Σύμφωνα με ανακοίνωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, οι ανασκαφικές έρευνες στον οικισμό επικεντρώθηκαν στην κορυφή του λόφου
Την πρωιμότερη οικοδομική φάση του Κεντρικού Κτηρίου και τρεις θαλαμοειδείς τάφους που ανάγονται χρονικά στη Μέση Εποχή του Χαλκού αποκάλυψαν οι έρευνες της Ιταλικής Αρχαιολογικής Αποστολής στην Ερήμη-Λαόνιν του Ποράκου μεταξύ 27 Ιουλίου και 21 Αυγούστου 2026. Η έρευνα υλοποιείται υπό την επιστημονική επιμέλεια του Καθ. Luca Bombardieri στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος του οποίου ηγείται το Πανεπιστήμιο της Σιένα, σε στενή συνεργασία με το Ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας και το Τμήμα Αρχαιοτήτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, οι ανασκαφικές έρευνες στον οικισμό επικεντρώθηκαν στην κορυφή του λόφου, όπου εντοπίζεται το μεγάλο Κεντρικό Κτίριο, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε μια περιοχή του νότιου ταφικού συγκροτήματος.
Τα όρια του Κεντρικού Κτιρίου είχαν πλήρως αποκαλυφθεί στα νότια του συγκροτήματος επεξεργασίας υφασμάτων. Κατασκευασμένο από μεγάλους σε διαστάσεις περιμετρικούς τοίχους και καταλαμβάνοντας εμβαδό περίπου 250 τ.μ., το Κεντρικό Κτίριο φαίνεται να είναι προσβάσιμο από ένα στενό πέρασμα που ακολουθεί κατεύθυνση ανατολής-δύσης, σημειώνεται.
Οι νέες έρευνες απεκάλυψαν στοιχεία για την κάτοψη και την εσωτερική του οργάνωση. Ένας στενός τετράπλευρος διάδρομος/ προθάλαμος (Τομέας 1) χαρακτηρίζεται από μια διπλή είσοδο με μονολιθικά κατώφλια τα οποία δεν είναι ευθυγραμμισμένα, υποδηλώνοντας μια λοξή διαδρομή προς τη μεγάλη κεντρική αυλή, προστίθεται.
Σημειώνεται, επίσης, ότι στα ανατολικά και δυτικά της κεντρικής αυλής εντοπίστηκε μια σειρά από έξι συμμετρικά διαταγμένα δωμάτια τα οποία ανασκάφηκαν πλήρως, και τα οποία αποτελούν την ανατολική (Τομείς 5, 6, 8) και τη δυτική (Τομείς 2,3,7) πτέρυγα του κτιρίου. Μόνο ένα από τα δωμάτια της ανατολικής πτέρυγας (Τομέας 6) επιτρέπει άμεση πρόσβαση από την αυλή, μέσω μιας εισόδου που φέρει ένα πλατύ κατώφλι. Οι διαδοχικές λαξεύσεις στην επιφάνειά του το ταυτίζουν με παιχνίδια του τύπου senet. Στον ίδιο Τομέα 6, εντοπίστηκε στο νοτιότερο τμήμα του δωματίου ένας μεγάλος και βαθύς υπόγειος αποθηκευτικός χώρος, με εκτιμώμενη χωρητικότητα περίπου 2,8 κυβικά μέτρα.
«Η έρευνα στη νότια πτέρυγα του Κεντρικού Κτιρίου απεκάλυψε μια πρωιμότερη οικοδομική φάση, η οποία φέρει διαφορετικό προσανατολισμό και χαρακτηρίζεται από ογκώδεις τοίχους και μια μακρόστενη κάτοψη», επισημαίνεται. Σε αυτό το σημείο, το Κεντρικό Κτήριο φαίνεται να χρησιμοποιεί τις προϋπάρχουσες εγκαταστάσεις, διαμορφώνοντάς τες με την κατασκευή μιας κλίμακας που θα έδινε πρόσβαση σε ένα δεύτερο όροφο καθώς επίσης και στα τρία παράπλευρα δωμάτια της δυτικής πτέρυγας.
Η έρευνα απεκάλυψε περαιτέρω ότι αυτό το σημαντικό σύμπλεγμα δεν συσχετιζόταν με άλλα δωμάτια στην ανατολική του πλευρά, όπου ανοιγόταν ένας σχετικά μεγάλος σε έκταση υπαίθριος χώρος, σημειώνει το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Αυτός ο χώρος έφερε εγκαταστάσεις και πιθανότατα ελαφριές ή προσωρινές ξύλινες κατασκευές όπως δηλώνεται από την παρουσία κυκλικών λαξεύσεων (οπών πασσάλων). Μια σειρά από στεγασμένους χώρους εκτείνεται στα ανατολικά, όπου εντοπίστηκαν τα κατάλοιπα τουλάχιστον ενός οικοδομικού τμήματος τετράπλευρης κάτοψης, πιθανότατα οικιστικής χρήσης (Τομέας SA VII).
Κατά τη φετινή ανασκαφική περίοδο, διερευνήθηκε επιπρόσθετα ένα μικρό τμήμα της νότιας νεκρόπολης που βρίσκεται εκτός των τειχών (Περιοχή Ε). Τρεις θαλαμοειδείς τάφοι (Τ.2656-2658) με κάθετους δρόμους διερευνήθηκαν πλήρως.
Πολύ σημαντικός για την ταφική του αρχιτεκτονική είναι ο Τ.2656 ο οποίος συνδέεται με ένα επιμήκη κάθετο δρόμο και φέρει πάγκο στο πίσω μέρος του θαλάμου, απέναντι από την είσοδο. Μια εσωτερική δευτερεύουσα είσοδος τον συνδέει με ένα δεύτερο θάλαμο που εκτείνεται στα δυτικά, προστίθεται.
Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν ένα σύνθετο ταφικό πρόγραμμα που συνδέεται χρονικά με την τελευταία φάση κατοίκησης της θέσης, στα τέλη της Μέσης Εποχής του Χαλκού, καταλήγει η ανακοίνωση.