Στις 20 Σεπτεμβρίου 1915, δηλαδή πριν 111 χρόνια, αναχωρούσε για την Αμερική από το λιμάνι του Πειραιά, μαζί με λίγους άλλους συγχωριανούς του, ο 25χρονος τότε παππούς μου Κώστας Καραμάρκος. Ο παππούς ήταν ήδη παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών που δεν επέζησαν. Δεν είχαν συμπληρωθεί ακόμα 3 χρόνια από την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του Εράτυρας (Σέλτσας) των 3.000 κατοίκων τότε, μετά από 500 τόσα χρόνια Οθωμανικής Κατοχής στη Δυτική Μακεδονία.
Το όνομα και το επώνυμο του παππού το κουβαλάω εδώ και 62 χρόνια τώρα, χωρίς να τον έχω γνωρίσει ποτέ μου, μια και έφυγε, πάντα έφυγε ονομάτιζαν τους θανάτους ο πατέρας μου και οι αδερφές του, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μάλλον από καρδιακή προσβολή. Έφυγε, πριν ακόμα ο πατέρας μου παντρευτεί τη μάνα μου.
Τον παππού Κώστα τον γνώρισα μέσα από ελάχιστες φωτογραφίες και έγγραφα, καθώς και μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα μου και των θειάδων μου, συγχωρεμένοι άνθρωποι και αυτοί πλέον, εδώ και πολλά χρόνια.
Τεχνίτης μάστορας στο επάγγελμα, ριχτιμιτζής και στην Κωνσταντινούπολη νομίζω, γιος ιδιωτικού υπαλλήλου σύμφωνα με απογραφή των αρχών του 20ου αιώνα, ήξερε να διαβάζει και να γράφει ο παππούς, όπως μαρτυρούν τα επίσημα απογραφικά έγγραφα των ΗΠΑ.
Στο Ellis Island της Νέας Υόρκης έφτασε στις 5 Οκτωβρίου του 1915. Tελικός του προορισμός ήταν το Άκρον του Οχάιο, όπου εργάστηκε ως βιομηχανικός εργάτης στo εργοστάσιο ελαστικών της Firestone, που διέθετε την παραγωγή της στα πρώτα αυτοκίνητα του Henry Ford. Είχαν μεταναστεύσει πολλοί Ερατυρείς στην Αμερική τη δεκαετία του 1910, με προορισμό το βιομηχανικό Detroit και άλλες πόλεις των ΗΠΑ.
«Αααα, ο μπαμπάς μας ήταν καλός, ήταν πολύ καλός άνθρωπος!», έλεγε η θεία μου η Γαρυφαλλιά. «Καλός, χρυσός άνθρωπος ο πατέρας μας, ήπιος, ευγενικός, αλλά έπρεπε να ήταν πιο αποφασιστικός, Γαρυφαλλιά», απαντούσε ο δικός μου πατέρας, που πάντα δάκρυζε όταν θυμόταν ένα συγκεκριμένο περιστατικό της Κατοχής.
Ο παππούς Κώστας γύρισε σακατεμένος από την Αμερική, είχε όμως καταφέρει να κάνει ένα μικρό κεφάλαιο. Γυρίζοντας προπολεμικά στην Εράτυρα, άνοιξε ένα εμπορικό κατάστημα μαζί με κάποιον άλλο. Ο άλλος έβαλε τη «μόρφωση», ο παππούς τα χρήματα, το κατάστημα δεν πήγε καλά, έκλεις και ότι έμεινε από εμπόρευμα το πήρε ο παππούς, μια και είχε βάλει το κεφάλαιο. Το δεύτερο κατάστημα με το υπόλοιπο της πραμάτειας του πρώτου μαγαζιού, ήταν ένα μικρό μπακάλικο δίπλα στο σπίτι του. Χρεοκόπησε όμως κι αυτό, και λόγω των πρακτικών της γιαγιάς μου της Αθηνάς. Βερεσέ λαμπόγιαλο που έγαρφαν σε τεφτέρια αγόραζαν οι πελάτες μέχρι να πληρωθούν από τις αγροτικές τους σοδειές, και δεύτερο δωρεάν λαμπόγιαλο τους έδινε η γιαγιά. «Να μην είναι στα σκοτάδια η οικογένεια, αν έσπαγε το πρώτο», έλεγε!
Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, με τον παππού σακατεμένο, τους γονείς του και τις δύο του αδερφές, την έφηβη τότε θεία Κούλα και τη μικρή τότε θεία Γαρυφαλλιά, ανέλαβε να υποστηρίξει οικονομικά ο γεννημένος το 1926 πατέρας μου, έφηβος κι αυτός, τότε.
«Βγήκα στη μαύρη αγορά με το γάιδαρο της οικογένειας, Κώστα», μου έλεγε. «Καλός, χρυσός, ευγενικός, άγιος άνθρωπος ο πατέρας μου, αλλά εγώ βγήκα στη γύρα στα γειτονικά χωριά, ανταλλάσοντας ήδη μπακάλικου, χτένες, κουβαρίστρες και άλλα, πραμάτεια που είχε απομείνει και από το μαγαζί που κλείσαμε. Τα αντάλλασσα αυτά για λίγο κριθάρι, λίγο αλεύρι, λίγο λάδι». Με την ιδιότητα του πραματευτή, ο πατέρας έγινε και σύνδεσμος των ανταρτών που πολεμούσαν τους Γερμανούς και τους Ιταλούς κατακτητές της περιοχής. Ήταν μετά από μια σύγκρουση με τους αντάρτες που τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, τον πήγαν στα κρατητήρια της Κοζάνης, τον ξυλοφόρτωναν νύχτα και μέρα για να του αποσπάσουν μυστικά των ανταρτών, τον ετοίμαζαν για εκτέλεση. Ο πατέρας όμως, που ποτέ δεν έδωσε άνθρωπο στη ζωή του, και αυτό το πλήρωσε ακριβά, ακόμα και με φυλακίσεις αργότερα, έλεγε συνέχεια «Δεν ξέρω τίποτα! Αντάρτες, ποιο αντάρτες, δεν ξέρω τίποτα», έλεγε και ξανάλεγε!
Κι ενώ ο πατέρας μου περίμενε να τον εκτελέσουν, μετά από λίγες μέρες στο γραφείο του Γερμανού διοικητή όπου τον κάλεσαν, είδε μπροστά του τον φτωχοντυμένο δικό του πατέρα, μαζί με έναν δωσίλογο ξάδερφό του, να παρακαλούν το διοικητή να του χαρίσει τη ζωή, γιατί είναι νέος, γιατί χωρίς αυτόν δε θα άντεχε τις κακουχίες η υπόλοιπη οικογένεια, γιατί… Δεν τα θυμάμαι όλα τα υπόλοιπα, αν και μου τα έλεγε ο πατέρας μου. «Με πήγαιναν για εκτέλεση Κώστα, ήμουν αγύριστο κεφάλι, όσο και αν με χτυπούσαν δεν ξέρω απαντούσα. Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και ο Χ με σώσανε», έλεγε ο δικός μου πατέρας και βούρκωνε, κάθε φορά που θυμόταν τον ικέτη παππού Κώστα, να παρακαλάει το Γερμανό διοικητή στην Κοζάνη της Κατοχής, να μην εκτελέση το γιο του. «Αν ήταν ο δικός σου γιος στη θέση του δικού μου, εσύ τί θα έκανες», ρώτησε ο παππούς το γκεσταπίτη. Αυτή η κουβέντα γονάτισε το Γερμανό, θεωρούσε ο πατέρας μου. «Μ’ έριξε ένα τελευταίο δυνατό σκαμπίλι ο διοικητής και με άφησε να γυρίσω σπίτι με τον παππού», εξιστορούσε ο πατέρας μου.
«Αχ, καλός άνθρωπος ο Κώστας μ, νύφ(η)», έλεγε η γιαγιά η Αθηνά στη μάνα μου. Αγράμματη κόρη μπαχτσεβάνου η γιαγιά η Αθηνά (Ανθηνιά όπως τη φώναζαν όλοι κι όλες), τη μια και μοναδική ίσως φορά που βρέθηκε σε μεγάλη πόλη μαζί με τον Κώστα της, καλημέριζε όλες τις κούκλες των βιτρίνων και θύμωνε που αυτές δεν της απαντούσαν. «Μη θυμώνεις Αθηνά, δεν είναι αληθινές γυναίκες αυτές, κούκλες είναι», την πληροφόρησε ο κοσμογυρισμένος παππούς Κώστας, είχε εκμυστηρευθεί η γιαγιά στη μάνα μου κάποτε, στα 1-2 χρόνια που προλάβανε να ζήσουν μαζί ως πεθερά και νύφη.
«Πήρε τ’ όνομα, θα πάρ και τα χού(γ)ια (συνήθειες) τ’ Κώστα μ ο Κουστάκς μας νυφ», αναρωτιόταν μπροστά στη μάνα μου, η γιαγιά μου η Ανθηνιά…
Ο παππούς μου ο Κώστας! Αυτός που άνοιξε το δρόμο της μετανάστευσης και στον πατέρα μου και σε μένα, 3η γενιά μετανάστη στην Αυστραλία…
Y.Γ. Στην πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης, βλέπουμε τον παππού Κώστα ανάμεσα στη μάνα του τη «γιαγιά τη Μουμπούκω» και τη γυναίκα του την Αθηνά.



The post Επετειακό! Για τον παππού μου τον Κώστα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.