Αύξηση των διαγνώσεων σύφιλης και της γονόρροιας στην Αυστραλία

Η σύφιλη και η γονόρροια εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα στην Αυστραλία, με τις διαγνώσεις και των δύο σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων (ΣΜΛ) να έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του Kirby Institute του University of New South Wales, Sydney.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση της σύφιλης στις γυναίκες, όπου οι διαγνώσεις αυξήθηκαν κατά 167% την ίδια περίοδο, έναντι 39% στους άνδρες. Οι ειδικοί προειδοποιούν για τις σοβαρές συνέπειες της λοίμωξης κατά την εγκυμοσύνη, ενώ την τελευταία δεκαετία έχουν καταγραφεί 113 περιστατικά συγγενούς σύφιλης, με 40 να έχουν οδηγήσει στον θάνατο βρεφών.

Τα χλαμύδια παραμένουν σταθερά, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν τη συχνότερα καταγεγραμμένη σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη. Επίσης, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία οι πληθυσμοί των Πρώτων Λαών εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά όλων των ΣΜΛ, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για σταθερές επενδύσεις σε πολιτισμικά ασφαλείας υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας.

Ειδικότερα, όπως ανέφερε το Kirby Institute, το 2025 καταγράφηκαν 5.986 διαγνώσεις σύφιλης, 42.393 διαγνώσεις γονόρροιας και 94.184 διαγνώσεις χλαμυδίων στην Αυστραλία.

Τα ποσοστά διάγνωσης σύφιλης και γονόρροιας έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% την τελευταία δεκαετία, ενώ τα χλαμύδια παρουσίασαν διακυμάνσεις και μειώθηκαν ελαφρώς κατά το τελευταίο έτος.

Οι ΣΜΛ που δεν αντιμετωπίζονται μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, υπογονιμότητα και επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη και στα νεογνά, όπως αποβολή και θνησιγένεια.

«Τα στοιχεία αυτά αποτελούν μια σημαντική υπενθύμιση ότι οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις εξακολουθούν να αποτελούν ζήτημα δημόσιας υγείας στην Αυστραλία. Η αύξηση της σύφιλης και της γονόρροιας μας δείχνει ότι πρέπει να διασφαλίσουμε πως ο έλεγχος και η θεραπεία είναι εύκολα προσβάσιμα και ότι οι προσπάθειες πρόληψης φτάνουν στους ανθρώπους και τις κοινότητες που πλήττονται περισσότερο», δήλωσε η Δρ Skye McGregor, επιδημιολόγος στο Kirby Institute, επικεφαλής επιστήμονας της μελέτης.

«Η σεξουαλική υγεία αποτελεί ένα φυσιολογικό και σημαντικό μέρος της συνολικής υγείας και ευεξίας. Πολλές ΣΜΛ δεν προκαλούν συμπτώματα, όμως μπορούν να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν εύκολα, γεγονός που συμβάλλει τόσο στην ατομική όσο και στη δημόσια υγεία», επισήμανε η Δρ McGregor.

«Οι σεξουαλικά ενεργοί άνθρωποι μπορούν να δίνουν προτεραιότητα στη σεξουαλική τους υγεία κάνοντας τακτικά εξετάσεις, αναζητώντας έγκαιρα θεραπεία και συζητώντας με τους συντρόφους τους και τους επαγγελματίες υγείας τις διαθέσιμες επιλογές πρόληψης».

Επειδή τα χλαμύδια συχνά δεν προκαλούν συμπτώματα, ο τακτικός έλεγχος είναι σημαντικός, ιδιαίτερα για τους νεαρούς ενήλικες που διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο.

Οι αυτόχθονες Αυστραλοί εξακολουθούν να πλήττονται δυσανάλογα από τις ΣΜΛ. Σε σύγκριση με τους μη αυτόχθονες, διαγιγνώσκονται με χλαμύδια σε ποσοστό άνω των 2,5 φορές υψηλότερο, με γονόρροια σε ποσοστό άνω των τεσσάρων φορές υψηλότερο και με σύφιλη σε ποσοστό άνω των έξι φορές υψηλότερο.

«Το χάσμα στις διαγνώσεις ΣΜΛ μεταξύ των αυτοχθόνων και των μη αυτόχθονων Αυστραλών παραμένει βαθιά ανησυχητικό και, σε ορισμένες περιοχές, η ανισότητα διευρύνεται», δήλωσε ο Robert Monaghan, διευθυντής του Yandamanjang First Nations Health Research Program στο Kirby Institute.

«Αυτά δεν είναι απλώς στατιστικά στοιχεία. Αντικατοπτρίζουν τις συνεχιζόμενες ανισότητες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας που είναι πολιτισμικά ασφαλείς, αξιόπιστες και κατάλληλες. Γνωρίζουμε τι λειτουργεί. Χρειάζονται σταθερές επενδύσεις σε υπηρεσίες που είναι προσβάσιμες στις κοινότητες των First Nations και σχεδιάζονται μαζί με τις κοινότητες και όχι για τις κοινότητες».

Τα χλαμύδια παραμένουν η συχνότερη σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη στην Αυστραλία, με 94.184 περιστατικά το 2025. Σε αντίθεση με τη σύφιλη και τη γονόρροια, τα ποσοστά διάγνωσης ήταν παρόμοια μεταξύ ανδρών και γυναικών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η μετάδοση πραγματοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα σεξουαλικών δικτύων. Περίπου οι μισές διαγνώσεις χλαμυδίων αφορούσαν άτομα ηλικίας 20 έως 29 ετών.

«Επειδή τα χλαμύδια συχνά δεν προκαλούν συμπτώματα, ο τακτικός έλεγχος είναι σημαντικός, ιδιαίτερα για τους νεαρούς ενήλικες που διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο. Τα χλαμύδια διαγιγνώσκονται εύκολα, αντιμετωπίζονται εύκολα και η έγκαιρη θεραπεία συμβάλλει στην πρόληψη επιπλοκών και περαιτέρω μετάδοσης», επισήμανε η η Δρ McGregor.

«Οι σεξουαλικά ενεργοί άνθρωποι μπορούν να απευθύνονται σε γενικό γιατρό (GP), σε κλινική σεξουαλικής υγείας ή σε Aboriginal Community Controlled Health Service (ASHM) για έλεγχο για ΣΜΛ».

Παρότι η πλειονότητα των διαγνώσεων σύφιλης αφορά άνδρες (78% των διαγνώσεων το 2025), η σύφιλη αυξάνεται με πολύ υψηλότερο ρυθμό στις γυναίκες: κατά 167% στις γυναίκες, έναντι 39% στους άνδρες την τελευταία δεκαετία.

«Η αύξηση της λοιμώδους σύφιλης στις γυναίκες αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα. Παρότι η σύφιλη είναι πλήρως ιάσιμη, η σύφιλη που δεν αντιμετωπίζεται κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή, θνησιγένεια ή στη γέννηση βρεφών με συγγενή σύφιλη, δηλαδή όταν η λοίμωξη μεταδίδεται στο αγέννητο παιδί. Η συγγενής σύφιλη είναι μια εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση για τα βρέφη, η οποία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία τους σε όλη τη ζωή και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, να αποβεί θανατηφόρα», σύμφωνα με την Δρ McGregor.

Το 2025 καταγράφηκαν 14 περιστατικά συγγενούς σύφιλης. Την τελευταία δεκαετία έχουν καταγραφεί 113 περιστατικά συγγενούς σύφιλης, εκ των οποίων 40 κατέληξαν στον θάνατο του βρέφους.

Η Αυστραλία έχει θέσει ως στόχο μηδενικά περιστατικά συγγενούς σύφιλης και οι πρόσφατες αυξήσεις στον αριθμό των διαγνώσεων έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία σε ερευνητές, κοινοτικές οργανώσεις και υγειονομικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα η σύφιλη να χαρακτηριστεί το 2025 ως περιστατικό μεταδοτικής νόσου εθνικής σημασίας.

Η Jessica Michaels, αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλος της ASHM, η οποία παρέχει υποστήριξη στο ανθρώπινο δυναμικό που εργάζεται στον τομέα του HIV, της ιογενούς ηπατίτιδας και της σεξουαλικής υγείας, δήλωσε ότι κάθε περιστατικό συγγενούς σύφιλης αποτελεί τραγωδία και συνιστά αποτυχία του συστήματος υγείας.

Οι άνδρες αντιπροσώπευαν το 78% και το 73% των διαγνώσεων σύφιλης και γονόρροιας, αντίστοιχα, στην Αυστραλία το 2025, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πλειονότητα των μεταδόσεων πραγματοποιείται μεταξύ ανδρών και καταδεικνύει ότι οι ομοφυλόφιλοι και αμφιφυλόφιλοι άνδρες πλήττονται δυσανάλογα από τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις.

Μέχρι πρόσφατα, σύμφωνα με στοιχεία από ένα δίκτυο κλινικών σεξουαλικής υγείας, γνωστό ως ACCESS, οι νέες λοιμώξεις από ΣΜΛ μεταξύ ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων ανδρών αυξάνονταν.

Ωστόσο, τα τελευταία τρία χρόνια, οι διαγνώσεις λοιμώδους σύφιλης μειώθηκαν κατά 30% και 37% μεταξύ ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων ανδρών που είναι, αντίστοιχα, αρνητικοί και θετικοί στον HIV. Αντίστοιχα, οι διαγνώσεις χλαμυδίων μειώθηκαν κατά 31% και 26% στις δύο ομάδες. Οι διαγνώσεις γονόρροιας παρέμειναν σχετικά σταθερές την τελευταία δεκαετία.

«Η ευπρόσδεκτη μείωση της σύφιλης και των χλαμυδίων στις ομάδες αυτές πιθανότατα αντανακλά την αυξανόμενη χρήση της προφύλαξης μετά την έκθεση με δοξυκυκλίνη — ή doxy-PEP — ενός αντιβιοτικού από του στόματος που μπορεί να λαμβάνεται μετά από ένα περιστατικό κινδύνου για την πρόληψη αυτών των ΣΜΛ. Η χρήση και η διαθεσιμότητά του έχουν αυξηθεί από τη δημοσίευση της συναινετικής δήλωσης της ASHM το 2023», δήλωσε ο καθηγητής Andrew Grulich, επικεφαλής του HIV Epidemiology and Prevention Program στο Kirby Institute.

«Η μακροπρόθεσμη τάση αύξησης των ΣΜΛ κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες πιθανότατα αντανακλά έναν συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ άλλων τον πιο ολοκληρωμένο έλεγχο και την αυξημένη ενημέρωση και διαθεσιμότητα εξαιρετικά αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης του HIV».

«Ωστόσο, οι πρόσφατες μειώσεις που βλέπουμε είναι ενθαρρυντικές και δείχνουν ότι οι προσπάθειες πρόληψης έχουν αποτέλεσμα».

«Γνωρίζουμε πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η ενημέρωση για θέματα υγείας μεταξύ των ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων ανδρών, όπως έχουμε δει με τη θεαματική μείωση του HIV. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τη μεγαλύτερη στοχευμένη χρήση της doxy-PEP, ώστε να μειώσουμε περαιτέρω τη σύφιλη και τα χλαμύδια. Οι άνθρωποι θα πρέπει να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν αξιόπιστες μεθόδους για την πρόληψη της γονόρροιας, όπως τα προφυλακτικά και ο τακτικός έλεγχος, τα οποία μπορούν να έχουν μέσω κλινικών σεξουαλικής υγείας και κοινοτικών υπηρεσιών ελέγχου».

The post Αύξηση των διαγνώσεων σύφιλης και της γονόρροιας στην Αυστραλία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.