η Αττική, προφανώς καθώς οι περισσότεροι επιλέγουν να μείνουν ορισμένες μέρες στην Αθήνα, είτε φτάνοντας, πριν αναχωρήσουν για άλλους, είτε πριν το ταξίδι της επιστροφής.
ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΦΤΑΣΕΙ ΑΚΟΜΗ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΠΡΟ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ
Σε πρόσφατο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, η Alpha Bank επισήμανε πάντως ότι η αγορά της Αυστραλίας είναι μεταξύ αυτών -όπως του Καναδά και της Κύπρου- που έως πέρυσι τουλάχιστον, δεν είχαν ακόμη επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα.
Συγκριτικά, το 2019, ο εισερχόμενος τουρισμός από την Αυστραλία στην Ελλάδα έφτασε τα 339.000 άτομα. Το μερίδιο αγοράς της Αυστραλίας ήταν στο 1,1%.
Αναφορικά με τις διανυκτερεύσεις των τουριστών από την Αυστραλία, το 2019 καταγράφηκαν 4,582 εκατομμύρια, ενώ οι εισπράξεις άγγιξαν τα €371 εκατ. με μερίδιο αγοράς 2,1% (το 2017 μάλιστα το σύνολο των εισπράξεων ήταν € 395 εκατ. και μερίδιο αγοράς 2,8%).
Το 2019 η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ) των τουριστών από την Αυστραλία ανερχόταν στα €1.095,4, υψηλότερη κατά 94,2% από την ΜΚΔ που καταγραφόταν στο σύνολο της χώρας (€564,0). Μειωμένη πάντως κατά -10,1% από € 1.218,3 το 2017).
Η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση των τουριστών από την Αυστραλία το 2019 ήταν υψηλότερη κατά 6,4% από αυτή που καταγράφεται στο σύνολο της χώρας (€ 80,9 έναντι € 76,1).
Την περίοδο 2017-2019 η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση των τουριστών από την Αυστραλία κατέγραψε μείωση κατά -15,0% (από € 95,2 το 2017 σε € 80,9 το 2019).
Αναφορικά με την Μέση Διάρκεια Παραμονής, οι τουρίστες από την Αυστραλία πραγματοποίησαν το 2019 κατά μέσο όρο 13,5 διανυκτερεύσεις (82,5% υψηλότερα από τον μέσο όρο της χώρας, 7,4 διανυκτερεύσεις).
ΝΕΑ ΡΕΚΟΡ
Στη μελέτη «Ακτινογραφία Εισερχόμενου Τουρισμού 2024-2025 – Προφίλ Αγορών» του ΙΝΣΕΤΕ, την οποία υπογράφουν ο Σεραφείμ Κουτσός, αναλυτής και ο Δρ Άρης Ίκκος, ISHC, επιστημονικός διευθυντής και η οποία στηρίζεται στις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τα βασικά μεγέθη του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα ανά χώρα προέλευσης επισκεπτών (αγορά), αναφέρεται ότι το:
Το 2025 σε σύγκριση με το 2024, ο εισερχόμενος τουρισμός στην Ελλάδα κατέγραψε νέα ρεκόρ σε όρους αφίξεων και εισπράξεων.
Ο αριθμός των διανυκτερεύσεων παρουσίασε οριακή αύξηση σε σύγκριση με το 2024 ενώ ξεπέρασε οριακά τα προ πανδημίας επίπεδα (+0,3%, 232,5 εκατ.), που ήταν η υψηλότερη τιμή έως τότε.
Ειδικότερα, ο ελληνικός τουρισμός κατέγραψε:
• αφίξεις: +6% (από 36,0 εκατ. το 2024 σε 38,0 εκατ. το 2025),
• διανυκτερεύσεις: +1% (από 231,0 εκατ. το 2024 σε 233,1 εκατ. το 2025) και
• εισπράξεις: +10% (από € 20,6 δισ. το 2024 σε € 22,6 δισ. το 2025).
Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ) του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα το 2025 διαμορφώθηκε στα € 595,2, υψηλότερη κατά +3,9% σε σύγκριση με το 2024 (€ 572,8).
Η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) στο σύνολο της χώρας την περίοδο 2024- 2025 κατέγραψε αύξηση κατά +8,8% (από € 89,1 το 2024 σε € 97,0 το 2025).
Η Μέση Διάρκεια Παραμονής συνέχισε την πτωτική της τάση και το 2025, σημειώνοντας την περίοδο 2024-2025 μείωση κατά -4,5% (από 6,4 διανυκτερεύσεις το 2024 σε 6,1 διανυκτερεύσεις το 2025).
Οι υψηλότερες μειώσεις στα βασικά μεγέθη παρατηρήθηκαν στην όμορη αγορά της Βουλγαρίας, στην long haul αγορά του Καναδά, στην Κύπρο και στο Βέλγιο.
Αντίθετα την καλύτερη εικόνα με σημαντικές αυξήσεις, παρουσιάζουν η Σουηδία, οι όμορες αγορές της Τουρκίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Σερβίας, η Ρωσία, το Ισραήλ, η Αυστρία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Όσον αφορά στις επιμέρους αγορές αύξηση καταγράφηκε στην Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ), από τις αγορές της Βόρειας Μακεδονίας (+83%), της Σουηδίας (+41%), της Δανίας (+34%), της Αυστραλίας (+27%), της Ρωσίας (+14%), της Τουρκίας και της Τσεχίας με 12% αντίστοιχα, της Πολωνίας και του Καναδά με 11% αντίστοιχα, του Ηνωμένου Βασιλείου (+10%), των ΗΠΑ και της Κύπρου με 9% αντίστοιχα, της Σερβίας (+7%), της Γαλλίας (+6%), της Βουλγαρίας (+4%) και της Αυστρίας (+1%).
Ακόμη, η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ), ήταν αυξημένη από τις αγορές της Βόρειας Μακεδονίας (+84%), της Σουηδίας (+32%), της Τσεχίας (+28%), της Δανίας και της Αυστραλίας με 26% αντίστοιχα, της Πολωνίας και της Ρωσίας με 19% αντίστοιχα, της Τουρκίας, του Καναδά και της Βουλγαρίας με 18% αντίστοιχα, της Σερβίας (+15%), της Αλβανίας (+14%), των ΗΠΑ, του Βελγίου και της Κύπρου με 12% αντίστοιχα, του Ην. Βασιλείου (+11%), της Γαλλίας (+6%), της Αυστρίας (+5%), του Ισραήλ (+3%), της Ισπανίας (+2%), της Ολλανδίας και της Ελβετίας με 1% αντίστοιχα και της Γερμανίας (+0,1%).
Η Μέση Διάρκεια Παραμονής (ΜΔΠ) αυξήθηκε μόνο από τις αγορές της Σουηδίας και της Δανίας με 7% αντίστοιχα, της Αυστραλίας (+1%) και της Γαλλίας (+0,5%).
Ειδικότερα, πολύ υψηλή εποχικότητα εμφάνισαν οι ακόλουθες αγορές:
• για τις αφίξεις οι αγορές της Τσεχίας (76%), της Βουλγαρίας (73%), της Ρουμανίας (72%), της Αυστραλίας (65%) και της Ιταλίας και της Δανίας με 60% αντίστοιχα,
• για τις διανυκτερεύσεις οι αγορές της Ρουμανίας και της Τσεχίας με 72% αντίστοιχα, της Βουλγαρίας (64%), της Ιταλίας (63%), της Δανίας (62%) και της Γαλλίας (60%) και
• για τις εισπράξεις οι αγορές της Τσεχίας (78%), της Βόρειας Μακεδονίας και της Ρουμανίας με 68% αντίστοιχα, της Βουλγαρίας (67%), της Αυστραλίας (64%), της Ιταλίας και της Δανίας με 62% αντίστοιχα και της Σερβίας (61%).
Ειδικότερα, πολύ υψηλή εποχικότητα εμφάνισαν οι ακόλουθες αγορές:
• για τις αφίξεις οι αγορές της Τσεχίας (76%), της Βουλγαρίας (73%), της Ρουμανίας (72%), της Αυστραλίας (65%) και της Ιταλίας και της Δανίας με 60% αντίστοιχα,
• για τις διανυκτερεύσεις οι αγορές της Ρουμανίας και της Τσεχίας με 72% αντίστοιχα, της Βουλγαρίας (64%), της Ιταλίας (63%), της Δανίας (62%) και της Γαλλίας (60%) και
• για τις εισπράξεις οι αγορές της Τσεχίας (78%), της Βόρειας Μακεδονίας και της Ρουμανίας με 68% αντίστοιχα, της Βουλγαρίας (67%), της Αυστραλίας (64%), της Ιταλίας και της Δανίας με 62% αντίστοιχα και της Σερβίας (61%).
ΙΣΧΥΡΗ ΑΝΟΔΟ
Επίσης, στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, η Alpha Bank, επισήμανε ότι ο μετά την ταχεία ανάκαμψη που ακολούθησε την πανδημία, ο ελληνικός τουρισμός κατέγραψε ιστορικά υψηλές επιδόσεις τόσο σε αφίξεις όσο και σε εισπράξεις επί τρία διαδοχικά έτη, από το 2023 έως και το 2025.
Σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα-ρεκόρ του 2019, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 21% έως το 2025, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ενισχύθηκαν κατά 28%1.
Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της Ελλάδας στις παγκόσμιες τουριστικές αφίξεις αυξήθηκε από 2,1% το 2019 σε 2,5% το 2025.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν και η δυναμική της κρουαζιέρας, με τις αφίξεις και τις εισπράξεις να έχουν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019, διαμορφούμενες επίσης σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά σχεδόν 15% σε ετήσια βάση, ενώ οι τουριστικές αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 15,4%.
Παράλληλα, παρά την οριακή υποχώρησή της σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παρέμεινε κατά 12% υψηλότερη έναντι των επιπέδων του 2019.
Τα διαθέσιμα στοιχεία για τις αεροπορικές αφίξεις υποδηλώνουν ότι η θετική δυναμική διατηρήθηκε τον Ιούλιο, καθώς η διεθνής επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 5,3% σε ετήσια βάση στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και κατά 5,2% στα περιφερειακά αεροδρόμια.
H αξιοσημείωτη άνοδος του ελληνικού τουρισμού μετά την πανδημία, ωστόσο, δεν αποτυπώθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιφέρειες της χώρας.
Ορισμένοι προορισμοί ενίσχυσαν αισθητά τη θέση τους, ενώ άλλοι κατέγραψαν πιο συγκρατημένες επιδόσεις.
Παράλληλα, η αύξηση των τουριστικών ροών δεν προήλθε αποκλειστικά από τις παραδοσιακές χώρες προέλευσης, αλλά υποστηρίχθηκε και από την ενίσχυση αναδυόμενων αγορών, οι οποίες αύξησαν σταδιακά το μερίδιό τους στον εισερχόμενο τουρισμό της χώρας.
Η Αττική αναδείχθηκε ως η πλέον ωφελημένη περιφέρεια της μεταπανδημικής περιόδου, αυξάνοντας σημαντικά το μερίδιό της τόσο στις επισκέψεις όσο και στις ταξιδιωτικές εισπράξεις.
Το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη διατηρούν την κυρίαρχη θέση τους, συνεχίζοντας να απορροφούν σημαντικό μέρος της τουριστικής ζήτησης.
Την ίδια ώρα, αναδεικνύονται νέοι δυναμικοί προορισμοί, όπως η Ήπειρος, με υψηλούς ρυθμούς αύξησης των επισκέψεων ταξιδιωτών και των αντίστοιχων εισπράξεων.
Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης επισκεπτών, ενισχύοντας περαιτέρω τη συμβολή τους στον ελληνικό τουρισμό.
Την παρουσία τους ωστόσο διευρύνουν και αναδυόμενες αγορές, όπως η Αλβανία, η Ισπανία και ορισμένες σκανδιναβικές χώρες.
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ
Η Αττική και η Ήπειρος συγκαταλέγονται στις περιφέρειες με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση την τελευταία εξαετία, σε όρους τόσο ταξιδιωτικών εισπράξεων, όσο και επισκέψεων.
Ειδικότερα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις στην Αττική το 2025 ήταν αυξημένες κατά 125% σε σχέση με το 2019, ενώ οι επισκέψεις τουριστών ενισχύθηκαν κατά 64%. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της εν λόγω περιφέρειας στο σύνολο των ταξιδιωτικών εισπράξεων αυξήθηκε σε 26% από 15% πριν από την πανδημία, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο στις επισκέψεις διαμορφώθηκε σε 23%, έναντι 16% το 2019.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται αφενός με την αυξανόμενη ελκυστικότητα της Αθήνας ως προορισμού αστικού τουρισμού (city break) και αφετέρου με τη σημαντική αναβάθμιση των τουριστικών υποδομών και την ανάπτυξη της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Ενδεικτικά, τα ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων στην Αττική αυξήθηκαν από κοινού κατά 30% μεταξύ 2019 και 2025, ενώ κατά το ίδιο ποσοστό αυξήθηκαν τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης μεταξύ 2019 και 2024.
Η συνδυαστική επίδραση των ανωτέρω παραγόντων συμβάλλει στη διεύρυνση της τουριστικής δραστηριότητας πέραν των θερινών μηνών και επομένως στον περιορισμό της εποχικότητας.
Στην Ήπειρο, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 57% και οι επισκέψεις κατά 69% το 2025 σε σχέση με το 2019, γεγονός που, σε κάποιο βαθμό, συνδέεται με τη μεγάλη άνοδο των τουριστικών ροών από την Αλβανία.
Παρά τη σημαντική αυτή άνοδο, η περιφέρεια εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σχετικά μικρό ποσοστό του συνόλου του ελληνικού τουρισμού, με μερίδιο περίπου 4% στις επισκέψεις και 2% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις.
Το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη, δύο από τις σημαντικότερες τουριστικές περιφέρειες της χώρας, οι οποίες απορροφούν συνολικά το ένα τρίτο των επισκέψεων μη κατοίκων και συνεισφέρουν σχεδόν το ήμισυ των ταξιδιωτικών εισπράξεων, ενίσχυσαν περαιτέρω τις επιδόσεις τους την τελευταία εξαετία.
Στον αντίποδα, σε ορισμένες περιφέρειες της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Δυτική Μακεδονία, η
Θεσσαλία και η Δυτική Ελλάδα, αλλά και το Βόρειο Αιγαίο, τα τουριστικά μεγέθη εξακολουθούν να κινούνται κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα οφέλη της τουριστικής ανάκαμψης δεν κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα.
Στη Δυτική Μακεδονία, οι απώλειες φαίνεται να συνδέονται κυρίως με τη μειωμένη κίνηση από βαλκανικές αγορές, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, παρά την ενίσχυση των επισκέψεων και των εισπράξεων από την Αλβανία.
Επιπρόσθετα, στη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και το Βόρειο Αιγαίο καταγράφεται μεταξύ 2019 και 2025 ήπια μείωση του ξενοδοχειακού δυναμικού.
Ωστόσο, η μεταβολή αυτή συνοδεύεται από ενδείξεις ποιοτικής αναβάθμισης, με αυξημένο αριθμό κλινών και δωματίων υψηλότερης κατηγορίας (τεσσάρων και πέντε αστέρων) και περιορισμό των χαμηλότερων κατηγοριών.
Συνολικά, οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν τόσο τις μεταβολές στις προτιμήσεις των ταξιδιωτών όσο και τη διαφοροποιημένη αναπτυξιακή δυναμική των επιμέρους προορισμών στη μεταπανδημική περίοδο.
Στο πλαίσιο αυτό, έργα που υλοποιούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας όπως η αναβάθμιση ορεινών υποδομών, επενδύσεις σε τουριστικούς λιμένες, ιαματικές εγκαταστάσεις, καταδυτικά πάρκα και προσβάσιμες παραλίες, αναμένεται να ενισχύσουν την ελκυστικότητα λιγότερο ανεπτυγμένων προορισμών και να συμβάλουν σε μια πιο ισόρροπη γεωγραφική διάχυση της τουριστικής δραστηριότητας.
ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ
Η εικόνα ήταν θετική για τις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο στις τουριστικές ροές και τα σχετικά έσοδα.
Πιο αναλυτικά, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δύο σημαντικότερες αγορές για τον ελληνικό τουρισμό, ενίσχυσαν περαιτέρω τη θέση τους κατά την περίοδο μετά την πανδημία.
Το 2025, οι αφίξεις από τις δύο χώρες ήταν αυξημένες κατά 48% και 40%, αντίστοιχα, σε σχέση με το 2019.
Ως αποτέλεσμα, το συνολικό μερίδιό τους στις αφίξεις ανήλθε στο 29%, καταγράφοντας άνοδο σε σύγκριση με τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Αντίστοιχα θετική ήταν και η πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 28% για τη γερμανική αγορά και κατά 46% για την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου.
Παράλληλα, η Ιταλία και η Γαλλία διατήρησαν τη σημαντική συμβολή τους, παρουσιάζοντας επίσης αξιόλογη αύξηση τόσο στις αφίξεις όσο και στις ταξιδιωτικές εισπράξεις την ίδια περίοδο.
Τις υψηλότερες αυξήσεις την περίοδο 2019-2025 σε όρους εισπράξεων κατέγραψαν η Σουηδία, η Δανία, οι ΗΠΑ και η Αλβανία.
Οι αφίξεις από καθεμία από τις δύο σκανδιναβικές χώρες αυξήθηκαν κατά περίπου 50%, ενώ οι αντίστοιχες ταξιδιωτικές εισπράξεις διπλασιάστηκαν.
Παρά το γεγονός ότι τα μερίδιά τους παραμένουν σχετικά περιορισμένα, έχουν ενισχυθεί την τελευταία εξαετία, ιδίως ως προς τη συμμετοχή τους στις συνολικές ταξιδιωτικές εισπράξεις. Παράλληλα, η Αλβανία αναδείχθηκε σε μία από τις πλέον δυναμικές αγορές για τον ελληνικό τουρισμό, καταλαμβάνοντας την έβδομη θέση ως προς το μερίδιο στις συνολικές αφίξεις.
Οι ΗΠΑ -η πιο σημαντική αγορά μεγάλων αποστάσεων (long haul)- ενίσχυσαν περαιτέρω τη θέση τους, ενώ η Ισπανία σχεδόν διπλασίασε τις αφίξεις της προς την Ελλάδα -αν και το μερίδιό της παραμένει σχετικά χαμηλό (1,5%)- και αύξησε τις ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά 46%.
Αντίθετα, οι αγορές του Καναδά και της Αυστραλίας, καθώς και της Κύπρου, δεν έχουν ακόμη επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ η ρωσική αγορά έχει συρρικνωθεί δραστικά μετά το 2022.
Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες του ΙΝΣΕΤΕ, οι long haul αγορές προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης για τον κλάδο, χάρη στην υψηλή ζήτηση για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων και διάρκειας, αλλά και στην αυξανόμενη αναγνωρισιμότητα της Ελλάδας.
Η αξιοποίηση των προοπτικών αυτών προϋποθέτει στοχευμένη στρατηγική ανά αγορά, ενίσχυση της συνδεσιμότητας και ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, όπως ο πολιτισμός, η γαστρονομία, ο παράκτιος τουρισμός, η φύση κ.λπ.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους δομικούς παράγοντες που μετασχηματίζουν το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Οι επιδράσεις της διαχέονται στην παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, το διεθνές εμπόριο, τις αγορές κεφαλαίου και την αγορά εργασίας, επηρεάζοντας μέχρι και τις συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις για τη χάραξη νομισματικής πολιτικής.
The post Ανοίγει η καρδιά… και το πορτοφόλι στην Ελλάδα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.