Jenny Bloomfield: Η ιστορία της πρώτης γυναίκας Πρέσβη της Αυστραλίας στην Αθήνα

Στα δώδεκα της χρόνια, η Jenny Bloomfield έφυγε από την Ελλάδα για την Αυστραλία, μιλώντας λίγα Αγγλικά και ακόμη λιγότερη βεβαιότητα για το τι την περίμενε.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, επέστρεψε στη χώρα όπου γεννήθηκε ως Πρέσβης της Αυστραλίας, σε μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Αυτή η διαδρομή, και όλα όσα έζησε και έμαθε στην πορεία για τη διπλωματία, τον πολιτισμό, την ταυτότητα και το αίσθημα του ανήκειν, περιγράφει στα απομνημονεύματά της, «Australian Ambassador» («Πρέσβης της Αυστραλίας»), που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα από τις εκδόσεις Black Inc.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, η κα Bloomfield προσφέρει μια σπάνια ματιά στη ζωή ενός διπλωμάτη, και μαζί ένα δυνατό μήνυμα ότι όλα είναι δυνατά.

Αφηγείται την πορεία της από τα παιδικά της χρόνια στην Ελλάδα και τη μετανάστευσή της στην Αυστραλία, μέχρι τις προκλήσεις και τους σημαντικούς σταθμούς που ακολούθησαν, πλέκοντας αυτές τις αναμνήσεις γύρω από το καθοριστικό κεφάλαιο της ζωής της: την επιστροφή στην πατρίδα της, τρεις δεκαετίες αργότερα, ως Πρέσβης της Αυστραλίας.

Ο διορισμός της στην Αθήνα ήταν τόσο ξεχωριστός, ώστε το Ελληνικό Κοινοβούλιο χρειάστηκε να ψηφίσει ειδική νομοθεσία, προκειμένου να επιτρέψει σε μια Ελληνοαυστραλή εκπρόσωπο της Αυστραλίας, με διπλή υπηκοότητα, να υπηρετήσει ως Πρέσβης της Αυστραλίας στη χώρα όπου γεννήθηκε.

ΕΝΑΣ ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ

Όπως λέει η ίδια, η συγγραφή του βιβλίου την έφερε πίσω στο μικρό κορίτσι που πάλεψε με μια νέα γλώσσα, μια νέα κουλτούρα και ένα νέο σχολείο, προσπαθώντας να βρει τη θέση του στη νέα του πατρίδα.

«Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα ακριβώς τριάντα χρόνια αργότερα, ως Πρέσβης της Αυστραλίας, ένιωσα ότι ολοκλήρωσα έναν κύκλο», αναφέρει.

Η Jenny Bloomfield σημαιοφόρος του σχολείου της στην παρέλαση για την επέτειο του «Όχι», στην Καβάλα, το 1979

Με την επιστροφή της μπήκε ταυτόχρονα στη θέση της οικοδέσποινας και της απεσταλμένης — με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω, όπως περιγράφει στον πρόλογο του βιβλίου της. Η ίδια, ωστόσο, βλέπει την ιστορία της ως κάτι ευρύτερο: «Η ιστορία μου δεν είναι μόνο δική μου. Αντανακλά την εμπειρία πολλών μεταναστών που έχτισαν μια νέα ζωή στην Αυστραλία».

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟ ΣΤΑΘΕΡΟ «ΣΠΙΤΙ»

Το βιβλίο της αφιερώνει στη μνήμη του συζύγου της, James Bloomfield, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από δέκα χρόνια. Ήταν, όπως λέει, «ο σύντροφος της ζωής μου, αλλά και ένας ιδιαίτερα αγαπητός και σεβαστός συνάδελφος» στο αυστραλιανό Υπουργείο Εξωτερικών. Προς τιμήν του καθιερώθηκε το ετήσιο Βραβείο Γεωοικονομίας James Bloomfield για νέους διπλωμάτες, μια τιμή που τη συγκινεί ιδιαίτερα.

«Ήθελα το βιβλίο να αποτίσει φόρο τιμής στη ζωή που χτίσαμε μαζί και να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη του για τα τέσσερα παιδιά μας. Γράφοντάς το, συνειδητοποίησα ότι η θλίψη δεν μας εγκαταλείπει ποτέ ολοκληρωτικά. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για την αγάπη, τη χαρά και τις στιγμές που μοιραστήκαμε».

Η οικογενειακή ζωή μέσα στη διπλωματία δεν ήταν πάντα εύκολη. Μπορεί να αγάπησαν τις μοναδικές ευκαιρίες που τους πρόσφερε, όμως, όπως λέει, μαζί με τις νέες εμπειρίες και τους νέους φίλους, η κάθε τοποθέτηση σήμαινε και αποχαιρετισμούς. «Τα παιδιά μας έμαθαν γλώσσες, απέκτησαν προσαρμοστικότητα και μια ευρύτερη αντίληψη για τον κόσμο», λέει, «υπήρχαν όμως και στιγμές που λαχταρούσαν τη σταθερότητα του ίδιου σχολείου, των ίδιων φίλων». Γι’ αυτό, «όπου κι αν ζούσαμε, προσπαθούσαμε με τον Τζέιμς να κάνουμε την οικογένειά μας το σταθερό μας καταφύγιο — τον τόπο όπου νιώθαμε ότι ανήκουμε».

ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Της κάνουν συχνά την ίδια ερώτηση. Ποιο μέρος ήταν το δυσκολότερο να αποχαιρετήσει; Ήταν η Ελλάδα;

«Είναι αδύνατο να ξεχωρίσω έναν μόνο τόπο», λέει. Αλλά ως Ελληνίδα της Αυστραλίας, η τοποθέτησή της στην Ελλάδα είχε βαθιά προσωπική σημασία. «Βρισκόμουν, όμως, εκεί για να επιτελέσω μια αποστολή — όχι απλώς για να επισκεφθώ συγγενείς ή να επιστρέψω στη χώρα όπου γεννήθηκα. Εκπροσώπησα την Αυστραλία σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας».

Η Jenny Bloomfield με την οικογένειά της στην Καβάλα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, λίγο πριν φύγουν για την Αυστραλία. Κρατά την αγαπημένη της κούκλα, που έλαβε από συγγενείς της στην Αυστραλία

Η διπλή της ταυτότητα, τη βοήθησε σε αυτό το έργο. «Η γνώση μου και των δύο χωρών με βοήθησε να κατανοήσω διαφορετικές οπτικές, να αναζητήσω κοινό έδαφος, να φέρω πιο κοντά Αυστραλούς και Έλληνες και να ενισχύσω τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών. Η οικοδόμηση τέτοιων γεφυρών βρίσκεται στην καρδιά της διπλωματίας».

Όταν έφυγε, η Ελλάδα είχε αρχίσει να αφήνει πίσω της την κρίση — κάτι που, όπως λέει, την ενθαρρύνει, βλέποντας την εντυπωσιακή ανάκαμψη της χώρας και όσα έχει επιτύχει ο ελληνικός λαός.

Δεν ήταν, πάντως, μόνο η Ελλάδα. Θερμούς δεσμούς έχτισε σε όλες τις χώρες όπου έζησε, αλλά και με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Αλβανία, χώρες όπου ήταν διαπιστευμένη ως μη μόνιμη πρέσβης.

«Όπου κι αν υπηρετήσαμε, οι τοπικές κοινότητες υπήρξαν καθοριστικές στη διαμόρφωση αυτών των δεσμών», λέει. «Η διπλωματία είναι πάντοτε συλλογική προσπάθεια».

ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕ ΗΓΕΤΕΣ

Στην καριέρα της βρέθηκε απέναντι σε πρωθυπουργούς και ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες. Πώς είναι να κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι με ανθρώπους των οποίων οι αποφάσεις επηρεάζουν εκατομμύρια ζωές;

«Για έναν διπλωμάτη, κάθε συνάντηση έχει σημασία — είτε πρόκειται για έναν πρόεδρο, έναν αξιωματούχο, έναν επιχειρηματία, έναν φοιτητή ή έναν πολίτη», απαντά.

«Όταν συναντούσα ηγέτες, είχα πλήρη επίγνωση του αξιώματός τους, η προσοχή μου όμως παρέμενε στον σκοπό της συνάντησης. Να εκπροσωπήσω την Αυστραλία, να προωθήσω τα συμφέροντά της και να ενισχύσω τις σχέσεις της με άλλες χώρες».

Παρουσιάζοντας τα διαπιστευτήριά της στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια

Η ουσιαστική προετοιμασία, η προσεκτική ακρόαση και ο σεβασμός είχαν μεγαλύτερη σημασία από το τελετουργικό της περίστασης, προσθέτει.

«Οι ηγέτες που μου άφησαν τη βαθύτερη εντύπωση ήταν εκείνοι που γνώριζαν να ακούν, αντιλαμβάνονταν τις ανθρώπινες συνέπειες των αποφάσεών τους και διατηρούσαν την επαφή τους με την κοινωνία. Έμαθα επίσης ότι η επιρροή δεν ασκείται πάντοτε στο φως της δημοσιότητας· μια ήρεμη και καλά προετοιμασμένη συζήτηση μπορεί συχνά να επιτύχει περισσότερα από μια εντυπωσιακή δημόσια κίνηση».

Η ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΓΕΦΥΡΑ

Οι γλώσσες, λέει, υπήρξαν πάντα μία από τις μεγάλες της αγάπες. Μεγαλώνοντας το ότι εκτέθηκε στα Eλληνικά και τα Aγγλικά κατάλαβε νωρίς ότι κάθε γλώσσα μεταφέρει τον πολιτισμό και τις αξίες ενός λαού. Στη διπλωματική της καριέρα είχε στο ενεργητικό οχτώ γλώσσες. Μίλησε Φαρσί στο Ιράν, Ισπανικά στην Αργεντινή, Μανδαρινικά στην Ταϊβάν και μελέτησε ακόμα και Ιαπωνικά. «Το να προσπαθείς να μιλήσεις τη γλώσσα του τόπου αποτελεί έμπρακτη ένδειξη σεβασμού», εξηγεί. «Σε βοηθά να κατανοήσεις όχι μόνο όσα λένε οι άνθρωποι, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται».

Εξηγεί ότι οι κοινοτικές γλώσσες στην Αυστραλία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής της κληρονομιάς και πολύτιμο εφόδιο για τη χώρα.

«Για τους Έλληνες της Αυστραλίας, η διατήρηση της γλώσσας έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μέσα από αυτήν μεταδίδονται στις νεότερες γενιές η ιστορία, οι αξίες και ο πολιτισμός μας».

Τα Ελληνικά κατέχουν ξεχωριστή θέση και στη δική της οικογένεια. «Διατηρώντας τα ζωντανά, ενισχύουμε τον δεσμό μας με τις ρίζες μας και τον μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές».

Η ΚΡΙΣΗ ΠΙΣΩ ΑΠΌ ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Έφτασε στην Αθήνα το 2011, εν μέσω της οικονομικής κρίσης.

Η διεθνής κάλυψη, λέει, παρουσίαζε την Ελλάδα σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των οικονομικών της δυσκολιών, χωρίς να αποδίδει το ανθρώπινο κόστος.

«Είδα νέους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν βαθιά αβεβαιότητα, κοινότητες να δοκιμάζονται και οικογένειες να στηρίζουν η μία την άλλη», θυμάται. «Παράλληλα, είδα αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, χιούμορ και ανθεκτικότητα — όψεις της ελληνικής κοινωνίας που σπάνια έβρισκαν θέση στα διεθνή πρωτοσέλιδα».

Ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια του βιβλίου, λέει, αφορούσε τα δημοσιεύματα της εποχής για ένα νέο μεταναστευτικό κύμα προς την Αυστραλία — κάτι που δεν επιβεβαιωνόταν από τα επίσημα στοιχεία.

Δημοσιεύματα στον Ελληνικό Τύπο κατά τις πρώτες εβδομάδες και μήνες της θητείας της ως Πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα

«Ορισμένα δημοσιεύματα», τονίζει, «δημιουργούσαν την εντύπωση ότι η Αυστραλία εξέταζε ειδικές μεταναστευτικές ρυθμίσεις για τους Έλληνες ή ότι η μετανάστευση αποτελούσε μια εύκολη διέξοδο από την κρίση. Ως εκπρόσωπος της Αυστραλίας, θεωρούσα σημαντικό να αποσαφηνίσω ότι το πρόγραμμα εξειδικευμένης μετανάστευσης δεν είχε αλλάξει: παρέμενε ανοιχτό σε υποψηφίους από κάθε χώρα, εφόσον πληρούσαν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις».

Άλλωστε, όπως εξηγεί, τα επίσημα στοιχεία δεν κατέγραφαν σημαντική αύξηση της μετανάστευσης από την Ελλάδα εκείνη την περίοδο.

«Ορισμένοι Ελληνοαυστραλοί, τα παιδιά τους, ή άνθρωποι που είχαν ζήσει στο παρελθόν στην Αυστραλία, επέλεξαν να επιστρέψουν στη χώρα στη διάρκεια της κρίσης. Για πολλούς, αυτό σήμαινε ότι άφηναν πίσω μια ολόκληρη ζωή και ξεκινούσαν ξανά από την αρχή».

Η μετανάστευση δεν αποτελεί ποτέ εύκολη διέξοδο, τονίζει. «Είναι μια βαθιά προσωπική απόφαση, που συνοδεύεται από αβεβαιότητα, αποχωρισμούς και την πρόκληση μιας νέας αρχής».

Έχοντας και η ίδια βιώσει τη μετανάστευση, την προβλημάτιζε ιδιαίτερα η εικόνα ενός νέου μαζικού μεταναστευτικού κύματος.

«Η Ελλάδα δεν επέστρεφε στη μεταπολεμική εποχή. Ακόμη και μέσα στην κρίση, παρέμενε μια ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή οικονομία, με έναν πληθυσμό υψηλού μορφωτικού επιπέδου και σημαντικές δεξιότητες. Τέτοιες απλουστευτικές περιγραφές δεν απέδιδαν την πραγματικότητα ούτε της Ελλάδας ούτε της Αυστραλίας».

Εκείνη τη δύσκολη περίοδο, η Αυστραλία στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδας, προσθέτει. Μοιράστηκε πρακτικά διδάγματα από τη δική της εμπειρία οικονομικών μεταρρυθμίσεων και ενίσχυσε τους επιχειρηματικούς και κοινοτικούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών.

Στην εκδήλωση για την Ημέρα της Αυστραλίας το 2012, στο Σαρόγλειο Μέγαρο στην Αθήνα, με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την υπογραφή της ελληνοαυστραλιανής συμφωνίας για τη μετανάστευση

«Η ανταλλαγή γνώσεων ήταν αμοιβαία και έφυγα από την Ελλάδα με ακόμη βαθύτερο σεβασμό για τη δύναμη και την ανθεκτικότητα του λαού της».

Η ανάκαμψη της Ελλάδας έκτοτε είναι εντυπωσιακή, συνεχίζει, παρότι οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να επουλωθούν. Η εμπειρία της Ελλάδας αποδεικνεύει ότι ακόμη και οι πιο δύσκολες μεταρρυθμίσεις, όταν στηρίζονται σε ισχυρή ηγεσία και κοινό εθνικό σκοπό, μπορούν να αναζωογονήσουν μια οικονομία και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη — όπως καταδεικνύουν σήμερα η οικονομική πρόοδος και η ενισχυμένη διεθνής παρουσία της χώρας.

Η ΜΟΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ

Η Jenny Bloomfield υπήρξε η πρώτη γυναίκα αξιωματούχος πολιτικής του αυστραλιανού Υπουργείου Εξωτερικών που τοποθετήθηκε στο Ιράν, και αργότερα η πρώτη γυναίκα Πρέσβης της Αυστραλίας στην Αθήνα. «Υπήρχαν φορές που, ως η μόνη γυναίκα στην αίθουσα, ένιωθα ότι όφειλα να είμαι άριστα προετοιμασμένη και να διατυπώνω τις απόψεις μου με απόλυτη σαφήνεια», τονίζει.

Ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, η κα Bloomfield παρατηρεί ουσιαστική πρόοδο. «Σήμερα, οι γυναίκες κατέχουν τουλάχιστον τις μισές θέσεις πρέσβεων της Αυστραλίας — ποσοστό υπερδιπλάσιο από εκείνο της περιόδου κατά την οποία υπηρετούσα στην Ελλάδα — ενώ η παρουσία τους σε ηγετικές θέσεις είναι πλέον πολύ πιο έντονη στην κυβέρνηση και στη δημόσια ζωή».

Η Jenny Bloomfield με τον εκλιπόντα σύζυγό της, James Bloomfield, επίσης διπλωμάτη, και τα τέσσερα παιδιά τους στην Αθήνα

Αναφέρεται και στην έκθεση Portraits and Mirrors του Υπουργείου, όπου, στις χώρες που δεν έχει ακόμη διοριστεί γυναίκα πρέσβης, τη θέση του πορτρέτου παίρνει ένας καθρέφτης — μια πρόσκληση στις νέες διπλωμάτισσες να φανταστούν τον εαυτό τους στον ρόλο. «Υπάρχουν ακόμη ορισμένοι καθρέφτες», λέει, «αλλά είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε τον αριθμό τους να μειώνεται σταθερά».

Η πρόοδος αυτή έχει ουσιαστική σημασία, γιατί, όπως εξηγεί, οι αποφάσεις είναι καλύτερες και τα αποτελέσματα ισχυρότερα όταν εκπροσωπούνται διαφορετικές εμπειρίες, οπτικές και φωνές — τόσο στην κυβέρνηση όσο και στις επιχειρήσεις.

«Είχα την τύχη να ακολουθήσω γυναίκες που είχαν ήδη ανοίξει τον δρόμο και αισθάνομαι την ευθύνη να συνεχίσω το έργο τους. Έγραψα το βιβλίο με την ελπίδα να ενθαρρύνω τις νέες γυναίκες — ιδίως τις Ελληνίδες της Αυστραλίας και τα κορίτσια που μεγαλώνουν ανάμεσα σε δύο γλώσσες και δύο πολιτισμούς — να πιστέψουν στον εαυτό τους και να διεκδικήσουν τη θέση τους στη δημόσια υπηρεσία και στις διεθνείς σχέσεις. Η καταγωγή, οι εμπειρίες και η ξεχωριστή ματιά τους είναι πολύτιμες δυνάμεις για την Αυστραλία».

«ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΕΓΙΝΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗΣ»

Ανάμεσα στις στιγμές που θυμάται με μεγαλύτερη ικανοποίηση είναι εκείνες κατά τις οποίες η διπλωματία μετέτρεψε μια ιδέα σε απτό αποτέλεσμα.

Θυμάται, μεταξύ άλλων, την εξασφάλιση υποτροφιών για ανώτερα στελέχη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, ώστε να εκπαιδευτούν στη Σχολή Διακυβέρνησης της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.

«Οι υποτροφίες κάλυπταν τα δίδακτρα, απέμενε όμως να εξασφαλίσουμε χρηματοδότηση για τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής — κάτι που αποδείχθηκε απροσδόκητα δύσκολο».

Πίστευε βαθιά στην αξία αυτής της επένδυσης. «Η χρηστή διακυβέρνηση είναι θεμελιώδης για το μέλλον κάθε χώρας και οι δημόσιοι λειτουργοί διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη δίκαιη και αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών. Όταν τελικά οι συμμετέχοντες έφτασαν στην Αυστραλία, σκέφτηκα: Γι’ αυτό έγινα διπλωμάτης. Είχαμε καταφέρει να μετατρέψουμε μια ιδέα σε απτό αποτέλεσμα».

Παρόμοιες στιγμές ήταν η συμβολή της στη δημιουργία του Επιχειρηματικού Συμβουλίου Ελλάδας–Αυστραλίας, η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων με την Ταϊβάν και η εμβάθυνση της συνεργασίας Αυστραλίας–Ιαπωνίας στον τομέα της ασφάλειας.

«Κανένα από αυτά τα επιτεύγματα, ωστόσο, δεν ανήκει αποκλειστικά στους διπλωμάτες», επισημαίνει.

«Η διπλωματία είναι, πάνω απ’ όλα, η τέχνη να φέρνεις τους ανθρώπους πιο κοντά. Τέτοια αποτελέσματα γίνονται δυνατά χάρη στη συμβολή των κοινοτήτων, των επιχειρήσεων και όλων των συνεργατών μας, και νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη προς όλους όσους εργάστηκαν μαζί μας και, ιδιαίτερα, προς τους συναδέλφους μου στην Αθήνα, στις άλλες χώρες όπου υπηρέτησα και στο Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου στην Καμπέρα».

Με τον πρώην δήμαρχο Οινουσσών Ευάγγελο Αγγελάκο, φίλους και συγγενείς, στην Αθήνα, το 2024

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ

«Η διπλωματία ταιριάζει σε ανθρώπους με περιέργεια, ανοιχτό πνεύμα και ουσιαστικό ενδιαφέρον για τον κόσμο», απαντά.

Θεωρεί ότι πολλοί Ελληνοαυστραλοί διαθέτουν εκ των πραγμάτων αυτά τα χαρακτηριστικά, χάρη στη γλώσσα, την πολιτιστική τους κληρονομιά και τον δεσμό τους με δύο χώρες.

Οι διπλωμάτες εκπροσωπούν την Αυστραλία, τις αξίες και τις αρχές της.

«Η διπλωματία είναι προνόμιο», λέει, «και θα ήθελα να δω περισσότερους ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές να την ακολουθούν» — περισσότερους νέους με μεταναστευτική καταγωγή, ομογενείς, και περισσότερες γυναίκες, στη δημόσια υπηρεσία και τις διεθνείς σχέσεις.

ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΝΙΩΘΕΙΣ ΟΤΙ ΑΝΗΚΕΙΣ

Ύστερα από 29 χρόνια διπλωματικής υπηρεσίας, παραδέχεται πως της λείπουν «οι άνθρωποι, η αίσθηση σκοπού, το προνόμιο να εκπροσωπώ την Αυστραλία».

Αισθάνεται όμως τυχερή που συνεχίζει, μέσα από τα κείμενά της, να μοιράζεται όσα έμαθε για τις χώρες όπου υπηρέτησε, την εξωτερική πολιτική της Αυστραλίας, τις σχέσεις Αυστραλίας–Ελλάδας και τη σημασία της πολυπολιτισμικής μας κοινωνίας. Αυτός ήταν, άλλωστε, ένας από τους λόγους για τους οποίους έγραψε το βιβλίο.

Η Jenny Bloomfield αφιερώνει τα απομνημονεύματά της στον σύζυγό της, «για να τιμήσει τη ζωή που χτίσαμε μαζί και να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του»

«Η Αυστραλία αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα παραδείγματα επιτυχημένης πολυπολιτισμικής κοινωνίας στον κόσμο. Προσφέρει σε ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης την ευκαιρία να ανήκουν, να προσφέρουν και να προοδεύουν, χωρίς να αποκόπτονται από τις ρίζες τους. Η ζωή μου ως μετανάστρια και διπλωμάτης μού έδειξε πόσα μπορούμε να μάθουμε ο ένας από τον άλλον και πόσο οι διαφορετικές καταγωγές, οι πολιτισμοί και οι εμπειρίες εμπλουτίζουν την Αυστραλία. Η ανοιχτότητα και η γενναιοδωρία της, η ικανότητά της να υποδέχεται ανθρώπους από όλο τον κόσμο και οι ισχυροί δεσμοί που διατηρεί με τον υπόλοιπο κόσμο, αποτελούν πολύτιμα χαρακτηριστικά. Δεν πρέπει ποτέ να τα θεωρούμε δεδομένα· οφείλουμε να τα προστατεύουμε, να τα καλλιεργούμε και να τα μεταδώσουμε στις επόμενες γενιές.

Νιώθω περήφανη για τη χώρα αυτή και για τις ευκαιρίες που έχει προσφέρει σε ανθρώπους κάθε καταγωγής. Στην Ελλάδα μιλούσα συχνά για τα επιτεύγματα της ελληνοαυστραλιανής κοινότητας και για τις γενιές που, με σκληρή δουλειά και αποφασιστικότητα, προόδευσαν, συνέβαλαν στην ανάπτυξη της Αυστραλίας και ενίσχυσαν τους δεσμούς ανάμεσα στις δύο χώρες».

Μια σταδιοδρομία 29 ετών, σε τόσο διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, αναπόφευκτα αλλάζει και τον τρόπο που βλέπει κανείς την ίδια την έννοια της πατρίδας, τον τόπο στον οποίο αισθανόμαστε ότι ανήκουμε.

«Συχνά θεωρούμε ότι το σπίτι μας, η πατρίδα μας, είναι ένας και μοναδικός τόπος», απαντά. «Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να έχει πολλές μορφές: μια χώρα, μια οικογένεια, μια ανάμνηση ή μια κοινότητα που μας υποδέχεται και μας κάνει να αισθανόμαστε ότι ανήκουμε».

Συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα Αποφοίτων, 1995. Η Jenny Bloomfield βρίσκεται τρίτη σειρά, αριστερά, και ο James Bloomfield στην πρώτη σειρά, δεύτερος από αριστερά

Το ότι έφυγε από την Ελλάδα, λέει, δεν την έκανε λιγότερο Ελληνίδα — όπως και το ότι έγινε Αυστραλή δεν σήμαινε πως έπρεπε να αφήσει πίσω όσα την είχαν διαμορφώσει.

«Η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκα, όπου απέκτησα τις πρώτες μου αναμνήσεις και όπου άρχισε να διαμορφώνεται η ταυτότητά μου. Η Αυστραλία μού έδωσε την ελευθερία και τις ευκαιρίες να εξελιχθώ, να βρω τη θέση μου και να προσφέρω. Είναι μια εμπειρία οικεία σε πολλούς ομογενείς, που έχτισαν εδώ μια νέα ζωή χωρίς να χάσουν τον δεσμό τους με την Ελλάδα», εξηγεί.

«Η πατρίδα, το σπίτι μας, λοιπόν, δεν είναι απλώς ο τόπος όπου ξεκίνησε η ιστορία μας», καταλήγει. «Είναι κάθε τόπος όπου νιώθουμε ότι ανήκουμε».

The post Jenny Bloomfield: Η ιστορία της πρώτης γυναίκας Πρέσβη της Αυστραλίας στην Αθήνα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.