Πώς έφτασε η Αυστραλία από μια κοινωνία που αντιμετώπιζε με καχυποψία και ρατσιστικές προκαταλήψεις τους Έλληνες και άλλους μετανάστες σε μια χώρα όπου η πλειονότητα του πληθυσμού έχει πλέον μεταναστευτικό υπόβαθρο; Και γιατί τα μεγάλα πολιτικά κόμματα αδυνατούν να προσαρμοστούν στα νέα δημογραφικά και κοινωνικά δεδομένα;
Στο νέο βιβλίο του, «Three Shocks: Who We Are Becoming in the 21st Century», ο διακεκριμένος δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής George Megalogenis εξετάζει τον βαθύ μετασχηματισμό της αυστραλιανής κοινωνίας, αναλύοντας τις δημογραφικές, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που διαμόρφωσαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες.
Από την πορεία των μεταπολεμικών μεταναστών προς την κοινωνική ενσωμάτωση μέχρι την άνοδο του One Nation και την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, εξετάζει τις τρεις μεγάλες ανατροπές που, όπως υποστηρίζει, καθορίζουν τη σύγχρονη Αυστραλία και το μέλλον της.
Ο George Megalogenis κι εγώ, παιδιά Ελλήνων μεταναστών που έφτασαν στην Αυστραλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεγαλώσαμε με παρόμοια βιώματα.
Όπως πολλοί συνομήλικοί μας, επηρεαστήκαμε τόσο από τη φοίτησή μας σε επιλεκτικά δημόσια σχολεία όσο και από τις υψηλές προσδοκίες που είχαν από εμάς οι γονείς μας.
Ωστόσο, η κοινωνία στην οποία μεγαλώσαμε ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Τη δεκαετία του 1970, ο χαρακτηρισμός «βρόμικοι wogs» αποτύπωνε τον απροκάλυπτο ρατσισμό που αντιμετώπιζαν οι μετανάστες ελληνικής ή και άλλης καταγωγής.
Οι δεκαετίες που ακολούθησαν έφεραν βαθιές αλλαγές, με την τρίτη γενιά Ελληνοαυστραλών να αποτελεί πλέον μέρος του «ευρύτερου κοινωνικού συνόλου (mainstream)».
Αυτήν ακριβώς τη μετάβαση είχαμε συζητήσει με τον κ. Megalogenis πριν από χρόνια, όταν του εξέφρασα την ανησυχία μου επειδή ο γιος μου δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διεκδικήσει μια θέση στο Melbourne Boys High School. «Θα τα καταφέρει μια χαρά», με είχε καθησυχάσει.
Η συζήτηση αυτή αποτυπώνει σε προσωπικό επίπεδο τον ευρύτερο μετασχηματισμό της αυστραλιανής κοινωνίας, τον οποίο ο κ. Megalogenis εξετάζει στο νέο του βιβλίο «Three Shocks: Who We Are Becoming in the 21st Century».
Ο δημοσιογράφος, με 40 χρόνια εμπειρίας στην πολιτική οικονομία, συνδυάζει τη δημογραφία, την οικονομία και την πολιτική, αναλύοντας τις αλλαγές στη μετανάστευση, τη δημογραφική σύνθεση και την αγορά εργασίας, καθώς και την πορεία της αυστραλιανής πολιτικής από την εκλογική νίκη του Paul Keating το 1993 έως την επανεκλογή της κυβέρνησης Albanese το 2025.
Ενδιάμεσα, εξετάζει την εκλογή του John Howard, ο οποίος, μαζί με τον Peter Costello, συνέχισε την οικονομική πολιτική των Bob Hawke και Paul Keating, επιδιώκοντας παράλληλα να επαναπροσδιορίσει την αυστραλιανή ταυτότητα.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματά του είναι ότι «τα μεγάλα πολιτικά κόμματα καθυστερούν συχνά να αντιληφθούν τις συνέπειες του γεγονότος ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο».

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΚ
Κεντρικό σημείο στην επιχειρηματολογία του κ. Megalogenis είναι η «εντυπωσιακή και συνάμα ανατρεπτική αλλαγή» στη σύνθεση του αυστραλιανού πληθυσμού.
Από το 2018, η πλειονότητα των κατοίκων έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο, καθώς είτε έχει γεννηθεί στο εξωτερικό είτε έχει τουλάχιστον έναν γονέα γεννημένο εκτός Αυστραλίας.
Με το χαρακτηριστικό, στεγνό και αυτοσαρκαστικό του χιούμορ, ο κ. Megalogenis αποκαλεί τους μετανάστες «Νέους Αυστραλούς» (New Australians), έναν όρο οικείο στους άνω των 55 ετών, αλλά σχεδόν άγνωστο στους κάτω των 40. Από την εποχή του Menzies έως την εκλογή του Whitlam το 1972, τόσο οι ίδιοι όσο και οι γονείς τους θεωρούνταν «Νέοι Αυστραλοί».
Ο ίδιος παρομοιάζει την Αυστραλία με ένα δέντρο: οι ρίζες συμβολίζουν τους αυτόχθονες πληθυσμούς, ο κορμός την «παλιά Αυστραλία» που απαρτίζεται κυρίως από άτομα αγγλοσαξονικής καταγωγής και τα κλαδιά και τα φύλλα τους μετανάστες.
Στο κοινό «οικογενειακό δέντρο» της Μελβούρνης και του Σίδνεϊ, οι «Νέοι Αυστραλοί» αποτελούν το 65% του πληθυσμού, οι «παλιοί Αυστραλοί» το 33% και οι άνθρωποι των Πρώτων Λαών (First Nations) λιγότερο από 2%.
«Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε τον χρόνο ή ένα χρονολόγιο», εξηγεί αναφερόμενος στο «δέντρο». «Αφορά τον χρόνο, όχι τον πολιτισμό».
Συναντηθήκαμε στο εστιατόριο Osteria DOC, στη Lygon Street, στο Carlton, τη «Μικρή Ιταλία» της Μελβούρνης, μια περιοχή που φιλοξένησε διαδοχικά Ιταλούς, Εβραίους και Έλληνες μετανάστες.
Σήμερα, η παραδοσιακή φυσιογνωμία της υποχωρεί, καθώς καφέ με matcha και μπουτίκ αντικαθιστούν τα παλιά καταστήματα, ενώ οι τιμές των ακινήτων εκτοξεύονται.
Ακόμη και οι σερβιτόροι στο DOC είναι πλέον νέοι Ιταλοί με υψηλή εξειδίκευση και καλή γνώση Αγγλικών, όχι εγγόνια των μεταπολεμικών μεταναστών.
Όπως εξηγεί ο κ. Megalogenis, τα εσωτερικά προάστια των μεγάλων πόλεων προσελκύουν όλο και περισσότερους νέους, πανεπιστημιακά μορφωμένους επαγγελματίες, οι οποίοι επιλέγουν να ζουν κοντά στην εργασία και στους χώρους εστίασης. «Ζουν περισσότερο με τον τρόπο ζωής του Μανχάταν», σημειώνει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Brunswick-Coburg, όπου περισσότερο από το ήμισυ της πληθυσμιακής αύξησης κατά τη δεκαετία από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έως την πανδημία COVID-19 προήλθε από τους «παλιούς Αυστραλούς» (Old Australians).
Πρόκειται κυρίως για νεότερους επαγγελματίες, που τείνουν να ψηφίζουν τους Πράσινους και ανεξάρτητους υποψηφίους της λεγόμενης teal τάσης, μιας πολιτικής ομάδας που συνδυάζει περιβαλλοντικές θέσεις με φιλελεύθερες κοινωνικές απόψεις και προσελκύει κυρίως μετριοπαθείς ψηφοφόρους.

«Η γενιά των γονιών μας ξεκίνησε από το κέντρο της πόλης, όπου σήμερα καταγράφεται η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ποικιλομορφία σε κάθε πρωτεύουσα πολιτείας».
«Η Μελβούρνη αποτελεί σημείο αναφοράς για αυτές τις τάσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Το κέντρο αναβαθμίζεται κοινωνικά και οικονομικά, ενώ εγκαθίστανται όλο και περισσότεροι κάτοικοι αγγλοσαξονικής καταγωγής».
Οι νέοι επαγγελματίες επιλέγουν γειτονιές που τους επιτρέπουν να μετακινούνται με τα πόδια ή με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, αντί να εξαρτώνται από το αυτοκίνητο. Παράλληλα, τα μεσαία προάστια συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος της κινεζοαυστραλιανής κοινότητας, ενώ στα εξωτερικά προάστια είναι πολυπληθής η ινδική κοινότητα, ενισχύοντας τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα τους.
Όπως επισημαίνει ο κ. Megalogenis, συντελείται μια «αντιστροφή των ταυτοτήτων, των αστικών ταυτοτήτων που έμοιαζαν παγιωμένες τα προηγούμενα 120 χρόνια».
Η ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ, Η ΛΕΥΚΗ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ
Τη δεκαετία του 1880, η Μελβούρνη, έχοντας αναδειχθεί σε μία από τις πλουσιότερες πόλεις του κόσμου, βυθίστηκε σε οικονομική ύφεση, γράφει ο κ. Megalogenis.
Το 1901, με την ψήφιση του Νόμου περί Περιορισμού της Μετανάστευσης, θεσμοθετήθηκε η πολιτική της «Λευκής Αυστραλίας» (White Australia Policy), η οποία διατήρησε αυστηρούς περιορισμούς στην είσοδο μεταναστών για περίπου 40 χρόνια.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της διαδραμάτισε ο Alfred Deakin, πρώτος υπουργός Δικαιοσύνης της ομοσπονδιακής Αυστραλίας και υποστηρικτής του προστατευτισμού, δηλαδή της οικονομικής πολιτικής που αποσκοπεί στην προστασία των εγχώριων επιχειρήσεων και εργαζομένων από τον ξένο ανταγωνισμό.
Όπως γράφει ο κ. Megalogenis, ο κ. Deakin «ήθελε η Αυστραλία να είναι μια λευκή ήπειρος».
Για τον κ. Deakin, η άνοδος των ανθρώπων από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα στη μεσαία τάξη της Μελβούρνης αποτελούσε εξίσου μεγάλη απειλή με «τον Κινέζο χωρικό που ήταν διατεθειμένος να εργάζεται περισσότερες ώρες με πολύ χαμηλότερη αμοιβή».
Σε άρθρο του στη London Morning Post, είχε δηλώσει: «Πρέπει να απαγορεύεται η είσοδος οπουδήποτε (στην Αυστραλία) σε ανθρώπους με κίτρινο, καφέ ή χάλκινο χρώμα δέρματος».
Οι απόψεις του συνδέονταν με ευγονικές αντιλήψεις, που στόχευαν στη διατήρηση συγκεκριμένων φυλετικών χαρακτηριστικών. Στο πλαίσιο αυτό, η Αυστραλία περιγραφόταν από τον ιστορικό Lawrence James ως ένας «σοσιαλιστικός παράδεισος για λευκούς».
Ο κ. Deakin αντιμετώπιζε με ανάλογη καχυποψία τους Έλληνες, τους Ιταλούς και τους Λεβαντίνους, τους οποίους χαρακτήριζε «μετανάστες κατώτερου λατινικού τύπου», επιδιώκοντας τον αποκλεισμό των νεοφερμένων από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
«Όταν οι γονείς μας έφτασαν στην Αυστραλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια κοινωνία κλειστή και περιοριστική», λέει ο κ. Megalogenis. Πολλοί είχαν περιορισμένη σχολική εκπαίδευση και είχαν επιβιώσει από πολέμους, κατοχή και εμφύλιες συγκρούσεις. Παρά τις τραυματικές εμπειρίες τους, όμως, βρήκαν ευκαιρίες να προχωρήσουν στη ζωή τους.
Όπως επισημαίνει, η εμπειρία τους ανέδειξε μια άλλη πλευρά της αυστραλιανής κοινωνίας: «παρά τις περιόδους αποκλεισμού, οι Αυστραλοί είναι γενικά ανοιχτόμυαλοι και επιθυμούν να διατηρούν καλές σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο».
Ειδικά στη Μελβούρνη, οι μετανάστες από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη έφεραν έναν πιο κοσμοπολίτικο και καλλιεργημένο τρόπο ζωής. «Οι μετανάστες άνοιξαν καφέ και άλλες επιχειρήσεις, καθώς εντόπισαν κενά στην αγορά. Έζησαν στις ίδιες γειτονιές με όλους τους υπόλοιπους, αντί να δημιουργήσουν κοινότητες ουσιαστικά αποκομμένες από την αυστραλιανή κοινωνική ζωή».
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΟΚ
Το δεύτερο μεγάλο σοκ που, σύμφωνα με τον κ. Megalogenis, ο Tony Abbott απέτυχε να αντιληφθεί ήταν η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.
Στρέφοντας την προσοχή του στους παραδοσιακούς άνδρες ψηφοφόρους των Εργατικών, κυρίως τεχνίτες και εργαζόμενους σε χειρωνακτικά επαγγέλματα, έχασε την επαφή με τις κοινωνικές αλλαγές.
Ανάλογη ήταν η προσέγγιση του Scott Morrison, ο οποίος απευθυνόταν στους «μέσους μπαμπάδες» και τους «σιωπηλούς Αυστραλούς» των προαστίων, προβάλλοντας την εικόνα μιας πιο παραδοσιακής Αυστραλίας. Και οι δύο, επισημαίνει ο κ. Megalogenis, υποτίμησαν τη νέα πραγματικότητα μιας οικονομίας στην οποία οι γυναίκες είχαν πλέον κεντρικό ρόλο.
Καθοριστική ήταν η αλλαγή που σημειώθηκε όταν «οι γυναίκες με πανεπιστημιακά προσόντα, μαζί με τους επαγγελματίες στους τομείς της φροντίδας και των δημιουργικών επαγγελμάτων, ξεπέρασαν σε αριθμό τους άνδρες που εργάζονταν σε τεχνικά και χειρωνακτικά επαγγέλματα, αποτελώντας τη μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα της χώρας».
Η αδυναμία του κ. Morrison να αντιληφθεί τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες έγινε εμφανής στις 15 Μαρτίου 2021, κατά τη μεγάλη διαδήλωση κατά της έμφυλης βίας έξω από το Κοινοβούλιο.
Η Grace Tame, Αυστραλή της Χρονιάς, και η Brittany Higgins, πρώην συνεργάτιδα των Φιλελευθέρων που είχε καταγγείλει ότι έπεσε θύμα βιασμού, «εκφώνησαν δυναμικές ομιλίες». Ο κ. Morrison αρνήθηκε να συναντήσει τους διοργανωτές και δήλωσε ότι «όχι μακριά από εδώ, ακόμη και σήμερα, τέτοιες πορείες αντιμετωπίζονται με σφαίρες», αναφερόμενος στο στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μιανμάρ.
Η πολιτική του θέση είχε ήδη επιβαρυνθεί από τις καταστροφικές πυρκαγιές του «Μαύρου Καλοκαιριού» 2019-2020, όταν ο ίδιος βρισκόταν σε διακοπές στη Χαβάη.
Παρά τη νίκη του επί των Εργατικών του Bill Shorten το 2019, που είχε χαρακτηριστεί «θαύμα», η απήχησή του σταδιακά υποχώρησε. Η άνοδος των ανεξάρτητων υποψηφίων της teal τάσης οδήγησε στην απώλεια εδρών που θεωρούνταν παραδοσιακά ασφαλείς για τους Φιλελεύθερους.
Για τον κ. Megalogenis, η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την αποτυχία των μεγάλων κομμάτων να προσαρμοστούν στις δημογραφικές αλλαγές που έφεραν η μετανάστευση και η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομία. Το αποτέλεσμα ήταν «μια δεκαετία εκλογικού αδιεξόδου».
Οι Εργατικοί, μετά την ήττα τους το 2019, αναθεώρησαν τη στρατηγική τους, ενισχύοντας την εκπροσώπηση των γυναικών και προσεγγίζοντας πιο συστηματικά τις μεγάλες μεταναστευτικές κοινότητες από την Ινδία, την Κίνα και άλλες χώρες.
Για χρόνια, και τα δύο μεγάλα κόμματα αγνοούσαν «τις νέες εκλογικές δεξαμενές της μεσαίας τάξης, που αποτελούνται από ειδικευμένους μετανάστες και γυναίκες επαγγελματίες».
Οι Εργατικοί προσαρμόστηκαν ταχύτερα, ενώ ο Συνασπισμός συνέχισε να αναζητά ψήφους στην «παλιά Αυστραλία», επηρεασμένος ολοένα περισσότερο από το συντηρητικό πολιτικό περιεχόμενο της βραδινής ζώνης του Sky News (Sky After Dark) — μια Αυστραλία που, όπως έδειχναν πλέον τα δημογραφικά δεδομένα, δεν υπήρχε πια στον βαθμό που θα ήθελε το κόμμα.
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΟΚ
Το τρίτο σοκ αφορά την αστάθεια στις δύο σημαντικότερες εξωτερικές σχέσεις της Αυστραλίας: τη συμμαχία με τις ΗΠΑ και το εμπόριο με την Κίνα, καθώς και οι δύο υπερδυνάμεις γίνονται ολοένα λιγότερο προβλέψιμες.
Ο κ. Megalogenis επισημαίνει ότι τα μεγάλα κόμματα, ιδίως οι Φιλελεύθεροι, απέτυχαν να προσαρμοστούν στην ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμια υπερδύναμη, ενώ δυσκολεύτηκαν να αντιμετωπίσουν και την κλιματική αλλαγή.
Ο Malcolm Turnbull, ένας από τους τελευταίους ηγέτες των Φιλελευθέρων που παρέμεναν πιστοί στις παραδοσιακές φιλελεύθερες αρχές του κόμματος, είχε υπογράψει διεθνείς συμφωνίες για το κλίμα.
Αντίθετα, ο Scott Morrison, που τον διαδέχθηκε έπειτα από εσωκομματική ανατροπή, αμφισβητούσε την επιστημονική συναίνεση για την κλιματική αλλαγή, παρά τις πιέσεις συμμάχων.
Ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον ζητούσε από την Αυστραλία να δεσμευτεί για μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050.
Η στάση της Αυστραλίας την κατέστησε «παράγοντα παρεμπόδισης», ενώ το 2021 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, κατέταξε τον κ. Morrison στην 22η θέση ομιλητών της διαδικτυακής συνόδου του για το κλίμα, πίσω ακόμη και από το Μπουτάν.
Παράλληλα, η Αυστραλία βρέθηκε ανάμεσα σε μια Κίνα που περιόριζε τις εισαγωγές αυστραλιανών προϊόντων ως αντίποινα και στις ΗΠΑ, που εγκατέλειπαν το ελεύθερο εμπόριο. Μετά την επανεκλογή του, ο Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε δασμούς ακόμη και σε συμμάχους, παραβιάζοντας την εμπορική συμφωνία που είχαν υπογράψει το 2004 οι John Howard και George W. Bush.
Όπως γράφει ο κ. Megalogenis, οι Αυστραλοί εξαγωγείς «αντιλήφθηκαν την υποκρισία» και των δύο υπερδυνάμεων, καθώς αμφότερες παραβίασαν συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, μεταξύ των οποίων και εκείνη που είχαν υπογράψει το 2014 οι Tony Abbott και Xi Jinping.
ΤΟ ONE NATION ΚΑΙ Ο ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ
Ο κ. Megalogenis εκτιμά ότι η απήχηση του One Nation σε ορισμένους Ελληνοαυστραλούς δεύτερης και τρίτης γενιάς «δεν μπορεί να εξηγηθεί από τις οικονομικές δυσκολίες», αλλά ότι «πρέπει να είναι ιδεολογικό το ζήτημα».
Καθοριστικό ρόλο, κατά τον ίδιο, παίζουν οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίοι ενισχύουν την οργή και τις προκαταλήψεις, δημιουργώντας μια «φούσκα» ενημέρωσης αποκομμένη από τον ευρύτερο δημόσιο διάλογο.

«Ουσιαστικά, από τότε που εφευρέθηκε το iPhone, το 2008, ως όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, η πόλωση αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι Ελληνοαυστραλοί «δεν έγιναν ξαφνικά οπισθοδρομικοί».
«Ο αλγόριθμος έχει κάνει τους ψηφοφόρους του One Nation να σκέφτονται όπως οι ψηφοφόροι του Τραμπ», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι για τους συγκεκριμένους ψηφοφόρους ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μεγαλύτερη απήχηση από τον Anthony Albanese.
Ωστόσο, αυτή η αντίληψη απέχει από την κυρίαρχη στάση των Αυστραλών. Σε έρευνα του Lowy Institute για ξένους ηγέτες, ο Τραμπ συγκέντρωσε ιδιαίτερα αρνητικές αξιολογήσεις, με καθαρή βαθμολογία περίπου -50, αντίστοιχη με εκείνη του Xi Jinping. Ακόμη πιο αρνητικά αξιολογήθηκαν μόνο ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Kim Jong-un.
Ο κ. Megalogenis επισημαίνει, τέλος, την ειρωνεία ότι ορισμένοι ψηφοφόροι του One Nation υιοθετούν πολιτικές αντιλήψεις που διαμορφώνονται κυρίως από την αμερικανική πραγματικότητα, παρότι αυτές δεν αντανακλούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις στην Αυστραλία.
ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ» ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Καθώς η Μελβούρνη και το Σίδνεϊ αλλάζουν ραγδαία, με πάνω από το 50% των κατοίκων τους να έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο, η μετανάστευση βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο κ. Megalogenis επισημαίνει ότι η μετανάστευση και η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας διαμόρφωσαν νέες αστικές και οικονομικές δυναμικές.
Από το 2009 έως το 2019, ο πληθυσμός της Μελβούρνης αυξήθηκε κατά σχεδόν ένα εκατομμύριο, με πολλούς ειδικευμένους μετανάστες να εγκαθίστανται στα εξωτερικά προάστια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Tarneit, όπου ο πληθυσμός αυξήθηκε από 22.000 σε 57.000 κατοίκους και το μέσο εισόδημα κατά 17%.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Barnaby Joyce, πολιτικός του One Nation και πρώην στέλεχος του National Party, πρότεινε πρόσφατα στο ABC να μηδενιστεί η καθαρή μετανάστευση. Ο κ. Megalogenis απορρίπτει την πρόταση, προειδοποιώντας ότι θα στερούσε από τον πληθυσμό περισσότερα από 250.000 άτομα ετησίως.
«Κανένας σώφρων οικονομικός σύμβουλος δεν θα εισηγούνταν σε ένα κόμμα να αφαιρέσει 250.000 ανθρώπους τον χρόνο από τον πληθυσμό, για τρία χρόνια», τονίζει, χαρακτηρίζοντας την πρόταση «το χειρότερο είδος πολιτικής στη μετα-αλήθεια εποχή».
Όπως εξηγεί, οι μόνες περίοδοι κατά τις οποίες η καθαρή μετανάστευση υποχώρησε δραστικά ήταν η Μεγάλη Ύφεση και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι. Η μόνη φορά που ο περιορισμός της μετανάστευσης εφαρμόστηκε ως κυβερνητική πολιτική ήταν με την πολιτική της «Λευκής Αυστραλίας», που θεσπίστηκε το 1901 και είχε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.
Ο κ. Megalogenis παρομοιάζει την πρόταση με το tanking στον αθλητισμό, όπου μια ομάδα χάνει σκόπιμα αγώνες για να εξασφαλίσει καλύτερη επιλογή στο ντραφτ, δηλαδή στη διαδικασία επιλογής νέων παικτών από τις επαγγελματικές ομάδες, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να αποκτήσει έναν ταλαντούχο παίκτη.
«Όταν όμως οδηγήσεις την αυστραλιανή οικονομία σε κατάρρευση, αυτό ήταν. Τελειώσαμε. Δεν υπάρχει επιστροφή».
Η ΤΡΙΠΛΗ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΣΤΗ ΒΙΚΤΩΡΙΑ
Ενόψει των εκλογών στη Βικτώρια, ο κ. Megalogenis επισημαίνει ότι για πρώτη φορά από τις αρχές του 20ού αιώνα, τρία κόμματα διεκδικούν ουσιαστικά την εξουσία: οι Εργατικοί, οι Φιλελεύθεροι και το One Nation.
Ανατρέχοντας στις απαρχές της ομοσπονδιακής πολιτικής, θυμίζει ότι οι Protectionists, που υποστήριζαν τον περιορισμό της μετανάστευσης και το κλείσιμο των συνόρων, ήταν εκείνοι που τελικά επικράτησαν.
Σήμερα, το One Nation αποσπά κυρίως ψήφους από τον Συνασπισμό, ακόμη και σε περιφέρειες όπου παραδοσιακά κυριαρχούν οι Εργατικοί. «Το Εθνικό Κόμμα μπορεί ουσιαστικά να εξαφανιστεί από τον εκλογικό χάρτη μέσα σε μία μόνο εκλογική αναμέτρηση, καθώς οι ψηφοφόροι του θα στραφούν στο One Nation», εκτιμά.
Παρά την πολιτική φθορά έπειτα από 13 χρόνια διακυβέρνησης στη Βικτώρια, οι Εργατικοί θα μπορούσαν να ανακόψουν την άνοδο του One Nation, προβάλλοντας ζητήματα όπως το Medicare, οι μισθοί και τα συνταξιοδοτικά Ταμεία (superannuation), σε αντιδιαστολή με την «αμερικανοποιημένη πολιτική» του κόμματος.
«Αν οι Εργατικοί καταφέρουν να αναδείξουν αποτελεσματικά αυτή την αντίθεση, θα μπορούσαν να κερδίσουν έδρες από το Φιλελεύθερο Κόμμα για τρίτη συνεχόμενη εκλογική αναμέτρηση, κάτι που δεν έχει προηγούμενο».
Ο κ. Megalogenis περιγράφει έναν νέο πολιτικό χάρτη: στα εσωτερικά προάστια ενισχύονται οι Εργατικοί, οι Πράσινοι και οι ανεξάρτητοι της teal τάσης, ενώ στις περιφερειακές περιοχές διευρύνεται η επιρροή του One Nation. Ανάμεσα στα δύο αυτά μέτωπα, ο Συνασπισμός κινδυνεύει να χάσει περαιτέρω έδαφος.
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ
Ο κ. Megalogenis υποστηρίζει ότι το Φιλελεύθερο Κόμμα έχει χάσει την επαφή με τη σύγχρονη, πολυπολιτισμική Αυστραλία, θέτοντας ουσιαστικά τον εαυτό του εκτός διεκδίκησης στις πρωτεύουσες των πολιτειών.
Κατά τον ίδιο, τα μεγάλα κόμματα απέτυχαν να προσαρμοστούν στις κοινωνικές αλλαγές από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έως την πανδημία, ενώ οι ψηφοφόροι απέρριψαν επανειλημμένα τη νέα γενιά Φιλελευθέρων, κοινωνικά προοδευτικών αλλά οικονομικά συντηρητικών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκλογική συντριβή του Συνασπισμού το 2025, όταν ο Peter Dutton έχασε ακόμη και την έδρα του. Η στρατηγική του να παρακάμψει τις μεγάλες πόλεις και να απευθυνθεί στον υποτιθέμενο «τυπικό Αυστραλό» αποδείχθηκε -πολιτικά- καταστροφική.
«Δεν υπάρχει αξιόπιστος δρόμος προς την ανάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που να παρακάμπτει τις μεγάλες πόλεις», τονίζει ο κ. Megalogenis, καλώντας τους Φιλελευθέρους να επανασυνδεθούν με την πολυπολιτισμική κοινωνία και να χαράξουν σαφή διαχωριστική γραμμή απέναντι στο One Nation, αντί να ανταγωνίζονται το κόμμα με προτάσεις για περιορισμό της μετανάστευσης.
Όπως επισημαίνει, καθοριστικό ρόλο στις εκλογές μπορεί να διαδραματίσει μια γυναίκα 38 ετών, γεννημένη ενδεχομένως στο εξωτερικό ή με τουλάχιστον έναν γονέα μεταναστευτικής καταγωγής.

Συγκρίνοντας τη σημερινή ηγεσία με εκείνη του John Howard, σημειώνει: «Κοιτάζοντας πίσω, ο Howard μοιάζει σήμερα πιο μετριοπαθής απ’ όσο φαινόταν τότε. Σεβόταν την Αυστραλία όπως ήταν, αλλά και όπως εξελισσόταν, εν μέρει επειδή κατανοούσε τους εκλογικούς συσχετισμούς».
Η αποτυχία των διαδόχων του να προσαρμόσουν το πολιτικό του μοντέλο στις νέες κοινωνικές συνθήκες αποτελεί, σύμφωνα με τον Megalogenis, κεντρικό θέμα του βιβλίου του.
Το βιβλίο «Three Shocks» του George Megalogenis καταγράφει τις αλλαγές που γνώρισε η Αυστραλία από τις αρχές του 21ου αιώνα και αποτελεί φυσική συνέχεια του «Faultlines» (2003), στο οποίο ο συγγραφέας είχε αναλύσει τις αλλαγές που διαμόρφωναν τη σύγχρονη αυστραλιανή κοινωνία.
Κεντρικό του επιχείρημα είναι ότι η Αυστραλία πρέπει να επιταχύνει την κοινωνική ενσωμάτωση, ώστε οι νεοφερμένοι να γίνονται ταχύτερα μέρος της εθνικής κοινότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, εισάγω την έννοια της «πατριωτικής πολυπολιτισμικότητας» (Patriotic multiculturalism), την οποία ο κ. Megalogenis χαρακτηρίζει «χρήσιμη διατύπωση».
Ο ίδιος χρησιμοποιεί τη μεταφορά ενός οικογενειακού δέντρου για να περιγράψει την αυστραλιανή ταυτότητα: τις ρίζες των Πρώτων Αυστραλών, τον κορμό της παλιάς Αυστραλίας και τα κλαδιά των Νέων Αυστραλών. Όπως σημειώνει, στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ, όπου τα δύο τρίτα των κατοίκων είναι μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς, «η συζήτηση για το αν αυτές οι πόλεις είναι κοσμοπολίτικες έχει τελειώσει».
Το ζητούμενο πλέον είναι η διαμόρφωση μιας κοινής ταυτότητας, ιδίως μετά τις εντάσεις που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. «Δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε την επόμενη γενιά να ενσωματωθεί», τονίζει.
Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνω την αναβίωση, με σύγχρονους όρους, προγραμμάτων όπως η μεταπολεμική «Πολιτική του Καλού Γείτονα» (Good Neighbour Policy), που βοηθούσαν τους μετανάστες να μάθουν Αγγλικά και να κατανοήσουν καλύτερα την Αυστραλία.
*Το «Three Shocks: Who We Are Becoming in the 21st Century» του George Megalogenis κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Penguin και διατίθεται στα βιβλιοπωλεία.
The post Η Αυστραλία άλλαξε. Η πολιτική της; appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.