Η Γεωργία Γραμματικού γεννήθηκε στην Μελβούρνη από γονείς Έλληνες μετανάστες, σπούδασε Νομική, Οικονομικά και έκανε μαθήματα φωνητικής. Ακολούθησε διάφορα επαγγελματικά μονοπάτια, ασχολήθηκε με τη δικηγορία, τη μουσική, το θέατρο και πλέον διδάσκει εισαγωγή στην επιστημολογία και οικονομικά σε σχολείο IB στην Αθήνα.
Συνεργάστηκε με σπουδαία ονόματα της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Γιώργος Μαρίνος, η Ελένη Βιτάλη, ο Γιάννης Μηλιώκας και ο Χρήστος Νικολόπουλος. Αυτή την περίοδο στον ελεύθερο της χρόνο, γράφει στίχους και παίζει μουσική, για την παράσταση που προετοιμάζεται να παρουσιάσει στην Αθήνα και την Μελβούρνη ή όπως αποκαλεί η ίδια τους δύο «γονείς της».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΙΚΗ ΣΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ
Η αγάπη της για την μουσική ήταν έμφυτη, βρισκόταν σε μια καλλιτεχνική αναζήτηση που εν τέλει την παρακίνησε να κάνει μαθήματα φωνητικής στο ωδείο Melba, παράλληλα με τις σπουδές της στην Νομική και τα Οικονομικά.
«Ήθελα να μελετήσω όμορφα την μουσική, δηλαδή να έχω μια υποδομή σε αυτό που θα μάθαινα, για αυτό πήγα στο ωδείο. Δεν είχα απόλυτα διαχωρισμένο το ακαδημαϊκό, το καλλιτεχνικό και το βιοποριστικό και ούτω καθεξής. Ακολουθούσα το ενδιαφέρον μου και τη φιλομάθειά μου. Αγαπούσα τη νομική επιστήμη, τη μουσική και το θέατρο».
Ωστόσο δεν άσκησε για πολύ καιρό το δικηγορικό επάγγελμα, καθώς αισθανόταν πως η νομική επιστήμη στην πράξη δεν ταυτιζόταν με τις φιλοδοξίες της και την κοινωνική προσφορά που οραματιζόταν.
«Ήταν πολύ εύκολο να πέσω στην αγκαλιά της μουσικής, η οποία μουσική μας αγαπάει όλους, ασχέτως με το κοινωνικό μας status ή με την κοινωνική μας ταυτότητα».

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ
Στην Μελβούρνη η κ. Γραμματικού συνδεόταν με την ελληνική γλώσσα μέσα από την μουσική που έπαιζε σε καλλιτεχνικές δράσεις της ελληνικής παροικίας.
«Τραγουδούσαμε και παίζαμε τη μουσική που αγαπούσαμε στη Μελβούρνη, αλλά αυτό γινόταν περισσότερο από μια ανάγκη να συνδεθούμε με την ελληνική γλώσσα και την πατρίδα, παρά από την ανάγκη μας να ενωθούμε με αυτή τη συγκεκριμένη μουσική».
Αποφάσισε να μετακομίσει στην Ελλάδα για να έρθει κοντά στην ελληνική παιδεία και την ελληνική τέχνη.
«Εδώ λοιπόν ήρθα για να «συνομιλήσω» με τους Έλληνες συνθέτες πιο κοντά και πιο βαθιά, και όχι από αυτή την απόσταση».
Στην Ελλάδα της δημιουργήθηκε η ανάγκη να ασχοληθεί επαγγελματικά με την μουσική και να εμβαθύνει τις μουσικές σπουδές της.
«Εδώ γεννήθηκε η επιθυμία μου να έρθω πιο κοντά στη μουσική ως μουσικός, οδήγησε σε μια σύνθεση που οι ιδέες μου μεταμορφώθηκαν σε στίχους, οι γνώσεις επάνω στη μουσική που είχα αποκτήσει μεταμορφώθηκαν σε συνθέσεις και η εμπειρία μου μέσα από το τραγούδι, το δημοτικό, το ρεμπέτικο, όπως και οι μεγάλοι συνθέτες που τραγουδούσα όσο ήμουν ακόμα στην Αυστραλία, μου επέτρεψαν να εκφράσω το συναίσθημα μου».

Η ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Συνεργάστηκε με σπουδαία ονόματα της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής, από τα οποία το καθένα την έφερνε πιο κοντά στα δικά της ακούσματα και προτιμήσεις.
«Η κάθε καλλιτεχνική συνεργασία, έχει την αξία της, έχεις την ευκαιρία να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου. Κάποιες συνεργασίες με έκαναν να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου, από το γεγονός ότι δεν ήταν ταιριαστό, μουσικά, ή στιχουργικά, αυτό που έκανα σε αυτές τις συνεργασίες. Κάθε γνωριμία, κάθε σχέση μπορεί να γίνει και σχέση αυτογνωσίας».
Οι παραπάνω εμπειρίες την παρακίνησαν να ξεκινήσει να γράφει τους δικούς της στίχους για να εκφράσει με τον δικό της προσωπικό τρόπο την τέχνη της.
«Οι στίχοι μάλλον ήταν η ανάγκη μου να γίνω κι εγώ ένας συνεχιστής της ποίησης. Γιατί ο μουσικός, είτε μιλάμε για τραγουδιστή, είτε μιλάμε για πιανίστα, ή για συνθέτη, είναι ποιητής».
Η κ. Γραμματικού θέλησε μέσα από την μουσική της να είναι κοινωνική και να μεταφέρει μηνύματα. Για αυτό τον λόγο αγάπησε τα δημοτικά τραγούδια, καθώς της επέτρεπαν να επικοινωνεί θεμελιώδη μηνύματα λόγω της σπουδαιότητας του κοινωνικού τους ρόλου.
«Η δημοτική ποίηση είναι τόσο ισχυρή που ως προφορική γραμματεία παραμένει να τραγουδιέται αιώνες σ’ αυτόν τον τόπο. Ακόμα και όλοι να ξέρουμε ποιο είναι αυτό το τραγούδι, δεν είναι το τραγούδι που γνωρίζουμε, είναι η ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι».
ΟΙ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΤΗΣ ΔΙΣΚΟΙ
Το 1998 κυκλοφόρησε τον πρώτο της δίσκο «Το μαύρο πρόβατο», σε στίχους και μουσική της ίδιας, στον οποίο μεταξύ πολλών τραγουδοποιών, συμμετείχε και η μουσικός Ελένη Βιτάλη στο ντουέτο «Τα τραγούδια μας».
«Σε ένα αφιλόξενο για γυναίκες τραγουδοποιούς περιβάλλον της εποχής, εγώ οραματίστηκα να κάνω μία ολοκληρωμένη δουλειά, με μουσική και στίχους που είχα φτιάξει. Είχα την ανάγκη να επικοινωνήσω κάποια πράγματα που δεν μπορούσα να τα πω αλλιώς».
Ωστόσο κατάλαβε πως δεν ήθελε να είναι αποκλειστικά επαγγελματίας τραγουδοποιός, καθώς αισθάνθηκε πως θα έπρεπε να ακολουθεί μια τυποποιημένη διαδικασία παραγωγής μουσικής που θα ακολουθεί το μοτίβο του πρώτου της δίσκου. Για αυτό τον λόγο επέλεξε να κάνει διάλειμμα. Οχτώ χρόνια μετά, το 2006 κυκλοφόρησε τον δεύτερό της δίσκο την «Λαλίστατη» αποτελούμενο από 6 τραγούδια, σε συνεργασία με τον Αχιλλέα Περσίδη ως υπεύθυνο για τις ενορχηστρώσεις. Για την ίδια αποτέλεσε μια πηγή μεγάλης καλλιτεχνικής ικανοποίησης, καθώς της δόθηκε η ελευθερία να εκφραστεί με τον δικό της τρόπο.
«Η Λαλίστατη, το δεύτερο CD είναι πραγματικά χειροτεχνία. Η ενορχήστρωση και όλο το κλίμα της ηχογράφησης, τα έκαναν να μοιάζουν περισσότερο με μια παράσταση, παρά με κάποια σκόρπια τραγούδια σε ένα playlist. Ονειρεύτηκα, να μπορέσω να κάνω μία ολοκληρωμένη δουλειά ελεύθερα και αυτό έγινε».
«ΡΟΚ» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΚΙΘΑΡΑ
Το 1997 εκπροσώπησε την Ελλάδα, στον ευρωπαϊκό διαγωνισμό ροκ τραγουδιού στη Γερμανία και κατέλαβε τη δεύτερη θέση με το τραγούδι «Loving you was lonely».Το τραγούδι προηγούνταν με μία χώρα να απομένει να ψηφίσει, την Ελλάδα. Ωστόσο λόγω της ημέρας που ήταν Κυριακή του Πάσχα και δεν βρισκόταν κανείς μαζί της στο στούντιο πέρα από έναν δημοσιογράφο της ΕΡΤ, στάλθηκαν αυτόματα οι βαθμοί που είχε αποφασίσει η ελληνική επιτροπή δύο μήνες πριν. Η Ελλάδα έδωσε τους τρείς καθοριστικούς βαθμούς στην Πορτογαλία, χαρίζοντάς της την πρωτιά.
«Στο ποδόσφαιρο ξέρεις πώς λέγεται αυτό; Αυτογκόλ. Εκεί λοιπόν πώς είναι το συναίσθημα για έναν άνθρωπο; Για έναν μουσικό; Το πόσο σε γεμίζει η ιδέα ότι κάποιοι συγκινήθηκαν από αυτό που είχες φτιάξει; Είτε ότι ο δικός σου τόπος δεν είναι εκεί για να σε υποστηρίξει και ζεις σε ένα κράτος που αυτά τα έχει γραμμένα; Το πρώτο συναίσθημα είναι που με κερδίζει πάντα».
Για αυτό τον λόγο η «ροκ» για την κ. Γραμματικού πρόκειται για μία επαναστατική στάση απέναντι στην ζωή και στις δυσκολίες της. Δεν σχετίζεται ούτε με τον τρόπο που επιλέγει να ντύνεται κάποιος, ούτε με την μουσική που ακούει.
«Μπορεί να ακούς μια μουσική που να μιλάει για επαναστάσεις και να πηγαίνεις στο σπίτι σου και να είσαι ένας τύραννος με την οικογένειά σου. Δεν έχει να κάνει με την ηλεκτρική κιθάρα. Δεν είναι το όργανο που σε κάνει επαναστάτη, είναι να σε σπρώχνει κάτω η ζωή, οι κακουχίες ή το πικρό, οι εναλλαγές του πικρού, να σε ρίχνουν κάτω και εσύ να ξαναστέκεσαι. Αυτό είναι επαναστάτης. Όχι να πάρεις τη βαριοπούλα και να σπας τις βιτρίνες».
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ
Η κ. Γραμματικού πέρα από την ενασχόλησή της με την μουσική, πλέον εργάζεται σε σχολείο ΙΒ και διδάσκει εισαγωγή στην επιστημολογία και οικονομικά και μάλιστα στο παρελθόν είχε ασχοληθεί και με το θέατρο.
«Πιστεύω ότι αν αφεθείς, να ξεκινήσεις ένα ταξίδι χωρίς να υπολογίζεις τον προορισμό, κατά το ποίημα του Καβάφη, το ταξίδι σου δίνει μια άλλη διάσταση του εαυτού σου. Πιστεύω πραγματικά ότι όλοι μας θα μπορούσαμε να κινηθούμε κατά αυτόν τον τρόπο, αν δεν υπήρχε το άγχος της σταδιοδρομίας και όλα αυτά που μας περιορίζουν να ανακαλύψουμε τι θα μπορούσαμε να ήμασταν».
ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΤΗΣ ΒΗΜΑΤΑ
Η Ελλάδα και η Αυστραλία για εκείνη είναι οι δύο «γονείς» της. Μιλώντας για τις δύο χώρες εξέφρασε πως είναι κομμάτια του εαυτού της που συνυπάρχουν στην καλλιτεχνική της ταυτότητα, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει πως έχουν λειτουργήσει αυτά τα ερεθίσματα στις μουσικές της επιλογές.
«Είμαι ένας άνθρωπος που στο αυτοκίνητο θα ακούσει AC/DC και μετά από λίγο Τσιτσάνη».
Αυτή την περίοδο στον ελεύθερο της χρόνο γράφει στίχους για την παράσταση που προετοιμάζεται να παρουσιάσει στην Αθήνα και την Μελβούρνη με δημοτικά τραγούδια από όλους τους τόπους της Ελλάδας.
«Τις ώρες που δεν έχω εργασία για το σχολείο, γράφω στίχους, παίζω μουσική στο σπίτι και πάντα ετοιμάζω μια ολοκληρωμένη παράσταση. Η οποία παράσταση θα έχει να κάνει με δημοτικά τραγούδια από όλα τα διαμερίσματα της Ελλάδας, τραγούδια που όλοι γνωρίζουμε και θα μπορούμε σε μια μεγάλη αίθουσα, να τα τραγουδήσουμε μαζί. Επειδή πραγματικά πιστεύω στην θεραπευτική επίδραση του να τραγουδάς δίπλα σε κάποιον άλλον».
The post Γεωργία Γραμματικού: Η Ελλάδα και η Αυστραλία είναι οι δύο «γονείς» μου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.