
Ο Γιούργκεν Κλοπ το είπε απλά και ξεκάθαρα στο τέλος του ματς της Εθνικής μας με τη Γερμανία του. «Θα ήθελα πολύ να κερδίσω την Ελλάδα. Δεν ανήκει πλέον στις μικρές ποδοσφαιρικές χώρες. (…) Δεν θα ήθελα να παίξω και άλλον αγώνα με την Ελλάδα. Επαιξε καλά, έξυπνα και πειθαρχημένα η Ελλάδα».
Πρόσθεσε γελώντας πως αν η ομάδα του άνοιγε το σκορ δύσκολα δεν θα κέρδιζε: «Δεν θα μας σταματούσαν» είπε χαρακτηριστικά χαμογελώντας. Αλλά το χαμόγελό του ήταν λίγο προσποιητό.
Στην πραγματικότητα ήθελε τη νίκη για πολλούς λόγους: ο πιο βασικός από τους οποίους είναι ότι θα ήθελε η ομάδα του να κρατά την υπόθεση πρόκριση στα χέρια της στη συνέχεια.
Ο Κλοπ σαφώς και πειραματίζεται και χρησιμοποίησε τα ματς του Nations League για να δει με ποιους παίκτες θα συνεχίσει – το εξήγησε κιόλας. Στις επίμονες ερωτήσεις των ανθρώπων του γερμανικού τηλεοπτικού καναλιού που φιλοξένησαν τις πρώτες δηλώσεις του μετά το παιχνίδι απάντησε με ειλικρίνεια λέγοντας ότι αν τώρα έκανε 44 κλήσεις παικτών (!) είναι γιατί ήθελε να δει από κοντά και να γνωρίσει πολλούς αλλά προσεχώς αυτό δεν θα ξαναγίνει.
Αλλά ακόμα κι αν η αντιμετώπιση των παιχνιδιών αυτών ήταν λίγο πειραματική δεν προκύπτει από κάπου ότι τον γερμανό προπονητή δεν τον ενδιέφερε να συνεχίσει η ομάδα του στο Nations League – ίσα ίσα.
Οι έπαινοι στην ελληνική ομάδα έγιναν και γιατί με αυτό τον τρόπο απολογούνταν στους συμπατριώτες του για το αποτέλεσμα. Υπογραμμίζοντας τις αρετές της ελληνικής ομάδας ήταν σαν να τους λέει ότι η ομάδα του προσπάθησε αλλά δεν τα κατάφερε απέναντι σε έναν πολύ καλό αντίπαλο.
Γνώριζε
Η Γερμανία ήξερε τι θα κάνει η Εθνική μας: ήταν δεδομένο ότι η ομάδα του Γιοβάνοβιτς θα έπαιζε κυρίως άμυνα. Το έκανε πολύ πετυχημένα στο Αουγκσμπουργκ στη νίκη με τους Γερμανούς και το έκανε λιγότερο πετυχημένα (ειδικά στο δεύτερο ημίχρονο) κόντρα στην Ολλανδία.
Το ότι η Γερμανία δεν κατάφερε να κερδίσει την Εθνική μας ενώ ο Κλοπ ήξερε τι τον περιμένει είναι μάλλον πρόβλημα για τον γερμανό προπονητή. Οχι όμως και για την Εθνική μας.
Συσκευασία
Σε αυτή την τετράδα των αγώνων με τα αρκετά επιτυχημένα αποτελέσματα η Εθνική μας εμφανίστηκε με δυο διαφορετικές ομάδες: δυο στη συσκευασία της μίας.
Στο ξεκίνημα του Νations League η Εθνική μας κέρδισε τη Σερβία με την επίθεσή της (ανατρέποντας το σε βάρος της 0-1) και τη Γερμανία με την άμυνά της.
Στη Σερβία για να φτάσει στην ανατροπή ο Γιοβάνοβιτς χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει στο ματς τα πέντε φορ του: ξεκίνησαν ο Παυλίδης και ο Κωστούλας και ολοκλήρωσαν το παιχνίδι ο Τεττέη, ο Ιωαννίδης και ο Δουβίκας που βρήκε και το γκολ της νίκης.
Στο Αουγκσμπουργκ κέρδισε τη Γερμανία έχοντας στο μυαλό της ότι η νίκη της μπορεί να έρθει με ένα γκολ – αρκεί η άμυνά της να κρατήσει. Κράτησε. Κι αφού αυτό συνέβη ο Γιοβάνοβιτς ακολούθησε στα δυο ματς της Τούμπας με Ολλανδούς και Γερμανούς το ίδιο πλάνο.
Το είδαμε
Οταν λέω ότι η Εθνική μας είναι σαν δυο διαφορετικές ομάδες στη συσκευασία της μίας εννοώ φυσικά ότι έχει δυο διαφορετικούς τρόπους παιχνιδιού και στην τετράδα των αγώνων αυτό το είδαμε.
Στο εκτός έδρας ματς με τους Σέρβους και τους Γερμανούς είδαμε την εθνική ομάδα των σπουδαίων ελλήνων παικτών που κάνουν καριέρα στο εξωτερικό – μια ομάδα που μπορεί να σκοράρει εύκολα γιατί έχει πέντε σέντερ φορ στο δυναμικό της και δυο εξτρέμ όπως είναι ο Τζόλης και ο Καρέτσας που αγωνίζονται ο πρώτος στην Αρσεναλ και ο δεύτερος στην Μπορούσια Ντόρτμουντ.
Η άλλη Εθνική, αυτή που αγωνίστηκε με τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς, είναι η ομάδα των μαχητών της Σουπερλίγκ, των παιδιών που ξέρουν ότι για να πάρεις αποτέλεσμα πρέπει να δώσεις ό,τι έχεις και συγχρόνως να είσαι και κυνικός και να πιστεύεις ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι στο μέλλον και οι δυο τρόποι θα είναι χρήσιμοι αρκεί ο κόουτς να διαλέγει την πρέπουσα για την περίπτωση συνταγή.
Δύσκολο
Οι εθνικές ομάδες είναι δύσκολο να έχουν τη δική τους αγωνιστική ταυτότητα, να παίζουν δηλαδή παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο, επιβάλλοντας το παιχνίδι τους. Οι προπονήσεις είναι λίγες, τα ταξίδια αρκετά, οι αντίπαλοι ολότελα διαφορετικοί.
Ταυτότητα μπορεί να έχουν η Ισπανία, η Αγγλία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Ολλανδία, η ίδια η Γερμανία – αν και τελευταία είναι κάπως μπερδεμένη.
Οι πιο πολλές εθνικές ομάδες μπορούν στην καλύτερη των περιπτώσεων να έχουν μια στρατηγική που να είναι η πρέπουσα ανάλογα με την ιδιαιτερότητα του αντιπάλου: δεν μπορείς να παίζεις χωρίς να λαμβάνεις υπόψη σου ποιον έχεις απέναντί σου.
Αυτό ήταν το λάθος που έκανε ο Γιοβάνοβτς στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου: πληρώθηκε ακριβά. Αν και τότε είχε παρουσιάσει μια ομάδα ικανή να παίξει άμυνα κόντρα στη Δανία ή στη Γλασκώβη με αντίπαλο τη Σκωτία η Εθνική μας θα είχε πολύ καλύτερα αποτελέσματα.
Φάνηκε πάντως ότι ο Ιβάν προβληματίστηκε και έμαθε πολλά. Αυτό ίσως είναι και το πιο μεγάλο κέρδος των τεσσάρων αυτών παιχνιδιών. Γνωρίζαμε ότι έχουμε καλούς παίκτες.
Είδαμε ότι έχουμε κι έναν προπονητή με αντίληψη της δυσκολίας των αγώνων. Οι παρεμβάσεις του στο δεύτερο ημίχρονο στο ματς με τη Γερμανία άλλαξαν την εικόνα της Εθνικής.
Αν είχε κάνει ανάλογες αλλαγές και στη διάρκεια του παιχνιδιού με την Ολλανδία, αν δηλαδή φρέσκαρε όπως την Κυριακή τη μεσαία γραμμή αντί να ρίξει στο ματς σέντερ φορ που δεν έπαιρναν την μπάλα, όπως ο Τεττέη και ο Δουβίκας και στόπερ που απλά οδήγησαν την Εθνική στο να κλειστεί πιο πολύ, ίσως η Εθνική μας να είχε κερδίσει το ματς.
Σπάνιο
Τι άλλο είδαμε την Κυριακή; Κάτι σπάνιο: όταν ο Κωστούλας μπήκε στο ματς στο γήπεδο υπήρχαν οκτώ (!) πρώην και νυν παίκτες του Ολυμπιακού εκ των οποίων οι επτά (Τζολάκης, Σάλιακας, Τσιμίκας, Ρέτσος, Μουζακίτης, Ανδρούτσος και Κωστούλας) έχουν βγει από τις ακαδημίες του.
Μόνη εξαίρεση ο Μασούρας. Ολοι μάλιστα έχουν αγωνιστεί ή αγωνίζονται σε μεγάλα πρωταθλήματα. Σημάδι των καιρών, αλλά και της καλής δουλειάς που γίνεται στον Ολυμπιακό…