Ο William (Bill) Moffatt Rees (1914-1979) πήγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ως στρατιώτης. Η σχέση του όμως με τη χώρα είχε αρχίσει πολύ πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Φοιτητής των Αρχαίων Ελληνικών και με βαθύ ενδιαφέρον για την ελληνική ιστορία, είχε περάσει χρόνια διαβάζοντας για τον αρχαίο κόσμο. Όταν τελικά έφτασε στην Ελλάδα, το 1941, ως μέλος της Australian Imperial Force (AIF), οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές από ό,τι φανταζόταν.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες θα κρυβόταν σε ελαιώνες για να προστατευθεί από τα γερμανικά αεροσκάφη, θα διέσχιζε τη νότια Ελλάδα αναζητώντας διέξοδο και, τελικά, θα κατάφερνε να διαφύγει μαζί με μερικές από τις τελευταίες ομάδες των Συμμαχικών δυνάμεων.
Κι όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν μείωσε την αγάπη του για την Ελλάδα.
Μετά τον πόλεμο επέστρεψε δύο φορές ως ταξιδιώτης, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να δημοσιεύει αγγελίες σε εφημερίδες αναζητώντας συνταξιδιώτες για τα ταξίδια του.
Με τη βοήθεια του ανιψιού του, John Rees, ο οποίος παραχώρησε στον «Νέο Κόσμο» τις επιστολές του θείου του από τα χρόνια του πολέμου, καθώς και άλλα έγγραφα, αφηγούμαστε ένα μόνο μέρος της ιστορίας του Bill.

Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
Η γοητεία που ασκούσε η Ελλάδα στον Rees είχε τις ρίζες της στις σπουδές του.
Παρακολουθώντας μαθήματα Αρχαίων Ελληνικών στο πανεπιστήμιο είχε αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία και τους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. Αυτές οι γνώσεις θα έδιναν άλλη διάσταση στην εμπειρία του όταν έφτασε τελικά στην Αθήνα.
Πριν βρεθεί στην Ελλάδα, ο Rees υπηρετούσε στην Αίγυπτο. Στη διάρκεια άδειας στην Αλεξάνδρεια, τον Μάρτιο του 1941, επισκέφθηκε αρκετά ελληνικά βιβλιοπωλεία αναζητώντας βιβλία Νέων Ελληνικών και οτιδήποτε θα μπορούσε να τον βοηθήσει να μάθει να μιλά τη γλώσσα.
Αγόρασε ακόμη και μια μικρή Καινή Διαθήκη στα ελληνικά.
«Ελπίζω να φρεσκάρω τις γνώσεις μου στα ελληνικά, γιατί, τώρα που οι Έλληνες είναι σύμμαχοί μας, μπορεί να μου φανούν πολύ χρήσιμες», έγραφε στους γονείς του.
«Υπάρχει μεγάλος ελληνικός πληθυσμός στην Αλεξάνδρεια και όσοι συνάντησα τις προάλλες μου φάνηκαν πολύ φιλικοί».
Στις επιστολές του καταγράφει επίσης τη θερμή υποδοχή που συνάντησε από την ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Σε ένα ελληνικό βιβλιοπωλείο χάρισαν στον ίδιο και σε άλλους Αυστραλούς στρατιώτες μια σειρά φωτογραφιών, ενώ σε ένα ελληνικό καφέ τούς περιποιήθηκαν ιδιαίτερα.
Σε ελληνικό εστιατόριο επέστρεψε μάλιστα και δεύτερη φορά, έχοντας ενθουσιαστεί με το πρώτο γεύμα τριών πιάτων που είχε δοκιμάσει εκεί.
Οι εμπειρίες αυτές ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του για τη χώρα στην οποία επρόκειτο σύντομα να βρεθεί.
Όταν έφτασε τελικά στην Ελλάδα, στα τέλη Μαρτίου του 1941, η αντίθεση με τα άνυδρα τοπία της Λιβύης και της Αιγύπτου τον εντυπωσίασε αμέσως.
«Ερχόμενος από τις γυμνές ερήμους της Λιβύης και της Αιγύπτου, η Ελλάδα μού φάνηκε πανέμορφη», έγραφε.
Περιέγραφε τους λόφους, τους ελαιώνες, τις απόκρημνες ακτές και τα νησιά. Περισσότερο από όλα, όμως, τον συνεπήραν η Αθήνα και τα αρχαία μνημεία της.
Σε μια απογευματινή περιήγηση στην πρωτεύουσα επισκέφθηκε την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, το Θέατρο του Διονύσου και το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

Πήγε επίσης στον Άρειο Πάγο, τον λόφο όπου συνεδρίαζαν οι αρχαίοι Αθηναίοι και όπου, όπως σημείωνε ο ίδιος, ο Απόστολος Παύλος είχε απευθύνει τον περίφημο λόγο του στους Αθηναίους φιλοσόφους.
Για έναν άνθρωπο που είχε περάσει χρόνια μελετώντας την ελληνική ιστορία, τα μέρη αυτά ήταν ήδη οικεία.
«Ολόγυρα υπάρχουν ερείπια ναών, αψίδων, μνημείων και τόσα άλλα, όλα πανάρχαια και όλα συναρπαστικά για μένα, γιατί διάβαζα γι’ αυτά εδώ και χρόνια και δεν χρειαζόμουν ξεναγό για να μου τα δείξει», έγραφε.
Η επίσκεψη ξύπνησε ακόμη και αναμνήσεις από τα μαθητικά του χρόνια και έναν παλιό του δάσκαλο.
«Βλέποντας όλα αυτά, θυμήθηκα το Grammar και τον καλό παλιό Carl Kaeppel», έγραφε. «Θυμάμαι που έλεγε ότι όλοι οι μαθητές του θα έπρεπε να επισκεφθούν την Ελλάδα, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι εγώ θα ερχόμουν με αυτόν τον τρόπο».
Ακόμη και με τον πόλεμο να πλησιάζει, ο Rees συνέχισε να εξερευνά την Αθήνα. Όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί και αργότερα, κατά την παραμονή του σε κέντρο ανάρρωσης, επέστρεψε άλλες δύο φορές στην πόλη, επισκεπτόμενος τα αρχαία και περνώντας χρόνο στα καφέ της.
Θαύμαζε, ωστόσο, και τη σύγχρονη Αθήνα, τις υπαίθριες καφετέριες, τις πλατείες και κτίρια όπως το Πανεπιστήμιο και η Ακαδημία.
Η παραμονή του στην πόλη, όμως, έμελλε να είναι σύντομη.
Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΥΓΗ
Ο Rees βρισκόταν στην Ελλάδα μόλις λίγες ημέρες όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα.
Με την προέλαση των γερμανικών δυνάμεων άρχισαν και οι αεροπορικές επιδρομές στην Αθήνα, οι οποίες συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του. Στις 21 Απριλίου ξεκίνησε η εκκένωση των Συμμαχικών δυνάμεων.
Ο Rees και οι υπόλοιποι στρατιώτες ειδοποιήθηκαν σχεδόν την τελευταία στιγμή.
Τους είπαν ότι είχαν μία ώρα για να φύγουν. Τους ξύπνησαν μέσα στη νύχτα και τους μετέφεραν μακριά από την Αθήνα. Κοντά στα Μέγαρα, περίπου 50 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, κρύφτηκαν σε έναν ελαιώνα ενώ γερμανικά αεροσκάφη πετούσαν από πάνω τους.
Έμειναν κάτω από τα δέντρα μια ολόκληρη ημέρα, χωρίς να μπορούν να κινηθούν.
Οι επόμενες ημέρες μετατράπηκαν σε μια αγωνιώδη πορεία μέσα από τη νότια Ελλάδα, με μοναδικό στόχο τη διαφυγή.
Ο Rees πέρασε από τα Μέγαρα και την Κόρινθο, όπου γερμανικά αεροσκάφη βομβάρδιζαν την πόλη. Συνέχισε προς το Άργος και το Ναύπλιο, αναγκασμένος συχνά να σταματά και να καλύπτεται από τους βομβαρδισμούς και τα πυρά πολυβόλων.
Τελικά ενώθηκε με μια ομάδα Νεοζηλανδών στρατιωτών και ταξίδεψε τη νύχτα μέσω Τρίπολης και Σπάρτης προς τη Μονεμβασιά.
Κατεστραμμένες γέφυρες, εγκαταλειμμένα οχήματα και η διαρκής απειλή γερμανικής επίθεσης σημάδεψαν όλη τη διαδρομή.
Κάποια στιγμή, ο Rees και άλλοι στρατιώτες πήραν φορτηγά και τα χρησιμοποίησαν για να συνεχίσουν. Αργότερα τα έριξαν από έναν γκρεμό, ώστε να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών.
Έφτασαν τελικά σε μια παραλία, όπου χωρίστηκαν σε ομάδες των 50 ατόμων και μεταφέρθηκαν με φορτηγίδες σε ένα αντιτορπιλικό.

Για τον Rees, η ανακούφιση της σωτηρίας συνοδευόταν από λύπη που εγκατέλειπε την Ελλάδα.
«Τι συναίσθημα ήταν αυτό, να βρίσκεσαι επιτέλους ασφαλής πάνω στο πλοίο!» έγραφε.
Ταυτόχρονα, όμως, ήταν «λυπημένος που άφηνε την Ελλάδα, γιατί είναι μια πανέμορφη χώρα».
«Μακράν η καλύτερη που έχω δει από τότε που έφυγα από την Αυστραλία. Ελπίζω κάποια μέρα να επιστρέψω».
Κατά τη διαφυγή είχε χάσει τον εξοπλισμό του και τα περισσότερα προσωπικά του αντικείμενα. Στην Κόρινθο έχασε τον ναυτικό του σάκο, ενώ στο Ναύπλιο πήρε έναν σάκο και ένα παγούρι που είχαν αφήσει πίσω τους Έλληνες στρατιώτες, προτιμώντας να τα πάρει παρά να πέσουν στα χέρια των Γερμανών.
Αφού έφτασε στην Κρήτη, μεταφέρθηκε σε φορτηγό πλοίο και τελικά επέστρεψε στην Αίγυπτο.
Είχε επιβιώσει από μια εκκένωση την οποία χαρακτήρισε ως την πιο συναρπαστική εμπειρία της ζωής του – ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι δεν είχε καμία επιθυμία να τη ζήσει ξανά.
«Προσωπικά, χαίρομαι που πήγα, αλλά δεν θα ήθελα να ξαναζήσω όσα πέρασα κατά την εκκένωση», έγραφε.
Και παρ’ όλα όσα είχε βιώσει, η σκέψη του επέστρεφε ξανά στην Ελλάδα.
«Θα ήθελα πολύ να ξαναεπισκεφθώ την Ελλάδα σε καιρό ειρήνης», έγραφε, σημειώνοντας ότι είχε προλάβει να δει μόνο φευγαλέα ιστορικούς τόπους όπως τα Μέγαρα, η Κόρινθος, το Άργος και η Σπάρτη.
Η ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ
Οι επιστολές του Rees από τον πόλεμο αποκαλύπτουν και μια άλλη πλευρά του δεσμού του με την Ελλάδα: την καλοσύνη που έδειξαν Έλληνες στον ίδιο και σε άλλους Αυστραλούς στρατιώτες.
Οι εμπειρίες του στην Αλεξάνδρεια τού είχαν ήδη δημιουργήσει μια ιδιαίτερη εκτίμηση για την εκεί ελληνική κοινότητα. Στην ίδια την Ελλάδα συνάντησε ανθρώπους που βοήθησαν και υποδέχθηκαν τους Συμμάχους μέσα στις δραματικές συνθήκες του πολέμου.
Αργότερα, όταν υπηρετούσε στη Βηρυτό, ο Rees και οι σύντροφοί του βρήκαν την ευκαιρία να ανταποδώσουν αυτή τη γενναιοδωρία.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1941 έγραφε στην οικογένειά του για Έλληνες πρόσφυγες που ζούσαν σε ένα κοντινό χωριό.
Οι στρατιώτες αποφάσισαν να τους προσφέρουν μέρος από τα χριστουγεννιάτικα εφόδια που είχαν λάβει, έχοντας ακόμη έντονη στη μνήμη τους την καλοσύνη που είχαν συναντήσει στην Ελλάδα.
«Το περασμένο Σάββατο κάποιος πρότεινε ότι θα ήταν καλή ιδέα να δώσουμε κάτι σε αυτούς τους Έλληνες, ως ανταπόδοση για όλη την καλοσύνη που μας είχαν δείξει όταν βρισκόμασταν στη χώρα τους», έγραφε ο Rees.
Η ιδέα εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο το στρατόπεδο.
Ο διοικητής ζήτησε από τους στρατιώτες να προσφέρουν από ένα προϊόν από τα χριστουγεννιάτικα δέματά τους, καθώς και παλιά ρούχα. Σύμφωνα με τον Rees, συγκεντρώθηκε «τεράστια ποσότητα» ειδών, ανάμεσά τους και τέσσερα κιβώτια με καινούργια ρούχα που περίμεναν ακόμη να σταλούν στους Έλληνες πρόσφυγες.
Ήταν μια χειρονομία που έκλεινε μέσα της μια σχέση η οποία είχε αρχίσει πριν ακόμη ο Rees πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα.
Από τους Έλληνες βιβλιοπώλες και ιδιοκτήτες καφέ της Αλεξάνδρειας μέχρι τους ανθρώπους που συνάντησε στη σύντομη παραμονή του στην Ελλάδα, η καλοσύνη των Ελλήνων έμεινε ανεξίτηλη στις αναμνήσεις του από τον πόλεμο.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Για τον Rees, η ιστορία δεν τελείωσε με τη διαφυγή του.
Παρά τον κίνδυνο που είχε ζήσει, την απώλεια φίλων και την αγωνία της εκκένωσης, η αγάπη του για την Ελλάδα παρέμεινε.
Μετά τον πόλεμο επέστρεψε δύο φορές στη χώρα ως τουρίστας.
Ο John θυμάται ότι ο θείος του δημοσίευε αγγελίες σε εφημερίδες αναζητώντας ανθρώπους που θα ήθελαν να ταξιδέψουν μαζί του. Θυμάται ακόμη να πηγαίνει τη δεκαετία του 1950 στο Station Pier του Port Melbourne για να αποχαιρετήσει τον Rees και όσους είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμά του.

Ο Rees δεν παντρεύτηκε ποτέ και αργότερα, εξαιτίας μιας σοβαρής πάθησης της σπονδυλικής στήλης, της συριγγομυελίας, καθηλώθηκε σε αναπηρικό αμαξίδιο. Η μητέρα του τον φρόντιζε μέχρι τον θάνατό της, σε ηλικία 77 ετών.
Οι σωματικές δυσκολίες που αντιμετώπισε στα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν έσβησαν, όμως, τον δεσμό που είχε δημιουργήσει δεκαετίες νωρίτερα.
Για τον Bill Rees, η Ελλάδα ήταν αρχικά μια χώρα που γνώρισε μέσα από τα βιβλία, τη γλώσσα και την αρχαία ιστορία.
Ύστερα έγινε ο τόπος όπου έζησε τον πόλεμο – κρυμμένος από τα γερμανικά αεροσκάφη και διασχίζοντας την ελληνική ύπαιθρο αναζητώντας έναν δρόμο διαφυγής.
Και, τελικά, έγινε η χώρα στην οποία επέλεξε να επιστρέψει όταν πια είχε έρθει η ειρήνη.
Οι επιστολές του αποτυπώνουν την αντίφαση αυτής της εμπειρίας: αναγκάστηκε να φύγει από την Ελλάδα, αλλά δεν ήθελε ποτέ πραγματικά να την αφήσει πίσω του.
Παρά τα όσα είχε περάσει, θυμόταν τα τοπία της, τα αρχαία της μνημεία και τους ανθρώπους της.
Και όταν του δόθηκε η ευκαιρία, επέστρεψε.

The post Η Ελλάδα που ερωτεύτηκε μέσα στη δίνη του πολέμου και δεν ξέχασε ποτέ appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.