Μπρούμα: Aπό τις… λαϊκές, στα αστέρια

H πρώτη ματιά στο βιογραφικό του Μπρούμα σχηματοποιεί την εικόνα ενός wonder boy που έζησε την ονειρική άνοδο στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Ναι, ο Πορτογάλος έζησε μέσα στην ελίτ. Εισέπνευσε τον αέρα που υπάρχει στα μεγάλα γήπεδα, είδε τα ξοδεύονται εκατομμύρια για χάρη του. Για να φτάσει όμως εκεί, σε αυτή τη λαμπερή λεωφόρο του ποδοσφαίρου, έπρεπε πρώτα να περπατήσει σε χαλικόδρομους και να προσπεράσει αρκετές δυσκολίες. Από τη Γουινέα-Μπισάου, όπου ακολουθούσε τη μητέρα του στη λαϊκή και δεν ήθελε να αφήσει την οικογένειά του, ξεκινάει μία ιστορία από εκείνες τις ιδιαίτερες και πολύ ανθρώπινες που υπάρχουν στο ποδόσφαιρο.
Πριν γίνει γνωστός ως Μπρούμα, ήταν ο Αρμίντο Τουέ Να Μπάνγκνα. Και όταν ήταν μικρός… δεν αγαπούσε το ποδόσφαιρο. Αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν να βρίσκεται δίπλα στη μητέρα του. Εκείνη πουλούσε ψάρια στη λαϊκή αγορά και ο μικρός Αρμίντο την ακολουθούσε παντού. «Δεν μου άρεσε να παίζω ποδόσφαιρο, ήθελα μόνο να είμαι κοντά στη μητέρα μου», έχει θυμηθεί σε συνέντευξή του.

Ο πατέρας του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί και ο Μπρούμα έχει περιγράψει πως ουσιαστικά τον γνώρισε μόνο μέσα από φωτογραφίες. Η μητέρα του έγινε… πατέρας και ανέλαβε να μεγαλώσει τα παιδιά της οικογένειας, σε μια καθημερινότητα στην οποία το φαγητό και τα απολύτως απαραίτητα δεν ήταν πάντοτε αυτονόητα. «Μερικές φορές υπήρχε ρύζι, υπήρχε ψάρι, λίγο κρέας. Άλλες φορές δεν υπήρχε τίποτα», είχε διηγηθεί ο ίδιος.

Δεν κυνήγησε την καριέρα του ποδοσφαιριστή. Ηταν κάτι που για τον ίδιο ξεκίνησε ως διέξοδος από τα προβλήματα της καθημερινότητας, όταν έπαιζε στον δρόμο μαζί με τα αδέλφιά του και άλλα παιδιά σε μία φτωχική γειτονιά όπου δεν υπήρχαν πολλές επιλογές.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Mesca, ήταν εκείνος που τον πήγε στην ακαδημία Demba Sanó, όταν ο Μπρούμα ήταν περίπου δέκα ή έντεκα ετών. Εκεί τον είδαν, ξεχώρισαν κάτι διαφορετικό και, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη ο ίδιος, άρχισε να ανοίγει μπροστά του ένας δρόμος που θα τον απομάκρυνε από το Μπισάου και θα τον οδηγούσε στην Ευρώπη.
Η στάση… σταθμός στην Πορτογαλία 
Ο άνθρωπος που διέκρινε την προοπτική του ήταν ο μάνατζερ Κάτιο Μπαλντέ. Του μίλησε για την Πορτογαλία, για μια ευκαιρία που δεν παρουσιαζόταν συχνά σε ένα παιδί από τη Γουινέα-Μπισάου, όμως ο Μπρούμα δεν ενθουσιάστηκε αμέσως. Το αντίθετο. Δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελε να αφήσει τη μητέρα του, τα αδέλφια του και τους φίλους του. Ήταν μόλις 12 ετών. Τελικά η μητέρα του συναίνεσε και το ταξίδι έγινε. «Από τότε δεν έχω ξαναγυρίσει στη Γουινέα-Μπισάου», έχει πει ο ίδιος.

Η πρώτη περίοδος στην Πορτογαλία δεν είχε τίποτα από τη λάμψη που θα ακολουθούσε. Ο ίδιος έχει περιγράψει ότι όταν έφτασε στη Λισαβόνα ένιωθε εντελώς μόνος. Δεν είχε τους φίλους και το οικείο περιβάλλον της πατρίδας του και για αρκετούς μήνες περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας μέσα στο σπίτι. Η μετάβαση από το Μπισάου στη Λισαβόνα ήταν, στην πραγματικότητα, το πρώτο μεγάλο τεστ της ζωής του.

Και υπάρχει ακόμη μια ιστορία που δείχνει πόσο παράξενα μπορεί να γράψει η ζωή ένα ποδοσφαιρικό σενάριο. Ο Μπρούμα αρχικά πέρασε από τη Μπενφίκα. Μάλιστα, σύμφωνα με τη διήγηση που έχει κάνει ο ίδιος, πήγε εκεί, δοκιμάστηκε και στη συνέχεια βρέθηκε στη Σπόρτινγκ. Σε μια από τις αφηγήσεις για εκείνη την εποχή, ο ίδιος θυμάται ότι πήγε τραυματισμένος από μια πτώση με ποδήλατο στην προπόνηση και συνέχισε κανονικά. Λίγο αργότερα, βρέθηκε στην Αλκοτσέτε και στη Σπόρτινγκ, όπου τελικά θα μεγάλωνε ποδοσφαιρικά.

Στην άλλη γειτονιά της Λισαβόνας, το όνειρο άρχισε να παίρνει μορφή. Οι ακαδημίες έγιναν το νέο του σπίτι και ο ίδιος πέρασε από όλες τις ηλικιακές ομάδες, σκοράροντας περισσότερα από 80 γκολ στα τμήματα υποδομής του συλλόγου. Και κάπως έτσι άρχισε να μετατρέπεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ταλέντα του πορτογαλικού ποδοσφαίρου.

«Ήθελα να φτάσω στην πρώτη ομάδα πριν από τον Ρονάλντο»

Στα χρόνια της Σπόρτινγκ, ο Μπρούμα είχε ήδη βάλει έναν προσωπικό στόχο που δείχνει και το μέγεθος της φιλοδοξίας του. Είχε μεγαλώσει βλέποντας τον Κριστιάνο Ρονάλντο και, όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, ήθελε να φτάσει στην πρώτη ομάδα σε μικρότερη ηλικία από εκείνον. «Ο στόχος μου ήταν να πάω στην πρώτη ομάδα στα 17, γιατί ο Κριστιάνο Ρονάλντο πήγε στα 18 και ήθελα να τον ξεπεράσω», είχε πει χαρακτηριστικά.

Δεν τα κατάφερε στα 17, αλλά δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Στα 18 του έκανε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ και μέσα σε λίγους μήνες η αγορά είχε αρχίσει να κινείται γύρω από το όνομά του.

Τον Σεπτέμβριο του 2013, η Γαλατασαράι έβγαλε από τα ταμεία της περίπου 13 εκατομμύρια ευρώ για να τον αποκτήσει. Ήταν μια μεταγραφή που έμοιαζε τεράστια για έναν παίκτη 18 ετών, αλλά τα ποσά γύρω από τον Μπρούμα επρόκειτο να συνεχίσουν να μεγαλώνουν τα επόμενα χρόνια.

Mε μία βαλίτσα στο χέρι

Η Τουρκία ήταν η πρώτη μεγάλη στάση ενός ταξιδιού που δεν έμελλε να σταματήσει. Η Γαλατασαράι, η Γκαζιαντέπ, η Ρεάλ Σοσιεδάδ και στη συνέχεια η Λειψία συνέθεσαν τα επόμενα κεφάλαια μιας καριέρας που χαρακτηρίστηκε περισσότερο από τις μετακινήσεις παρά από τη σταθερότητα.

Το 2017 η Λειψία τον απέκτησε από τη Γαλατασαράι με ένα ποσό που κινήθηκε περίπου στα 15 εκατομμύρια ευρώ, ενώ δύο χρόνια αργότερα η PSV επένδυσε εκ νέου ένα αντίστοιχα σημαντικό ποσό για να τον πάρει στην Ολλανδία. Οι ακριβείς αριθμοί διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν συνυπολογίζονται μπόνους και πρόσθετες ρήτρες, όμως το κοινό στοιχείο είναι ότι ο Μπρούμα παρέμενε ένα ακριβό και περιζήτητο ποδοσφαιρικό περιουσιακό στοιχείο.

Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα ταξίδια, ωστόσο, υπήρχε πάντα ο ίδιος άνθρωπος. Ο Μπρούμα έχει παραδεχθεί ότι τα πρώτα χρόνια στην Πορτογαλία ήταν δύσκολα και ότι υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες αναρωτήθηκε αν θα τα καταφέρει.

Η πρώτη επαφή με την Ελλάδα

Το 2020 ο Μπρούμα έφτασε στον Ολυμπιακό ως δανεικός από την PSV. Για πρώτη φορά μετά το ξεκίνημά του στην Ευρώπη, η Ελλάδα γινόταν κομμάτι του ταξιδιού. Στον Πειραιά κατέκτησε το πρωτάθλημα και, χωρίς τότε να το γνωρίζει, έβαλε το πρώτο ελληνικό κεφάλαιο σε μια ιστορία που χρόνια αργότερα θα τον έφερνε ξανά στη χώρα.

Η Μπράγκα, η Μπενφίκα και το παράξενο παιχνίδι της μοίρας

Πολλές ομάδες, διαφορετικές χώρες και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του επαναπατρισμού. Οχι στο Μπισάου αλλά στη χώρα που γαλουχήθηκε ποδοσφαιρικά.
Τον Ιανουάριο του 2023 του ανοίγει την πόρτα, αρχικά ως δανεικό από τη Φενέρ. Η παρουσία του ήταν θετική και έτσι οι Πορτογάλοι βγάζουν από τα ταμεία τους 6,5 εκατ.. ευρώ για να τον αποκτήσουν. Στη βορειοδυτική Πορτογαλία βρίσκει τον εαυτό του και το αποκορύφωμα ήταν η σεζόν 2024-25, με 12 γκολ σε 26 εμφανίσεις. Και κάπου στα μισά εκείνης της σεζόν αναβιώνει ένα παλιό… φλερτ.
Κάποτε η Μπενφίκα τον απέρριψε. Τον Γενάρη του ’25  όμως πλήρωσε 6 εκατ. ευρώ για να τον κάνει δικό της, ικανοποιώντας ίσως και ένα δικό του απωθημένο με τους αετούς της Λισαβόνας.
Υπήρχε κάτι σχεδόν κινηματογραφικό σε αυτή τη μεταγραφή. Στα 12 του ο Μπρούμα είχε βρεθεί για πρώτη φορά στη Μπενφίκα, πριν τελικά καταλήξει στη Σπόρτινγκ. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, επέστρεψε στον ίδιο σύλλογο ως ένας καταξιωμένος διεθνής ποδοσφαιριστής.
Ο Μπρούμα είχε μπροστά του ένα μεγάλο κίνητρο. Μία πρόκληση φορώντας μία βαριά φανέλα. Η ατυχία, ωστόσο, του χτύπησε την πόρτα με τον σοβαρό τραυματισμό πέρυσι στον αχίλλειο, προλαβαίνοντας να παίξει μόνο σε 17 ματς και με 1 γκολ
Και τώρα, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το πρώτο ταξίδι, ο Μπρούμα ανοίγει ένα ακόμη κεφάλαιο. Η μετακίνησή του στον Άρη τον φέρνει ξανά στην Ελλάδα, αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη, σε μια ηλικία που η διαδρομή του έχει ήδη γράψει σχεδόν ολόκληρη την ιστορία της.

Κι αν υπάρχει μια εικόνα που ταιριάζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στη διαδρομή του, αυτή δεν είναι μια φανέλα, ένα γκολ ή ένα γεμάτο γήπεδο. Είναι μια βαλίτσα.

Η βαλίτσα ενός παιδιού που έφυγε από το Μπισάου στα 12 του, επειδή κάποιος πίστεψε ότι μπορούσε να γίνει ποδοσφαιριστής. Τώρα, τόσα χρόνια και περισσότερα από 50 εκατομμύρια ευρώ σε μεταγραφές αργότερα, ο Μπρούμα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη.

Και η βαλίτσα του, όπως φαίνεται, δεν έχει κλείσει ακόμη.