
Οι λέξεις μερικές φορές στερεύουν για να περιγράψεις ένα γεγονός. Τα συναισθήματα, ωστόσο, δείχνουν τον δρόμο και αφηγούνται το παραμύθι. Την ιστορία που διαδραματίστηκε στη Σερβία και επινοήθηκε από Έλληνες.
Ο χρόνος γυρνά 21 χρόνια πίσω. Τότε που η Εθνική Ελλάδας πέτυχε αυτό που αναζητούσε να επαναλάβει για 18 έτη. Ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου όλης της Ευρώπης.
Η Ρωσία ξεπεράστηκε. Η Γαλλία «εκτελέστηκε» από τον Διαμαντίδη. Και η Γερμανία στον τελικό απλά κατατροπώθηκε. Αυτό ήταν. Η επίσημη αγαπημένη χρίστηκε ξανά βασίλισσα. Ο ενορχηστρωτής της; Γαλαζοαίματος επίσης, ο Παναγιώτης Γιαννάκης.
Το σύνολο απίστευτο. Παίκτες παγκόσμιας εμβέλειας. Πώς να μην βγει μετά ο κόσμος στους δρόμους να πανηγυρίσει; Σαν σήμερα, 18/09/2005, το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα κατέκτησε το Ευρωμπάσκετ. Οι πρωταγωνιστές πολλοί.
Ο Νίκος Χατζηβρέττας, ένας εξ αυτών, εξιστορεί στο tanea.gr όλη την πορεία της χώρας μας, από την αρχή έως τη στέψη. Πλέκει το εγκώμιο του «Δράκου» και τονίζει την ενότητα που χαρακτήριζε το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.
Ο αρχηγός της ομάδας, ο Μιχάλης Κακιούζης, είχε δηλώσει πριν από την έναρξη του τουρνουά «πάμε για το χρυσό». Στην πρεμιέρα απέναντι στη Γαλλία ήρθε εύκολη επικράτηση, με την Εθνική να αποκτά από νωρίς μεγάλο προβάδισμα. Η νίκη αυτή ήταν προϊόν της αυτοπεποίθησης και της πίστης που είχατε ως ομάδα ότι μπορούσατε να κάνετε κάτι σπουδαίο στη διοργάνωση;
«Η ομάδα πάντα είχε μεγάλους στόχους, κάποιες φορές δεν τα κατάφερνε. Πάντα υπήρχε αισιοδοξία. Οι παίκτες μας εξάλλου ήταν υψηλού επιπέδου. Είχαμε αυτόν τον στόχο και αυτό φαινόταν στην καθημερινότητα της ομάδας, στο πώς δουλεύαμε. Πάντα παίζαμε για τη νίκη. Ξεκινώντας το τουρνουά αυτό είχαμε στο μυαλό μας. Μέσω των αρχικών προκρίσεων θέσαμε τις βάσεις, για να παρουσιαστούμε έτοιμοι στα χιαστί παιχνίδια.
Όσον αφορά στον στόχο του χρυσού, ήμασταν μία ομάδα που διεκδικούσε το μετάλλιο, όπως και πολλές άλλες. Και τα προηγούμενα χρόνια οι βλέψεις ήταν υψηλές, και το 2003 στο αντίστοιχο Ευρωμπάσκετ και το 2004 στην Ολυμπιάδα. Απλά το 2005 έγινε εφικτή επιθυμία όλων μας».
Ακολούθησαν στον όμιλο η ήττα από τη Σλοβενία – η μοναδική της Εθνικής – και η νίκη απέναντι στη Βοσνία, που σας έστειλαν στα μπαράζ κόντρα στο Ισραήλ. Σας επηρέασε η απώλεια της πρώτης θέσης; Ήταν βασικός σας στόχος;
«Έχουν περάσει και 21 χρόνια, δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά εντάξει, η διαδικασία ενός πρωταθλήματος, ενός τέτοιου τουρνουά, έχει τα πάνω της και τα κάτω της.
Γενικά ήμασταν μια ομάδα που δεν μπορούσες να πεις ότι δείχναμε κάποια κυριαρχία, αγωνιστικά. Όμως μας διέκρινε η σκληράδα. Ήμασταν συμπαγείς, με πολύ καλή ομοιογένεια, πράγμα που έφερε αυτό το αποτέλεσμα στην πορεία.
Βέβαια, οι ομάδες ήταν πολύ ανταγωνιστικές, το επίπεδο ήταν υψηλό και πολλές ομάδες είχαν πολύ μεγάλη ποιότητα ως ρόστερ.
Φανταστείτε τώρα η Σερβία εκείνη τη χρονιά που γινόταν το τουρνουά στην έδρα της, ήταν εκ των φαβορί.
Δεν πέρασε καν στους 4, νομίζω»…
Η περιφέρεια της Εθνικής ήταν γεμάτη ποιότητα, με εσάς, τον Παπαλουκά, τον Διαμαντίδη, τον Σπανούλη και τον Ζήση. Σας έδινε αυτό την ασφάλεια ότι πάντα κάποιος μπορούσε να βγει μπροστά και να κάνει τη διαφορά;
«Ασφάλεια μας έδινε η αμυντική μας λειτουργία. Αυτό ήταν που μας έδινε πραγματική σιγουριά, γιατί στην επίθεση -αν εξαιρέσουμε τον τελικό- δεν μπορώ να πω ότι κάναμε κάποιο εξαιρετικό παιχνίδι. Η εμπιστοσύνη αυτής της ομάδας στηριζόταν στο ότι ήταν πολύ συμπαγής και είχε εξαιρετική άμυνα. Αυτό ήταν που μας έδινε και τις προκρίσεις».
Η Ελλάδα απέναντι στο Ισραήλ ήταν μπροστά σε όλη τη διάρκεια, όμως στο τέλος ο Χαλπερίν μείωσε στους τρεις και ο Κακιούζης απάντησε άμεσα με τρίποντο. Ήταν ένα από τα πιο καθοριστικά καλάθια της πορείας σας;
«Κάθε καλάθι σε κάθε παιχνίδι είναι σημαντικό, ειδικά όταν πρόκειται για κρίσιμα σημεία μιας αναμέτρησης. Και το τρίποντο του Διαμαντίδη στον ημιτελικό, για παράδειγμα, ήταν καθοριστικό για την πορεία μας. Όμως δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω μόνο ένα καλάθι. Όλα είχαν τη δική τους σημασία και συνέβαλαν στο να φτάσουμε μέχρι το τέλος».
Πώς βιώνατε τότε τη στήριξη του κόσμου, τόσο από την παρουσία των Ελλήνων φιλάθλων στο Βελιγράδι όσο και από το κλίμα που επικρατούσε στην Ελλάδα;
«Ο πολύς κόσμος ήρθε στα τελευταία δύο παιχνίδια. Υπήρχε πολύ μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό. Όταν παίζεις έναν ημιτελικό και έναν τελικό, χρειάζεται να έχεις τον κόσμο στο πλευρό σου. Ήταν σημαντικό για την ομάδα. Ήταν κοντά το Βελιγράδι, ο κόσμος μπορούσε εύκολα να μετακινηθεί. Αυτό, βέβαια, έγινε κυρίως στα τελευταία παιχνίδια.
Όσον αφορά στο τι συνέβαινε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της πορείας μας, δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε αν υπήρχε στη χώρα μας ενθουσιασμός ή όχι. Τότε δεν υπήρχαν και τα social media για να έχουμε αλληλεπίδραση με τον κόσμο στην Ελλάδα. Ήταν διαφορετική εποχή τότε. Εμείς, ως ομάδα, ήμασταν αγαπημένοι, ενωμένοι και κάναμε αυτό που έπρεπε για να φτάσουμε στον στόχο».
Στον προημιτελικό με τη Ρωσία, πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να ξεπεράσετε έναν τόσο μεγάλο αντίπαλο και να κάνετε το βήμα προς τα μετάλλια; Τι ήταν αυτό που σας έδωσε την πρόκριση;
«Εννοείται πως υπήρχε δίψα για μετάλλιο, γιατί γνωρίζαμε ότι είχαμε μπροστά μας ένα πολύ σημαντικό παιχνίδι και μια μεγάλη ευκαιρία να προχωρήσουμε στη διοργάνωση. Αλλά κύριο ρόλο έπαιξε η προσωπικότητα της ομάδας. Όπως προείπα, ήμασταν σκληροί, συμπαγείς και είχαμε μεγάλη πίστη στις δυνατότητές μας. Συνήθως τέτοιες ομάδες παίρνουν προκρίσεις στα νοκ-άουτ παιχνίδια. Αυτό ήταν το στοιχείο που μας χαρακτήριζε».
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης σας είχε μιλήσει για τα δικά του βιώματα από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το 1987; Υπήρχε κάποια συμβουλή ή κάποια κουβέντα που σας είχε πει τότε, βασισμένη στη δική του εμπειρία – ή και όχι – και σας έχει μείνει μέχρι σήμερα;
«Ο Παναγιώτης Γιαννάκης για όλους μας ήταν μια έμπνευση, ένα παιδικό είδωλο, ένα παράδειγμα. Με τη σοβαρότητα και την προσωπικότητά του κρατούσε την ομάδα ενωμένη. Με τον τρόπο που δούλευε, κινούνταν και μας μιλούσε, μας έδειχνε πολλά πράγματα. Ήταν κοντά στους παίκτες και αυτό ήταν πολύ σημαντικό.
Δεν αναφερόταν στον εαυτό του. Είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, ο οποίος αγαπάει αυτό που κάνει. Όλοι γνωρίζαμε την πορεία του, τη ζωή του και το πόσο προσέφερε στο άθλημα. Ήταν παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας».
Στον ημιτελικό με τη Γαλλία, η Εθνική έκανε τη μεγάλη ανατροπή στα τελευταία δευτερόλεπτα, με το τρίποντο του Διαμαντίδη να σφραγίζει τη νίκη. Πώς ζήσατε εκείνες τις τελευταίες στιγμές και τι σας κράτησε ψύχραιμους μέχρι το τέλος;
«Η ομάδα κυνηγούσε όλα τα παιχνίδια μέχρι το τέλος, το ίδιο και σε αυτό. Άλλωστε, μόλις χτυπήσει η κόρνα, λήγει ο αγώνας. Προσπαθήσαμε να το γυρίσουμε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Οι αντίπαλοι έκαναν κάποια λάθη, εμείς τα εκμεταλλευτήκαμε και έτσι τα καταφέραμε. Έτσι γίνονται αυτά…».
Στον τελικό καταφέρατε να κερδίσετε σχετικά εύκολα και από νωρίς να επιβάλετε τον ρυθμό σας. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να παρουσιάσετε μια τόσο κυριαρχική εικόνα στον αγώνα; Ήταν θέμα προετοιμασίας, συγκέντρωσης, ψυχολογίας ή κάτι που κάνατε διαφορετικά μέσα στο παιχνίδι;
«Δεν έχει να κάνει με άγχος, αλλά με την ποιότητα των ομάδων. Σίγουρα, η Γερμανία δεν έχει την ποιότητα της Ισπανίας. Είχε έναν παίκτη παγκόσμιας κλάσης, τον Ντιρκ Νοβίτσκι, αλλά από εκεί και πέρα η Ισπανία φυσικά και ήταν μια ομάδα με περισσότερη ποιότητα και βάθος. Είναι, όμως, ένα παιχνίδι. Και οι Γερμανοί ήταν ένα πολύ καλό σύνολο, με έναν παίκτη που μπορούσε να πετύχει και 40 πόντους σε μια αναμέτρηση. Μας ταίριαζε ο τρόπος παιχνιδιού τους.
Ήμασταν πολύ καλή αμυντική ομάδα και είχαμε προσαρμοστεί πάνω τους. Ναι, απέναντι στην Ισπανία θα ήταν πιο δύσκολο, γιατί θα είχαν περισσότερες λύσεις και μεγαλύτερο ταλέντο. Αλλά ένας τελικός είναι ένας τελικός. Ήμασταν καλύτερη ομάδα από τη Γερμανία».
Τελειώνει το παιχνίδι, είστε πρωταθλητές Ευρώπης και ολόκληρη η Ελλάδα πανηγυρίζει. Πώς βιώσατε όλο αυτό το σκηνικό, τόσο στο Βελιγράδι εκείνη τη στιγμή όσο και αργότερα, όταν επιστρέψατε στην Ελλάδα;
«Ήταν τεράστιο. Η Ελλάδα κέρδισε το Ευρωπαϊκό. Υπήρχαν πανηγύρια, μεγάλη ευφορία και χαρά. Πήραμε το Ευρωπαϊκό, ήταν κάτι το ξεχωριστό. Για κάθε παίκτη που καταφέρνει κάτι αντίστοιχο, είναι μια αξιομνημόνευτη στιγμή. Έχουν περάσει χρόνια, αλλά η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το 2005 θα είναι για πάντα στην καρδιά μας».
Τέλος, 21 χρόνια μετά, τι σημαίνει για εσάς αυτός ο άθλος και η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 2005;
«Ήταν μια μεγάλη στιγμή για τον ελληνικό αθλητισμό. Οι επιτυχίες δεν έρχονται πάντοτε, αλλά όταν ζήσεις κάτι σαν κι αυτό, μένει για πάντα μέσα σου. Είναι μια στιγμή που δεν ξεχνάς και μια επιτυχία που θα μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή».