Ανάμεσα στα αγριότερα επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης συγκαταλέγεται η σφαγή που ακολούθησε την άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821, όταν χιλιάδες μουσουλμάνοι και Εβραίοι, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά, σκοτώθηκαν από τους επαναστάτες μέσα σε τρεις ημέρες λεηλασίας, εκδίκησης και ανεξέλεγκτης βίας. Οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις, ο χαρακτήρας όμως του γεγονότος παραμένει σαφής: η κατάληψη της οθωμανικής διοικητικής πρωτεύουσας της Πελοποννήσου συνοδεύτηκε από μαζική σφαγή αμάχων, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του Αγώνα και απαιτεί την ίδια ιστορική ευθύτητα με την οποία προσεγγίζουμε τον ηρωισμό και τις θυσίες του.
Διακόσια πέντε χρόνια αργότερα, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών επέλεξε την επέτειο της άλωσης για να αναφερθεί στις «συστηματικές σφαγές» του μουσουλμανικού τουρκικού πληθυσμού της Πελοποννήσου κατά την περίοδο 1821-1830, προκαλώντας την αντίδραση της Αθήνας, η οποία κατηγόρησε την Άγκυρα για «συστηματική διαστρέβλωση και εργαλειοποίηση της Ιστορίας». Το ουσιώδες ζήτημα αυτής της αντιπαράθεσης υπερβαίνει την αναγνώριση της σφαγής, την οποία η ελληνική ιστοριογραφία έχει προ πολλού καταγράψει και συζητήσει, και αφορά κυρίως τη θέση που καταλαμβάνει η Τριπολιτσά μέσα στη σύγχρονη τουρκική διαχείριση των δύο τελευταίων αιώνων.
Η σημασία αυτής της αναδρομής γίνεται σαφέστερη αν εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα συνδέει την Τριπολιτσά με γεγονότα που απέχουν από αυτήν σχεδόν έναν αιώνα. Στις 19 Μαΐου 2026, απαντώντας στις ελληνικές εκδηλώσεις μνήμης για τον Πόντο, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε την Ελλάδα να αναγνωρίσει εγκλήματα κατά Τούρκων και άλλων εθνοτικών ομάδων, «αρχίζοντας από τη σφαγή της Τριπολιτσάς του 1821», προτού αναφερθεί στις πράξεις του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία μετά το 1919. Παρόμοια διατύπωση είχε χρησιμοποιηθεί στην αντίστοιχη ανακοίνωση της 19ης Μαΐου 2025, γεγονός που αναδεικνύει μια επαναλαμβανόμενη πρακτική της επίσημης τουρκικής επιχειρηματολογίας: όταν τίθεται το ζήτημα του Πόντου, η απάντηση μεταφέρει την αφετηρία της συζήτησης προς τα πίσω, μέχρι την Ελληνική Επανάσταση.
Εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας του ζητήματος, διότι το πρόβλημα με την επίκληση της Τριπολιτσάς από την Άγκυρα βρίσκεται λιγότερο σε όσα λέει για το 1821 και περισσότερο σε όσα επιχειρεί να ερμηνεύσει μέσω του 1821 για όσα ακολούθησαν έναν αιώνα αργότερα. Κάθε επιλογή χρονικής αφετηρίας οριοθετεί το πεδίο της εξέτασης και προσδιορίζει το ίδιο το ιστορικό φαινόμενο που καλούμαστε να κατανοήσουμε. Με αφετηρία τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η έρευνα στρέφεται στις πολιτικές του ύστερου οθωμανικού κράτους απέναντι στους χριστιανικούς πληθυσμούς του, στις εκτοπίσεις, στις απαλλοτριώσεις, στις σφαγές και στις δημογραφικές ανακατατάξεις της τελευταίας δεκαετίας της αυτοκρατορίας. Με αφετηρία το 1821, αντιθέτως, το πεδίο απλώνεται σε έναν ολόκληρο αιώνα επαναστάσεων, πολέμων, εδαφικών ανατροπών, πληθυσμιακών μετακινήσεων και αμοιβαίας βίας, με αποτέλεσμα ένα συγκεκριμένο ερώτημα για τη λειτουργία ενός ύστερου αυτοκρατορικού κράτους να μεταμορφώνεται σε μια πολύ ευρύτερη ιστορία ελληνοτουρκικής σύγκρουσης.
Μέσα σε αυτόν τον ευρύτερο χρονικό ορίζοντα υπάρχει ασφαλώς μια πραγματική και οδυνηρή ιστορία μουσουλμανικών πληθυσμών, οι οποίοι κατά τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γνώρισαν σφαγές, εκτοπισμό και προσφυγιά στα Βαλκάνια, στην Κριμαία και στον Καύκασο. Οι εμπειρίες αυτές άφησαν βαθύ αποτύπωμα στην ύστερη οθωμανική κοινωνία και επηρέασαν τις αντιλήψεις της περί ασφάλειας, επικράτειας και δημογραφικής σύνθεσης, γι’ αυτό και η συνεκτίμησή τους είναι ουσιώδης για την κατανόηση του κόσμου μέσα στον οποίο διαμορφώθηκαν οι πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών της αυτοκρατορίας. Φθάνοντας, ωστόσο, στο 1914 μέσα από μια αφήγηση που αρχίζει το 1821, ο αναγνώστης έχει ήδη συναντήσει επί πολλές δεκαετίες τον μουσουλμανικό πληθυσμό στη θέση του θύματος, οπότε οι διώξεις των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των ελληνικών πληθυσμών εμφανίζονται στο τέλος μιας μακράς ακολουθίας της οποίας η ηθική φορά έχει ήδη διαμορφωθεί. Η προηγούμενη δυστυχία, από αναγκαίο στοιχείο κατανόησης του ιστορικού περιβάλλοντος, μπορεί έτσι να αποκτήσει τη λειτουργία ηθικού υπολοίπου που μεταφέρεται στην επόμενη περίοδο, ενώ η βία του ύστερου οθωμανικού κράτους προσφέρεται ευκολότερα για ανάγνωση ως ακόμη ένα επεισόδιο ενός μακρού κύκλου αλληλοσφαγών, εκτοπισμών και εκδίκησης.
Μια τέτοια αναδρομική ενοποίηση επηρεάζει συγχρόνως τη φύση των συγκρούσεων και τις ταυτότητες των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτές. Η Τριπολιτσά ανήκει σε μια επανάσταση εναντίον της αυτοκρατορικής εξουσίας, ενώ οι Αρμένιοι, οι Ασσύριοι και μεγάλο μέρος των ελληνικών πληθυσμών των αρχών του εικοστού αιώνα αποτελούσαν υπηκόους της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η δράση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία μετά το 1919 αφορά πλέον τη στρατιωτική παρουσία ενός άλλου κράτους και την ελληνοτουρκική πολεμική σύγκρουση. Ακόμη και ο όρος «τουρκικός μουσουλμανικός πληθυσμός», όταν μεταφέρεται αυτούσιος στο 1821, προβάλλει μια μεταγενέστερη εθνική κατηγορία πάνω σε έναν οθωμανικό κόσμο πολλαπλών ταυτοτήτων. Έτσι ο εθνικισμός συμπυκνώνει αγρότες, τεχνίτες, γυναίκες, παιδιά και πρόσφυγες στις ενιαίες κατηγορίες του «Έλληνα» και του «Τούρκου», ενώ η εξουσία μετατρέπει την ιδιαίτερη εμπειρία και τον πόνο τους σε κεφάλαιο εθνικής μνήμης και πολιτικής νομιμοποίησης.
Η αποτίμηση κάθε μορφής ιστορικής βίας αποκτά μεγαλύτερη ακρίβεια όταν προκύπτει από τους δικούς της μηχανισμούς, τη σχέση των δραστών με την εξουσία, την επιλογή των θυμάτων, τη γεωγραφική έκταση, τη διάρκεια και τα αποτελέσματά της. Στην περίπτωση της Τριπολιτσάς, ο Κολοκοτρώνης περιγράφει αιματοχυσία που διήρκεσε από την Παρασκευή έως την Κυριακή και μεταφέρει την τότε κυκλοφορούσα εκτίμηση των 32.000 νεκρών, ενώ άλλες εκτιμήσεις δίνουν αισθητά χαμηλότερους αριθμούς. Παράλληλα, οι πηγές καταγράφουν απόπειρες διάσωσης από Έλληνες μαχητές και προσπάθειες περιορισμού της βίας: ο Κολοκοτρώνης προστάτευσε τους Αλβανούς στους οποίους είχε δοθεί ασφαλής έξοδος, άλλοι Έλληνες έσωσαν μουσουλμάνους και γυναίκες από το περιβάλλον του Χουρσίτ Πασά τέθηκαν υπό την προστασία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Τέτοιες πράξεις αποκαλύπτουν τον κατακερματισμένο χαρακτήρα της επαναστατικής εξουσίας, μέσα στην οποία η ανεξέλεγκτη σφαγή, η λεηλασία, οι προσωπικές πρωτοβουλίες διάσωσης και οι αποσπασματικές προσπάθειες επιβολής τάξης μπορούσαν να συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και την ίδια στιγμή.
Έναν αιώνα αργότερα, η οργανωτική μορφή της βίας παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές, καθώς η ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία διέθετε υπουργεία, στρατό, χωροφυλακή, επαρχιακές διοικήσεις, τηλεγραφικό δίκτυο, πληθυσμιακά μητρώα και διοικητικούς μηχανισμούς ικανούς να οργανώσουν μετακινήσεις, απαλλοτριώσεις και εγκαταστάσεις πληθυσμών σε εκτεταμένες γεωγραφικές ζώνες. Μια σοβαρή σύγκριση οφείλει επομένως να λαμβάνει υπόψη τον βαθμό διοικητικού συντονισμού, την επιλογή των θυμάτων, τη σχέση των δραστών με την κρατική εξουσία και το δημογραφικό αποτέλεσμα, αναγνωρίζοντας συγχρόνως ότι η ηθική φρίκη της σφαγής αμάχων στην Τριπολιτσά παραμένει ακέραιη. Η ιστορική ακρίβεια κερδίζει όταν διακρίνουμε τη βία που εκδηλώνεται μέσα στον κατακερματισμό μιας επαναστατικής εξουσίας από εκείνη που καθίσταται εφικτή μέσω των διοικητικών δυνατοτήτων ενός σύγχρονου κρατικού μηχανισμού.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια ουσιώδης διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται σήμερα το δύσκολο παρελθόν. Στην ελληνική δημόσια και ιστοριογραφική συζήτηση, η Τριπολιτσά μπορεί να αποτελεί συγχρόνως αποφασιστική στρατιωτική νίκη της Επανάστασης και τόπο μαζικού εγκλήματος, επειδή η αναγνώριση της σφαγής αφήνει ακέραιη τη νομιμότητα του αγώνα για ανεξαρτησία. Η ελληνική δημόσια σφαίρα διαθέτει πλέον την ιστορική αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίζει κριτικά ακόμη και τις σκοτεινότερες πράξεις της ιδρυτικής περιόδου, να αναγνωρίζει ως θύματα τους μουσουλμάνους και τους Εβραίους που σφαγιάστηκαν από Έλληνες επαναστάτες και να αντικρίζει τους ίδιους τους αγωνιστές ως ανθρώπους ικανούς για ηρωισμό και αυτοθυσία, όπως και για εκδίκηση, λεηλασία και αγριότητα. Μια τέτοια παραδοχή ενισχύει την ιστορική αυτογνωσία, επειδή απελευθερώνει το εθνικό παρελθόν από την απαίτηση της ηθικής τελειότητας και επιτρέπει σε μια κοινωνία να ζει με την πολυπλοκότητα της ιστορίας της και με προγόνους ανθρώπινους, σύνθετους και ηθικά ατελείς.
Διαφορετική εικόνα παρουσιάζει η επίσημη τουρκική διαχείριση ορισμένων κρίσιμων πτυχών της ύστερης οθωμανικής περιόδου, διάκριση που αφορά τον κρατικό λόγο και διατηρεί σαφή απόσταση από την τουρκική κοινωνία στο σύνολό της, καθώς και από ιστορικούς, συγγραφείς και διανοουμένους στην Τουρκία που έχουν αμφισβητήσει επίσημες ορθοδοξίες. Το σημερινό αυταρχικό πολιτικό περιβάλλον, με τη συγκέντρωση της εξουσίας και τον περιορισμό του χώρου για ανεξάρτητη δημοσιογραφική, ακαδημαϊκή και πολιτική έκφραση, προσφέρει ευνοϊκό έδαφος για μια περισσότερο ελεγχόμενη κρατική διαχείριση της ιστορικής μνήμης. Μέσα σε αυτήν, η συγκρότηση του εθνικού «εμείς» συνδέεται συχνά με την κατασκευή ιστορικών «Άλλων», στους οποίους αποδίδεται ένας διαχρονικός ρόλος απειλής ή επιθετικότητας. Έτσι εξηγείται και η επαναλαμβανόμενη μετατόπιση των επίσημων ανακοινώσεων από τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών προς προηγούμενες πράξεις ελληνικής βίας, όπως συνέβη και τον Σεπτέμβριο του 2026, όταν η Άγκυρα, απαντώντας στις ελληνικές αναφορές για τη Μικρασιατική Καταστροφή, επικαλέστηκε τις σφαγές και τις λεηλασίες του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και το άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάννης. Η κατασκευή του «Άλλου» αποκτά εδώ πολιτική χρησιμότητα, καθώς επιτρέπει στην επίσημη αφήγηση να οργανώνει το παρελθόν γύρω από την τουρκική θυματοποίηση και να παρουσιάζει διαδοχικές ιστορικές συγκρούσεις μέσα από τις κατηγορίες της απειλής, της άμυνας και της επιβίωσης.
Ίσως ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης προσφέρει την καθαρότερη εικόνα του μηχανισμού που βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της αντιπαράθεσης, όταν στα Απομνημονεύματά του θυμάται τον πλάτανο της Τριπολιτσάς όπου είχαν απαγχονιστεί Έλληνες και συνδέει τη μνήμη εκείνων των νεκρών με την παρηγοριά που αισθάνθηκε από τη σφαγή των Τούρκων. Η προηγούμενη ελληνική θυματοποίηση υπήρξε πραγματική, όπως πραγματική υπήρξε και η σφαγή που ακολούθησε, και στη μνήμη του Κολοκοτρώνη η πρώτη προσφέρει το ηθικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο προσλαμβάνεται η δεύτερη. Σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, η σύγχρονη επίκληση της Τριπολιτσάς ενεργοποιεί έναν συγγενή μηχανισμό, καθώς η προγενέστερη θυματοποίηση προσφέρεται ως ερμηνευτικό υπόβαθρο της μεταγενέστερης βίας. Οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι που σκοτώθηκαν στην Τριπολιτσά αξίζουν αυτοτελή θέση στη μνήμη του 1821, όπως οι πληθυσμοί που υπέστησαν τις διώξεις του ύστερου οθωμανικού κόσμου αξίζουν να εξετάζονται μέσα στις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες της δικής τους καταστροφής. Μόνον έτσι η μνήμη των νεκρών υπηρετεί την ιστορική αυτογνωσία και διατηρεί την αυτοτέλειά της απέναντι στις απαιτήσεις των ανταγωνιστικών εθνικών αφηγήσεων.
The post Τριπολιτσά και η πολιτική της μνήμης appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.