Εύζωνες και η ανάγκη της επικύρωσης

Η επικείμενη επίσκεψη των Ευζώνων της Προεδρικής Φρουράς στην Αυστραλία, με σταθμούς το Σίδνεϊ και την Καμπέρα και με τη Μελβούρνη να απουσιάζει από το πρόγραμμα, προκάλεσε αντιδράσεις σε τμήμα της ελληνοαυστραλιανής παροικίας. Για μια πόλη με τόσο μακρά και πολυπληθή ελληνική παρουσία, η παράλειψη εύκολα εκλαμβάνεται ως υποτίμηση. Περισσότερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει η ίδια η ένταση της αντίδρασης, επειδή αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τον τρόπο με τον οποίο η διασπορά εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη σχέση της με την Ελλάδα και, κυρίως, για την πολιτιστική αυτοπεποίθηση της ίδιας της παροικίας.Οι Εύζωνες αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα του νεότερου ελληνικού κράτους. Η στολή, η πειθαρχία, ο βηματισμός και η σύνδεσή τους με το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη συμπυκνώνουν μια επίσημη αφήγηση ιστορικής συνέχειας, πολεμικής θυσίας και εθνικής μνήμης. Όταν η Προεδρική Φρουρά ταξιδεύει στο εξωτερικό, επομένως, η παρουσία της υπερβαίνει τη λαογραφική επίδειξη. Το ελληνικό κράτος εισέρχεται συμβολικά στον χώρο της διασποράς και η τελετουργική αυτή συνάντηση αποκτά ιδιαίτερο συγκινησιακό βάρος.

Ταυτόχρονα, ακριβώς η δύναμη του συμβόλου μπορεί να συσκοτίσει την πολυπλοκότητα της ιστορίας που επικαλείται. Η ευζωνική εικόνα παραπέμπει στην Επανάσταση, στους Βαλκανικούς Πολέμους και σε μια μακρά στρατιωτική παράδοση, ενώ ο όρος «γερμανοτσολιάς» υπενθυμίζει ότι στοιχεία αυτής της εικόνας οικειοποιήθηκαν κατά την Κατοχή από τα συνεργαζόμενα με τις κατοχικές δυνάμεις Τάγματα Ασφαλείας. Η ιστορική μνήμη, επομένως, αντιστέκεται στην ευκολία μιας ενιαίας και εξιδανικευμένης αφήγησης. Μία σοβαρή σχέση με ένα σύμβολο προϋποθέτει τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις, τις μεταμορφώσεις και τις διαφορετικές χρήσεις που έχει υποστεί μέσα στον χρόνο.

Υπάρχει εδώ και μια διάκριση που συχνά χάνεται μέσα στη συγκίνηση του συμβόλου: άλλο το ελληνικό κράτος και άλλο ο Ελληνισμός. Η Προεδρική Φρουρά εκπροσωπεί θεσμικά το πρώτο, ενώ η ιστορική και πολιτιστική εμπειρία της διασποράς ανήκει στον πολύ ευρύτερο χώρο του δεύτερου. Η διάκριση έχει σημασία, επειδή η θεσμική εκπροσώπηση της Ελλάδας αποτελεί μία μόνο από τις μορφές μέσα από τις οποίες συγκροτείται η ελληνικότητα της διασποράς.

Στην περίπτωση της διασποράς ανακύπτει επομένως ένα ευρύτερο ζήτημα. Για πολλές δεκαετίες, η Ελλάδα αντιμετωπιζόταν ως το αυτονόητο κέντρο παραγωγής της «αυθεντικής» ελληνικότητας, ενώ οι παροικίες θεωρούνταν περιφερειακές εκδοχές της. Μέσα σε αυτό το σχήμα, η παρουσία ενός Προέδρου, ενός υπουργού, ενός ιεράρχη, ενός γνωστού καλλιτέχνη ή της Προεδρικής Φρουράς αποκτούσε μια πρόσθετη συμβολική λειτουργία: συνέδεε την παροικία με το μητροπολιτικό κέντρο και επιβεβαίωνε τη θέση της μέσα στον ευρύτερο ελληνικό κόσμο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, η επίσκεψη στο Σίδνεϊ και την Καμπέρα, σε συνδυασμό με την παράκαμψη της Μελβούρνης, εισάγει και μια σύγκριση μεταξύ των παροικιακών κέντρων. Η ενόχληση μπορεί επομένως να αφορά εξίσου τη θέση που θεωρεί ότι κατέχει η Μελβούρνη μέσα στον αυστραλιανό Ελληνισμό. Η Αθήνα αποκτά έτσι, έστω και άθελά της, τον ρόλο μιας αρχής της οποίας οι επιλογές φαίνεται να κατανέμουν κύρος: αν η επίσκεψη αναγνωρίζει, τότε η παράκαμψη μοιάζει να υποβιβάζει. Για μια παροικία που έχει επενδύσει ιδιαίτερα στην αντίληψη της Μελβούρνης ως ενός από τα σημαντικότερα κέντρα του Ελληνισμού στην Αυστραλία, η σύγκριση ίσως ενοχλεί περισσότερο από την ίδια την απουσία.

Η αντίληψη αυτή εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες μέσα στις οποίες συγκροτήθηκαν οι παροικιακοί θεσμοί. Για τις πρώτες μεταναστευτικές γενιές, η Ελλάδα παρέμενε ο τόπος της πολιτιστικής αναφοράς και η Αυστραλία ο νέος τόπος εγκατάστασης. Στο μεταξύ, η Μελβούρνη απέκτησε δικούς της θεσμούς, δημιουργούς, λογοτεχνία, μουσική και συλλογική μνήμη, ενώ η σχέση με την Ελλάδα εξελίχθηκε σε μια πολύ πιο σύνθετη και αμφίδρομη διαδικασία. Η παροικία χρηματοδοτεί, ταξιδεύει, οργανώνει, παρεμβαίνει, δημιουργεί θεσμούς και πολιτισμό και, μέσα από όλες αυτές τις δραστηριότητες, συμμετέχει και η ίδια στη διαμόρφωση της Ελλάδας που φαντάζεται ως κέντρο αναφοράς. Προκύπτει έτσι μια κυκλική οικονομία αυθεντικότητας: η διασπορά συμβάλλει στη διαμόρφωση της εικόνας της Ελλάδας από την οποία στη συνέχεια ζητεί την επικύρωσή της.

Σημασία έχει, όμως, και η επιλογή του ίδιου του συμβόλου. Κάθε επίσημη παρουσία από την Ελλάδα προβάλλει αναπόφευκτα μια συγκεκριμένη εκδοχή της χώρας. Με τους Εύζωνες προκρίνονται η τελετουργία, η στρατιωτική μνήμη, η εθνική συνέχεια και η πειθαρχία της παράταξης. Άλλες μορφές επαφής θα πρόβαλλαν άλλες όψεις της Ελλάδας: τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, τη λογοτεχνία, την επιστήμη, την κοινωνική μεταβολή και τις αντιφάσεις της σημερινής ελληνικής εμπειρίας. Το ζήτημα αφορά, συνεπώς, και την Ελλάδα που επιλέγει το κράτος να παρουσιάζει στη διασπορά, καθώς και εκείνη που η διασπορά έχει μάθει να αναγνωρίζει ευκολότερα ως «Ελλάδα».

Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία στις νεότερες γενιές, για τις οποίες η ελληνικότητα αποτελεί βιωμένη αυστραλιανή εμπειρία, ενώ η μνήμη του τόπου της μετανάστευσης ανήκει κυρίως στις προηγούμενες γενιές. Η «Φρουρά», το άγημα που δημιούργησε ο χοροδιδάσκαλος Δημοσθένης Μανασής στη Μελβούρνη κατά το πρότυπο της Προεδρικής Φρουράς, παρουσιάζει από αυτή την άποψη ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εδώ η τελετουργική παράδοση περνά από τη θέαση στη συμμετοχή: νέοι της παροικίας γίνονται οι ίδιοι φορείς μιας πολιτιστικής πρακτικής που αποκτά τοπική υπόσταση και εντάσσεται στη δική τους εμπειρία. Ακριβώς γι’ αυτό η περιορισμένη αναγνώριση της «Φρουράς» από τους θεσμούς της παροικίας είναι τόσο αποκαλυπτική. Φανερώνει μια μορφή πολιτιστικής μειονεξίας, σύμφωνα με την οποία το εισαγόμενο περιβάλλεται με το κύρος της αυθεντικότητας επειδή προέρχεται από την Ελλάδα, ενώ το εγχώριο αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο που χρειάζεται εξωτερική επικύρωση. Έτσι προκύπτει το παράδοξο μιας παροικίας που επιζητεί από τις νεότερες γενιές τη συνέχιση της ελληνικής παράδοσης, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την αυθεντικότητα της παράδοσης όταν αυτή αποκτά τοπική μορφή. Η «Φρουρά» του Μανάση φωτίζει επομένως τον ίδιο τον μηχανισμό που βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης: η αυθεντικότητα εξακολουθεί να αναζητείται στη σφραγίδα της μητρόπολης, ενώ η βιωσιμότητα της ελληνικότητας στους Αντίποδες εξαρτάται από την ικανότητα της παροικίας να παράγει, να μετασχηματίζει και τελικά να εμπιστεύεται τις δικές της πολιτιστικές μορφές.

Η προτίμηση για το ευζωνικό σύμβολο συνδέεται ίσως και με μια αντίστροφη εξέλιξη. Όσο η καθημερινή ελληνικότητα της Αυστραλίας γίνεται περισσότερο σύνθετη, πολυγενεακή και υβριδική, τόσο ελκυστικότερα γίνονται σύμβολα που προσφέρουν σαφήνεια και βεβαιότητα. Ο Εύζωνας είναι αμέσως αναγνωρίσιμος, τελετουργικά ολοκληρωμένος και συμπυκνώνει σε μία εικόνα εκείνο που η πραγματική ζωή της παροικίας έχει καταστήσει πολύμορφο. Η τελετουργική βεβαιότητα αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα στην πολυπλοκότητα της βιωμένης ταυτότητας. Το ζήτημα, όμως, αποκτά και δημοκρατική διάσταση όταν τέτοιες τυποποιημένες παρεμβάσεις καταλαμβάνουν δυσανάλογο χώρο στην παροικιακή ζωή. Η ελληνικότητα μπορεί τότε να προσλαμβάνεται ως προκαθορισμένο σύνολο συμβόλων και αποδεκτών τρόπων έκφρασης, στενεύοντας το πεδίο της αμφισβήτησης, της κριτικής και του διαλόγου. Η δημοκρατική ωρίμανση μιας παροικίας προϋποθέτει, αντίθετα, την ελευθερία να επανεξετάζει ακόμη και τα σύμβολα που η ίδια θεωρεί ιερά.

Η συχνότητα τέτοιων επίσημων παρουσιών αποκτά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πρόσθετη σημασία. Μια επίσκεψη της Προεδρικής Φρουράς ανά κάποια χρόνια μπορεί να διατηρεί έντονη τελετουργική και συγκινησιακή αξία. Με τη σχεδόν ετήσια επανάληψη, αντίθετα, μια συμβολική παρουσία κινδυνεύει να αποκτήσει τον χαρακτήρα τακτικού πολιτιστικού θεάματος. Η τελετουργία αντλεί μέρος της δύναμής της από την εξαίρεση, την προσδοκία και τη σπανιότητά της. Όσο συχνότερα επαναλαμβάνεται, τόσο περισσότερο εξοικειώνεται το κοινό με τη μορφή της και τόσο ευκολότερα η τελετουργική εμπειρία μετατοπίζεται προς την πολιτιστική κατανάλωση.

Ίσως, τελικά, ακόμη και η γλώσσα του «κέντρου» και της «περιφέρειας» να έχει εξαντλήσει τη χρησιμότητά της. Η σύγχρονη ελληνικότητα παράγεται ταυτόχρονα σε πολλούς τόπους που ανταλλάσσουν ανθρώπους, ιδέες, γλώσσα και πολιτιστικές μορφές. Η Μελβούρνη ελάχιστα έχει να κερδίσει διεκδικώντας τη θέση μιας νέας μητρόπολης απέναντι στην Αθήνα. Αποτελεί ήδη μέρος ενός πολυκεντρικού Ελληνισμού. Άλλωστε, η ίδια η ελληνική ιστορία προσφέρει ένα πολύ παλαιότερο προηγούμενο. Οι αρχαίες αποικίες παρέμεναν ελληνικές αναπτύσσοντας ιδιαίτερους θεσμούς, λατρείες, διαλέκτους και πολιτικές παραδόσεις. Η ελληνικότητα επέζησε και εξαπλώθηκε μέσα στους αιώνες ακριβώς χάρη στην ικανότητά της να αποκτά τοπικές μορφές και να συνομιλεί με διαφορετικά περιβάλλοντα.

Οι Εύζωνες αξίζει να αποτελούν αντικείμενο σεβασμού και η παρουσία τους αφορμή εορτασμού. Ίσως, όμως, η παράκαμψη της Μελβούρνης αποδειχθεί εξίσου χρήσιμη με μια επίσκεψή τους, ακριβώς επειδή μας υποχρεώνει να αναμετρηθούμε με την ελληνικότητα που έχουμε ήδη δημιουργήσει εδώ. Ύστερα από τόσες γενιές ελληνικής ζωής στους Αντίποδες, προσφέρεται και μια καβαφική στιγμή. Στο «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» η τελευταία φράση αρκεί: «Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.» Η απόσταση από τη μητρόπολη έχει από καιρό καταστήσει λιγότερο αυτονόητο ποιος ακριβώς περιμένει ποιον.

The post Εύζωνες και η ανάγκη της επικύρωσης appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.