Σχεδόν 10.000 ποινικές υποθέσεις βίας κατά γυναικών σε 56 μήνες, αλλά το κράτος δεν διαθέτει ακόμη ενιαία εικόνα για αθωώσεις, ποινές, παραβιάσεις διαταγμάτων και επαναθυματοποίηση γυναικών
Το κράτος γνωρίζει πόσες φορές μια γυναίκα κτύπησε την πόρτα της Αστυνομίας, δεν γνωρίζει όμως, με την ίδια βεβαιότητα, πόσες από αυτές τις υποθέσεις ολοκληρώθηκαν με καταδίκη, πόσες εξαφανίστηκαν στην πορεία, πόσες έμειναν χωρίς μαρτυρία επειδή το θύμα φοβήθηκε και πόσες γυναίκες αναγκάστηκαν να καταγγείλουν τον ίδιο δράστη, για δεύτερη ή τρίτη φορά. Αυτό προκύπτει από την έρευνα της Cyprus Times, για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2026.
Tο κράτος μετράει τις εισόδους στο σύστημα, αλλά ακόμη δεν μπορεί να παρακολουθήσει την πορεία και να έχει συνολική εικόνα για το που καταλήγουν οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία, με θύματα κυρίως γυναίκες.
Το πρόβλημα είχε καταγραφεί από το 2022, από την Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για τη Δράση κατά της Βίας εναντίον των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, GREVIO, η οποία είναι ανεξάρτητη επιτροπή ειδικών του Συμβουλίου της Ευρώπης που επιτηρεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 2 Ιουνίου 2026, η Επιτροπή των Μερών της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης ζήτησε ξανά από την Κύπρο συστηματικά και συγκρίσιμα στοιχεία, κεντρική βάση δεδομένων, παρακολούθηση των προστατευτικών διαταγμάτων και πραγματική επιβολή κυρώσεων όταν αυτά παραβιάζονται. Η επανάληψη της ίδιας σύστασης δείχνει ότι περίσσεψαν οι διακηρύξεις και οι δηλώσεις, αλλά ουσιαστικά δεν κάναμε τίποτα.
Δεν βγαίνουν οι αριθμοί
Σύμφωνα με το σημείωμα της Αστυνομίας που κατατέθηκε στη Βουλή προχθές, από τον Ιανουάριο του 2022 έως τις 31 Αυγούστου φέτος, καταγράφηκαν 9.817 ποινικές υποθέσεις βίας κατά γυναικών. Στα δικαστήρια οδηγήθηκαν 7.404. Το ποσοστό παραπομπής είναι 75,4%, επομένως 2.413 υποθέσεις, σχεδόν μία στις τέσσερις, δεν πήγαν παρακάτω, είτε γιατί δεν στοιχειοθετήθηκε υπόθεση είτε γιατί οι γυναίκες απέσυραν.
Οι αριθμοί που αφορούν κάθε χρόνο δείχνουν διακυμάνσεις. Το 2022 οδηγήθηκαν στο δικαστήριο 1.757 από 2.186 ποινικές υποθέσεις, ποσοστό 80,4%. Το 2023 ήταν 1.609 από 2.158, δηλαδή 74,6%. Το 2024 ήταν 1.649 από 2.082, ποσοστό 79,2%, και το 2025 έφτασαν στο δικαστήριο 1.593 από 2.057, ποσοστό 77,4%. Για τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026 η αναλογία πέφτει στο 59,7%, με 796 παραπομπές από 1.334 υποθέσεις, αλλά το ποσοστό δεν είναι συγκρίσιμο επειδή πολλές υποθέσεις παραμένουν υπό διερεύνηση.
Θα πρέπει αν διευκρινιστεί πως τα δεδομένα για τη «βία κατά γυναικών» δεν ταυτίζονται με τα δεδομένα για τη «βία στην οικογένεια». Οι κατηγορίες επικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ίδιες. Δηλαδή η άσκηση βίας κατά γυναίκας είναι και βία στην οικογένεια, αλλά όχι απαραίτητα το αντίθετο, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις που αφορούν παιδιά, ηλικιωμένους ή ακόμα και άνδρες, σε μικρό ποσοστό. Στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης για το 2024 ανέφεραν 3.322 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, 1.300 ποινικές υποθέσεις και 703 καταχωρίσεις στο δικαστήριο. Τα τελευταία στοιχεία εμφανίζουν 3.439 καταγγελίες, 1.686 ποινικές υποθέσεις και 1.363 καταχωρίσεις. Οι αριθμοί αυτοί πρέπει να έχουν μια εξήγηση, την οποία δεν μπορεί με ασφάλεια να δώσει κάποιος.
Καταδίκες, αναστολές, αποσύρσεις
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία που καταφέραμε να βρούμε δίνουν μια πρώτη, αλλά όχι ολοκληρωμένη εικόνα της κατάληξης των υποθέσεων βίας στην οικογένεια. Για το 2024 αναφέρονται 1.363 δικαστικές καταχωρίσεις, 112 καταδίκες, 386 αναστολές δίωξης και 211 αποσύρσεις. Για το 2025 καταγράφηκαν 1.307 καταχωρίσεις, 101 καταδίκες, 177 αναστολές και 94 αποσύρσεις. Για το 2026, έως το τέλος Αυγούστου, υπήρξαν 655 καταχωρίσεις, 24 καταδίκες, 11 αναστολές και τρεις αποσύρσεις.
Συνολικά πρόκειται για 3.325 καταχωρίσεις και 237 καταδίκες, δηλαδή μόλις 7,1% των υποθέσεων που είχαν φτάσει στο δικαστήριο καταλήγουν σε ενοχή του δράστη και επιβολή ποινής. Προφανώς δεν είναι αυτό το τελικό ποσοστό καταδίκης, καθώς πολλές από τις υποθέσεις, ιδίως του 2025 και του 2026, εκκρεμούν ακόμη. Ωστόσο υπάρχουν 2.206 «ορφανές» καταχωρίσεις για τις οποίες από τα στοιχεία που υπάρχουν δεν ξεκαθαρίζεται αν βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, αν υπήρξε αθώωση ή αν είχαν κάποια άλλη κατάληξη. Το πραγματικό ποσοστό καταδικών δεν είναι χαμηλό μόνο ως αριθμός, αλλά είναι άγνωστο ως προς την πραγματική εικόνα, αφού λείπουν αριθμοί.
Το ίδιο ισχύει για τις ποινές. Δεν υπάρχει συγκεντρωτικός πίνακας που να δείχνει πόσες καταδίκες κατέληξαν σε άμεση φυλάκιση, πόσες σε φυλάκιση με αναστολή, πόσες σε πρόστιμο ή επιτήρηση και ποιος ήταν ο πραγματικός χρόνος φυλάκισης ανά αδίκημα. Για να μην υπάρχουν παρανοήσεις η αναστολή ποινικής διωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ανατολή έκτισης της ποινής μετά από καταδίκη.
Πού «εξαφανίζονται» οι υποθέσεις
Οι 574 αναστολές δίωξης και οι 308 αποσύρσεις που εμφανίζονται για την περίοδο 2024 έως Αύγουστο 2026 δεν εξηγούνται στα διαθέσιμα στοιχεία ως προς τους λόγους. Δηλαδή δεν γνωρίζουμε πόσες συνδέονται με έλλειψη ανεξάρτητης μαρτυρίας, πόσες με άρνηση του θύματος να καταθέσει, πόσες με νομικά προβλήματα και πόσες με αξιολόγηση του περιβόητου δημόσιου συμφέροντος. Η επίκληση «κοινωνικών και οικονομικών λόγων» είναι ένας λόγος που φανερώνει τη πίεση που δέχονται τα θύματα, αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτός ως εξήγηση για κάθε αναστολή.
Η GREVIO είχε διαπιστώσει το 2022 ότι διαδικασίες έμφυλης βίας τερματίζονταν όταν το θύμα απέσυρε την κατάθεσή του, παρά τα πρωτόκολλα που προέβλεπαν συνέχιση της έρευνας. Είχε επίσης επισημάνει ότι η αστυνομική έρευνα στηριζόταν υπερβολικά στις καταθέσεις του θύματος και του υπόπτου, χωρίς πάντοτε να αναζητείται άλλο αποδεικτικό υλικό. Η νομοθεσία βελτιώθηκε, αλλά το ερώτημα είναι αν άλλαξε η πρακτική και η νοοτροπία ή περιοριστήκαμε στα μόνο στα σεμινάρια.
Οι δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις υποθέσεις X και N.T. κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 2025, αφορούσαν καταγγελίες βιασμού και όχι κλασικές υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, αλλά αποκάλυψαν το ίδιο θεσμικό πρόβλημα. Έρευνες που δεν αξιολόγησαν σωστά τη συναίνεση, στερεότυπα εις βάρος των γυναικών θυμάτων και δευτερογενή θυματοποίηση. Το παιχνίδι αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών δεν χάνεται γιατί δεν έχουμε νομοθεσία. Χάνεται γιατί ο κρατικός μηχανισμός (αστυνομία, εισαγγελία) αντιμετωπίζουν τη συμπεριφορά της γυναίκας με καχυποψία και κάποιες φορές βρίσκουν περίπου ως «φυσιολογική» την κατάσταση.
Δικαστήρια: Κουράζουν και εξοντώνουν το θύμα
Δεν μπορεί να υπολογιστεί σε καμία περίπτωση ο χρόνος που απαιτείται από την καταγγελία μις γυναίκας έως την δικαστική απόφαση. Για να γίνει αυτό απαιτείται, για κάθε ανωνυμοποιημένη υπόθεση, η ημερομηνία πρώτης καταγγελίας, η ημερομηνία επίδοσης κατηγορητηρίου, η πρώτη δικάσιμος και η ημερομηνία της τελικής απόφασης. Η Αστυνομία, η Νομική Υπηρεσία και τα Δικαστήρια δεν χρησιμοποιούν ακόμη κοινό κώδικα για να μπορεί να γίνει αυτή τη σύνδεση.
Η Κύπρος το παραδέχθηκε στην έκθεση που υπέβαλε στη GREVIO τον περασμένο Μάιο, ότι δεν λειτουργεί πλήρως συστηματικός και κεντρικός μηχανισμός για την παρακολούθηση μιας υπόθεσης από την καταγγελία έως την καταδίκη. Συνεπώς μόνο εκτιμησεις μπορούν να γίνουν αλλά χωρίς να βασίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε την «ταχύτητα» απονομής της Δικαιοσύνης. Οι καθυστερήσεις σημαίνουν ασήκωτο οικονομικό βάρος για τα θύματα που πρέπει να πληρώσουν δικηγόρους και άλλα έξοδα, αλλά και ψυχολογική πίεση, με εκβιασμούς, απειλές και «συστάσεις» που οδηγούν σε απόσυρση της καταγγελίας.
Τα διατάγματα και οι συνεχείς καταγγελίες
Για την περίοδο 2021 έως το πρώτο εξάμηνο του 2026 αναφέρθηκαν 18.409 καταγγελίες για βία στην οικογένεια, έγιναν 3.674 συλλήψεις, εκδόθηκαν 2.858 διατάγματα αποκλεισμού δραστών και 373 δικαστικά διατάγματα. Οι συλλήψεις αντιστοιχούν περίπου στο 20% των αναφορών, δηλαδή μία στις πέντε. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε καταγγελία έπρεπε να οδηγήσει σε σύλληψη, αλλά θα πρέπει να υπάρχει διαφάνεια χωρίς βεβαίως στιγματισμό της γυναίκας που βρίσκει το κουράγιο να καταγγείλει.
Δεν υπάρχει δημοσιευμένος αριθμός για το πόσες γυναίκες κατήγγειλαν μια και δυο και τρεις φορές τον ίδιο δράστη. Επίσης δεν υπάρχουν συγκεντρωτικά στοιχεία για τις παραβιάσεις διαταγμάτων προστασίας του θύματος, τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν ή τις περιπτώσεις στις οποίες ακολούθησε σοβαρότερο έγκλημα. Από τις 7 δολοφονίες γυναικών που καταγράφηκαν από το 2022, η αστυνομία αναγνώρισε ότι μόνο σε μία περίπτωση το θύμα είχε προηγουμένως ζητήσει βοήθεια και είχε προβεί σε καταγγελίες. Ωστόσο ούτε και σε αυτή την πτυχή υπάρχουν πλήρη στοιχεία.
Η απουσία στοιχείων επιβεβαιώνεται από δύο επίσημα έγγραφα του 2026. Η κυπριακή έκθεση προς τη GREVIO αναφέρει ότι οι παραβιάσεις προστατευτικών διαταγμάτων και οι σχετικές κυρώσεις δεν καταγράφονται ακόμη κεντρικά. Η Επιτροπή των Μερών για τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, ζήτησε τον Ιούνιο να παρακολουθούνται και να εφαρμόζονται αποτελεσματικά τα διατάγματα, κάτι που σημαίνει ότι δεν έχει γίνει τίποτα προς αυτή την κατεύθυνση.
Red Flag με παλιές «αμαρτίες»
Η πλατφόρμα Red Flag ανακοινώθηκε με στόχο να συγκεντρώνει περιστατικά και ενδείξεις, να ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες και να εντοπίζει εγκαίρως μια κατάσταση που μπορεί να εξελιχθεί σε βία. Προγραμματίζεται να λειτουργήσει έως το τέλος του χρόνου και περιγράφεται ως εργαλείο δευτερογενούς πρόληψης, λες και τα πήγαμε καλά στην πρωτογενή. Η ιδέα είναι σωστή, αλλά δεν μπορεί να αρχίζει από μηδενική βάση. Η αστυνομία διαθέτει από το 2018 πρωτόκολλο αξιολόγησης επικινδυνότητας με δώδεκα προειδοποιητικούς δείκτες, ανάμεσά τους προηγούμενη βία, κλιμάκωση, απειλή φόνου ή αυτοκτονίας, ζήλια, παρακολούθηση και πρόσβαση σε όπλο.
Η GREVIO είχε βρει ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις συστηματικής χρήσης του εργαλείου αυτού και ότι η αξιολόγηση δεν επαναλαμβανόταν σε όλα τα στάδια με πληροφορίες από την αστυνομία, την εισαγγελία, τα δικαστήρια και άλλες υπηρεσίες. Τον περασμένο Μάιο αναφέρθηκε ότι το ενοποιημένο μητρώο βρισκόταν ακόμη στη φάση χαρτογράφησης δεικτών και προετοιμασίας τεχνικών προδιαγραφών. Τον Δεκέμβριο του 2025 είχε δηλωθεί στο Συμβούλιο της Ευρώπης ότι ο Εθνικός Συντονιστικός Φορέας διέθετε έναν μόνο αποκλειστικό λειτουργό για όλες τις δραστηριότητες συντονισμού!
Η Red Flag μπορεί να σώσει ζωές μόνο αν κάνει τρία πράγματα που σήμερα δεν γίνονται σε σταθερή βάση. Να συνδέει τις προηγούμενες καταγγελίες για τον ίδιο ύποπτο, να ενημερώνει υποχρεωτικά όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και καταγράφει υποχρεωτικά τις ενέργειες που έγιναν. Είναι αυτονόητο ότι χρειάζεται προσωπικό 24 ώρες το 24ωρο, γιατί οι ξυλοδαρμοί, οι απειλές και οι δολοφονίες δεν γίνονται με ωράριο γραφείου στη δημόσια υπηρεσία. Αν γίνουν όλα αυτά, θα έχουμε μια βάση δεδομένων για να εξηγούμε εκ των υστέρων τι πήγε λάθος. Ας μην θυμηθούμε την υπόθεση «Ορέστη» που τελικώς όλα πήγαν λάθος, αλλά κανείς δεν έφταιγε και κανείς δεν πλήρωσε.
Καλές προθέσεις, θολό το αποτέλεσμα
Ως κράτος κάναμε βήματα μετά το 2021. Ψηφίστηκε νέος νόμος, δημιουργήθηκαν ειδικά αστυνομικά κλιμάκια, τέθηκε σε λειτουργία το «Σπίτι της Γυναίκας» και η εφαρμογή «ΕΛΠΙΣ» και αυξήθηκε η παραπομπή υποθέσεων στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα, κρίνεται από το αν μια γυναίκα που καταγγέλλει ξανά τον ίδιο δράστη αναγνωρίζεται αμέσως ως πρόσωπο αυξημένου κινδύνου, αν το διάταγμα προστασίας ελέγχεται και αν η υπόθεση φτάνει εγκαίρως σε τεκμηριωμένη απόφαση.
