
Το «δεν είναι δική μου αρμοδιότητα» είναι ίσως μία από τις πιο βολικές φράσεις του ελληνικού κράτους. Ακούγεται ουδέτερη, σχεδόν τεχνική. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές είναι βαθιά πολιτική. Γιατί μετατρέπει μια πραγματική ευθύνη σε διοικητική λεπτομέρεια και μια ζωή που κινδυνεύει σε έναν φάκελο που μπορεί απλώς να διαβιβαστεί παρακάτω.
Το έχουμε δει σε υποθέσεις παιδιών, σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, σε ηλικιωμένους που ζουν παραμελημένοι, σε ζώα που κακοποιούνται. Κάποιος καταγγέλλει, κάποιος ενημερώνεται, κάποιος διαβιβάζει, κάποιος δηλώνει αναρμόδιος.
Δεν αρκεί, όμως, να υποδείξεις ποια πόρτα πρέπει να χτυπήσει ο πολίτης μετά. Δεν αρκεί ένας αριθμός πρωτοκόλλου για να θεωρηθεί ότι η δουλειά τελείωσε. Η προστασία των ευάλωτων δεν μπορεί να είναι σκυταλοδρομία ευθυνών. Πίσω από πολλές υποθέσεις που αργότερα μας συγκλονίζουν υπάρχει συνήθως μια διαδρομή προειδοποιήσεων: καταγγελίες, αναφορές, ενδείξεις, άνθρωποι που μίλησαν.
Συχνά πολλές υπηρεσίες γνώριζαν από λίγο. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν ανέλαβε να γνωρίζει αρκετά. Ετσι η ευθύνη μοιράζεται τόσο πολύ, ώστε τελικά μοιάζει να μην ανήκει σε κανέναν. Και όταν συμβεί το χειρότερο, όλοι μπορεί να είναι τυπικά καλυμμένοι: ο ένας ενημέρωσε τον άλλον, ο άλλος έστειλε το έγγραφο, ο τρίτος περίμενε εντολή.
Μόνο το θύμα δεν είναι προστατευμένο.
Γιατί η αδράνεια είναι κι αυτή πράξη. Και η αναρμοδιότητα, όταν απέναντί σου υπάρχει μια ζωή που κινδυνεύει, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι.