Από τη Μελβούρνη στην Αθήνα και από το παροικιακό θέατρο στην προοπτική των Όσκαρ. Η διαδρομή του Βαγγέλη Μουρίκη έχει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο που συνδέεται άμεσα με την Αυστραλία και την ελληνική παροικία.
Σήμερα, το όνομά του βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Η «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη επελέγη ως η επίσημη πρόταση της Ελλάδας για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας Μεγάλου Μήκους, στην 99η διοργάνωση της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Ο Μουρίκης δεν είναι απλώς ένας από τους σημαντικούς ηθοποιούς του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Είναι και ο ένας από τους δύο ανθρώπους που υπογράφουν το σενάριο της «Σπασμένης Φλέβας», μαζί με τον Γιάννη Οικονομίδη. Έτσι, η αυστραλιανή παροικία έχει έναν δικό της λόγο να παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την πορεία της ταινίας προς το Χόλιγουντ.
Η «Σπασμένη Φλέβα» αφηγείται την ιστορία του Θωμά Αλεξόπουλου, ενός μεσήλικα επιχειρηματία που βλέπει τη ζωή του να οδηγείται σε αδιέξοδο. Όταν η σύγκρουσή του με έναν τοκογλύφο παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις, ξεκινά έναν αγώνα δρόμου για να βρει χρήματα και να σώσει το σπίτι του. Η πίεση αυξάνεται, ο χρόνος τελειώνει και ο ήρωας οδηγείται σε μια κατάσταση που θυμίζει, όπως σημείωσε η αρμόδια επιτροπή, μοτίβα της αρχαίας τραγωδίας.
Για τον Βαγγέλη Μουρίκη, ωστόσο, η συγκεκριμένη στιγμή έχει μια επιπλέον διάσταση. Πριν από τις μεγάλες κινηματογραφικές συνεργασίες και τις διακρίσεις στην Ελλάδα, υπήρξε ένας νέος Έλληνας που έζησε, σπούδασε και εργάστηκε στην Αυστραλία.
Ο Μουρίκης πέρασε περίπου πέντε χρόνια στη χώρα. Σπούδασε στο La Trobe University, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την υποκριτική και έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα. Η Αυστραλία δεν αποτέλεσε απλώς έναν σταθμό στη ζωή του. Ήταν ένα σημαντικό σχολείο, τόσο προσωπικό όσο και καλλιτεχνικό.
Εδώ έκανε και τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στον κινηματογράφο, ενώ συμμετείχε και στο παροικιακό θέατρο, έχοντας άμεση επαφή με την ελληνική κοινότητα της Μελβούρνης.
Η σχέση του με την πόλη, μάλιστα, δεν σταμάτησε όταν επέστρεψε στην Ελλάδα. Χρόνια αργότερα, η Μελβούρνη βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της κινηματογραφικής του διαδρομής, αυτή τη φορά μέσα από την ταινία «The Taverna» του Αλκίνου Τσιλιμίδου.
Η μαύρη κωμωδία, με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Μουρίκη, διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα σε ένα ελληνικό εστιατόριο της Μελβούρνης, στη διάρκεια μιας μόνο νύχτας. Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ τον Οκτώβριο του 2019. Η κινηματογραφική της έξοδος στην Αυστραλία προγραμματίστηκε για το 2020, αλλά καθυστέρησε εξαιτίας της πανδημίας COVID-19, πριν τελικά κυκλοφορήσει στις αυστραλιανές αίθουσες στις 2 Ιουλίου 2020.
Η «The Taverna» έχει ιδιαίτερο συμβολισμό για την παροικία. Ο Μουρίκης, ένας άνθρωπος που γνώρισε από κοντά τη ζωή των Ελλήνων της Μελβούρνης, επέστρεψε κινηματογραφικά σε αυτόν τον κόσμο για να πρωταγωνιστήσει σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς χώρους της ελληνικής διασποράς: την ελληνική ταβέρνα.
Η σχέση του με τη Μελβούρνη έχει, όμως, και μια βαθιά οικογενειακή διάσταση. Ο Βαγγέλης Μουρίκης είναι ανιψιός του αείμνηστου Χρήστου Μουρίκη, δημοσιογράφου και μετόχου του «Νέου Κόσμου», ο οποίος είχε διατελέσει και πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης.
Έτσι, πίσω από τη σημερινή οσκαρική διαδρομή υπάρχει μια ιστορία που αγγίζει άμεσα την ελληνική παροικία. Ένας άνθρωπος που έζησε ανάμεσα στους Έλληνες της Μελβούρνης, σπούδασε εδώ, πέρασε από το παροικιακό θέατρο και αργότερα επέστρεψε στην πόλη μέσα από τον κινηματογράφο, βρίσκεται σήμερα πίσω από την ελληνική ταινία που κοιτάζει προς το Χόλιγουντ.
Η «Σπασμένη Φλέβα» είναι τώρα το επόμενο μεγάλο βήμα. Η επιλογή της από την Ελλάδα αποτελεί το πρώτο στάδιο της οσκαρικής διαδικασίας και θα ακολουθήσουν τα επόμενα στάδια επιλογής από την Αμερικανική Ακαδημία.
.
The post Από τη Μελβούρνη στα Όσκαρ: ο Βαγγέλης Μουρίκης στην καρδιά της ελληνικής οσκαρικής υποψηφιότητας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.