70 χρόνια Ελληνική Κοινότητα Geelong: Η παρακαταθήκη των πρώτων μεταναστών και το στοίχημα του αύριο

Τον Απρίλιο του 1956, μια μικρή ομάδα Ελλήνων μεταναστών συγκεντρώθηκε στη Swanston Street του Geelong. Ήταν μόλις 15 με 20 άνθρωποι, που τους ένωνε η κοινή καταγωγή, αλλά κυρίως η ανάγκη να δημιουργήσουν κάτι δικό τους στη μακρινή Αυστραλία.

Εκείνη τη μέρα, ίσως κανείς τους να μην μπορούσε να φανταστεί ότι η προσπάθειά τους θα εξελισσόταν σε έναν οργανισμό που, επτά δεκαετίες αργότερα, θα εξακολουθούσε να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Το Σάββατο 24 Οκτωβρίου, η Ελληνική Κοινότητα Geelong γιορτάζει τα 70 χρόνια από την ίδρυσή της, τιμώντας τους ανθρώπους που έθεσαν τα θεμέλιά της, τις γενιές που συνέχισαν το έργο τους και όσους καλούνται σήμερα να διαμορφώσουν το μέλλον της.

Πίσω από την επέτειο βρίσκεται μια ιστορία μετανάστευσης, σκληρής εργασίας, εθελοντισμού και συλλογικής προσπάθειας. Μια ιστορία που άρχισε από την ανάγκη των πρώτων Ελλήνων να στηρίξουν ο ένας τον άλλον και εξελίχθηκε σε μια οργανωμένη παροικία με εκκλησία, σχολείο, κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.

Σήμερα, ο πρόεδρος της Κοινότητας, Andrew Alexander, βλέπει αυτή τη διαδρομή όχι ως ένα έργο που ολοκληρώθηκε, αλλά ως μια αποστολή που συνεχίζεται.

«Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στον προορισμό μας. Βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το ταξίδι», λέει χαρακτηριστικά στον «Νέο Κόσμο».

Ο Γιώργος Φράγκος, πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Geelong, με τη σύζυγό του Μόγια, συγγενείς και παιδιά της οικογένειας, σε μια φωτογραφία που αποτυπώνει τις ισχυρές οικογενειακές και κοινοτικές σχέσεις των πρώτων μεταναστών. Πηγή: Ιορδάνης Μαύρος, «Η Ελληνική Παροικία του Τζηλόνγκ»

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΞΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Η παρουσία Ελλήνων στο Geelong χρονολογείται από τις αρχές του 20ού αιώνα, όμως η μαζικότερη εγκατάστασή τους άρχισε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όπως καταγράφει ο Ιορδάνης Μαύρος στο βιβλίο του «Η Ελληνική Παροικία του Τζηλόνγκ», η βιομηχανική ανάπτυξη της πόλης προσέλκυσε μετανάστες που αναζητούσαν εργασία και καλύτερες συνθήκες ζωής.

Οι βιομηχανίες επεξεργασίας μαλλιού, η αυτοκινητοβιομηχανία και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες πρόσφεραν επαγγελματικές ευκαιρίες σε ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω τους μια Ελλάδα σημαδεμένη από τον πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Η εγκατάσταση, ωστόσο, κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν.

Οι δυσκολίες της γλώσσας, οι απαιτητικές συνθήκες εργασίας, η απόσταση από τις οικογένειες και η απουσία οργανωμένων ελληνικών θεσμών έκαναν την καθημερινότητα ιδιαίτερα δύσκολη.

Ακόμη και για την τέλεση ενός γάμου, μιας βάπτισης ή άλλης θρησκευτικής τελετής, οι Έλληνες συχνά αναγκάζονταν να ταξιδεύουν στη Μελβούρνη, καθώς δεν υπήρχε ελληνορθόδοξη εκκλησία στο Geelong.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, τα ελληνικά καφενεία έγιναν κάτι περισσότερο από χώροι συνάντησης. Ήταν τα σημεία όπου οι μετανάστες αντάλλασσαν νέα από την πατρίδα, συζητούσαν τα προβλήματά τους και αναζητούσαν συντροφιά και αλληλεγγύη.

Εκεί γεννήθηκε και η ιδέα της οργανωμένης Κοινότητας.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Geelong, Andrew Alexander (στο κέντρο), με μέλη και φίλους της Κοινότητας, μπροστά από το κοινοτικό κτίριο, σε μια εικόνα που αποτυπώνει τη ζωντανή παρουσία του Ελληνισμού στην περιοχή. Φωτογραφία αρχείου: «Νέος Κόσμος»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ 1956

Η πρώτη απόπειρα ίδρυσης Ελληνικής Κοινότητας έγινε το 1954, στο καφενείο του Τάκη Θιακέου, στη Ryrie Street.

Πρωτεργάτης ήταν ο Θεόφιλος Πολυχρόνης, ο οποίος είχε αρχίσει να συγκεντρώνει συνδρομές από συμπατριώτες του για τη δημιουργία του οργανισμού.

Η προσπάθεια δεν ευδοκίμησε. Όπως περιγράφει ο Μαύρος, ένα επεισόδιο σχετικά με τη διαχείριση των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί οδήγησε τον Πολυχρόνη στην απογοήτευση και στην επιστροφή των συνδρομών.

Η ιδέα, όμως, δεν εγκαταλείφθηκε.

Τον Απρίλιο του 1956, στη Swanston Street, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση που έμελλε να σηματοδοτήσει την επίσημη αρχή της Ελληνικής Κοινότητας Geelong.

Περίπου 15 με 20 Έλληνες συγκεντρώθηκαν σε χώρο όπου ο Γιώργος Φράγκος διατηρούσε επιχειρηματική δραστηριότητα και προχώρησαν στην εκλογή του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου.

Πρόεδρος εξελέγη ο Γιώργος Φράγκος, με καταγωγή από την Κανδήλα Αιτωλοακαρνανίας, αντιπρόεδρος ο Γιώργος Μάνος από τη Μαντινεία, γραμματέας ο Σάββας Σεμερτζής και ταμίας ο Ζώης Γράψας.

Η ετήσια συνδρομή ορίστηκε στα 30 λεπτά της αυστραλιανής λίρας.

Ο Φράγκος, σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή, αρχικά δίσταζε να αναλάβει την προεδρία. Η επιμονή όμως συμπατριωτών του, ιδιαίτερα του Παντελή Βασιλείου, τον έπεισε να δεχθεί.

Η νέα Κοινότητα αριθμούσε περίπου 35 έως 45 οικογένειες, σε μια εποχή που ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός στην περιοχή υπολογιζόταν σε 250 με 300 άτομα.

Αυτή η μικρή ομάδα ανθρώπων είχε πλέον δημιουργήσει τον πρώτο οργανωμένο φορέα εκπροσώπησης του Ελληνισμού στο Geelong.

Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Geelong, σύμβολο της πίστης και της συλλογικής προσπάθειας των Ελλήνων μεταναστών, που ένωσαν τις δυνάμεις τους για την ανέγερσή του τη δεκαετία του 1960. Πηγή: Ελληνική Κοινότητα Geelong / Facebook

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση ήταν η δημιουργία των θεσμών που θα εξασφάλιζαν τη συνέχεια της ελληνικής παρουσίας.

Το 1960 υπήρξε χρονιά-σταθμός. Η Κοινότητα απέκτησε επίσημη νομική υπόσταση, αγόρασε το πρώτο οικόπεδο για την ανέγερση εκκλησίας και ξεκίνησε τη λειτουργία του Ελληνικού Σχολείου.

Η εκπαίδευση των παιδιών αποτελούσε βασική προτεραιότητα των μεταναστών. Παρότι οι ίδιοι προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στην αυστραλιανή κοινωνία, δεν ήθελαν οι επόμενες γενιές να χάσουν την επαφή με την ελληνική γλώσσα και την πολιτιστική τους κληρονομιά.

Παράλληλα, η ανέγερση της εκκλησίας απαιτούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους.

Οι Έλληνες του Geelong οργάνωναν χορούς, κοινωνικές εκδηλώσεις και εράνους, ενώ πολλοί προσέφεραν εθελοντικά την εργασία και τις επαγγελματικές τους γνώσεις.

Το 1964, η εκκλησία είχε ανεγερθεί, χωρίς όμως να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι εργασίες.

Η πρώτη Θεία Λειτουργία πραγματοποιήθηκε τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, στις 2 Μαΐου 1964. Το κτίριο δεν διέθετε ακόμη ηλεκτρικό ρεύμα και για τον φωτισμό χρησιμοποιήθηκαν λάμπες πετρελαίου.

Ήταν μια στιγμή ιδιαίτερης συγκίνησης για την παροικία, που έβλεπε ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά της να γίνεται πραγματικότητα.

Στις 15 Αυγούστου 1965, οι πιστοί αποφάσισαν επίσημα να αφιερώσουν την εκκλησία στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Το σχολείο και η εκκλησία αποτέλεσαν έκτοτε δύο από τους σημαντικότερους πυλώνες της κοινοτικής ζωής.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, δημιουργήθηκαν νέοι σύλλογοι και ομάδες, ενώ οι πολιτιστικές εκδηλώσεις, οι εθνικές επέτειοι και οι κοινωνικές συγκεντρώσεις έδιναν στους Έλληνες τη δυνατότητα να διατηρούν τους δεσμούς τους και να μεταφέρουν τις παραδόσεις τους στα παιδιά τους.

Στη δεκαετία του 1970 δημιουργήθηκε ο Σύνδεσμος Νεολαίας, ενώ σταδιακά αναπτύχθηκαν και άλλες οργανωμένες δραστηριότητες.

Η Κοινότητα είχε πλέον εξελιχθεί σε έναν χώρο όπου η ελληνική ταυτότητα δεν περιοριζόταν στην ανάμνηση της πατρίδας, αλλά αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας των μεταναστών και των οικογενειών τους.

Στιγμιότυπο από παλαιότερο ελληνικό γλέντι στο Geelong, με οικογένειες και φίλους συγκεντρωμένους γύρω από το ίδιο τραπέζι. Οι κοινωνικές αυτές εκδηλώσεις αποτέλεσαν για δεκαετίες σημείο συνάντησης και διατήρησης των δεσμών της ελληνικής παροικίας. Φωτογραφία: Ελληνική Κοινότητα Geelong / Facebook

ΑΠΟ ΤΙΣ 35 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΣΤΙΣ 300–400 ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Εβδομήντα χρόνια μετά, η εικόνα είναι διαφορετική, όμως ο βασικός σκοπός παραμένει ο ίδιος, σύμφωνα με τον σημερινό πρόεδρο, Andrew Alexander.

«Προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανό το πνεύμα της ελληνικής μας ταυτότητας, αλλά και να το διατηρήσουμε σύγχρονο», επισημαίνει στον «Νέο Κόσμο». .

Η Κοινότητα αριθμεί σήμερα περίπου 300 έως 400 οικογένειες, καθώς η ιδιότητα του μέλους βασίζεται κυρίως στην οικογενειακή συμμετοχή, χωρίς να αποκλείονται οι ατομικές εγγραφές.

«Ο καλύτερος τρόπος να διατηρήσουμε την ελληνική μας ταυτότητα στην Αυστραλία είναι να βρισκόμαστε μαζί. Στην εκκλησία, στην κοινοτική μας αίθουσα και στις διάφορες δραστηριότητες που οργανώνουμε», εξηγεί.

Το Ελληνικό Σχολείο εξακολουθεί να έχει κεντρική θέση στη λειτουργία της Κοινότητας, όπως επισημαίνει ο ίδιος. Διαθέτει τάξεις για παιδιά προσχολικής ηλικίας, μαθητές του Δημοτικού, καθώς και τμήμα ενηλίκων.

«Μάλιστα, ορισμένοι εκπαιδευτικοί μετακινούνται από τη Μελβούρνη για να στηρίξουν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, ενώ συμμετέχουν και εκπαιδευτικοί που κατοικούν στο Geelong».

Αναφερόμενος στις υπόλοιπες δραστηριότητες της Κοινότητας, ο κ. Alexander σημειώνει ότι λειτουργεί λέσχη ηλικιωμένων και διοργανώνονται σεμινάρια, πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, βραδιές ελληνικής ταβέρνας και ψυχαγωγικές δραστηριότητες.

«Η Κοινότητα συμμετέχει επίσης στο Pako Festa, ένα από τα σημαντικότερα πολυπολιτισμικά φεστιβάλ της Βικτώριας, ενώ η εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς, με τακτικές λειτουργίες και την τέλεση των θρησκευτικών μυστηρίων».

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΕΞΙΣΟΥ ΖΩΝΤΑΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η μεγαλύτερη αλλαγή των τελευταίων δεκαετιών αφορά τη σύνθεση της ίδιας της παροικίας.

Οι πρώτες γενιές αποτελούνταν κυρίως από ανθρώπους που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα. Σήμερα συμμετέχουν παιδιά και εγγόνια μεταναστών, Ελληνοαυστραλοί και οικογένειες με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.

«Η δυναμική της Κοινότητας εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά είναι διαφορετική», σημειώνει ο κ. Alexander.

«Υπάρχουν περισσότεροι γάμοι μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής πολιτισμικής προέλευσης και έτσι συμμετέχει ένα ευρύτερο φάσμα ανθρώπων. Δεν είναι μόνο όσοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Είναι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην Αυστραλία, αλλά και παιδιά των οποίων οι γονείς προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα».

Αυτή η εξέλιξη, όπως επισημαίνει, καθιστά ακόμη σημαντικότερη τη διατήρηση των δεσμών με την ελληνική ταυτότητα.

«Κατά κάποιον τρόπο, είναι σήμερα ακόμη πιο σημαντικό να διατηρούμε ζωντανή την Κοινότητά μας και να είμαστε υπερήφανοι που είμαστε Έλληνες στην Αυστραλία, επειδή υπάρχουν προκλήσεις που συνδέονται με αυτό».

Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι η συμμετοχή των νεότερων γενεών έχει χαθεί.

Στις κοινοτικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στις βραδιές ελληνικής ταβέρνας, συναντιούνται άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, ενώ πολλοί γονείς φέρνουν μαζί και τα παιδιά τους.

Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι χρειάζονται νέες πρωτοβουλίες που θα επιτρέψουν στους νέους να αποκτήσουν ουσιαστικότερο ρόλο.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Geelong, Andrew Alexander (τέταρτος από αριστερά), μαζί με μέλη διαφορετικών γενεών της Κοινότητας, κατά τη συμμετοχή τους στο πολυπολιτισμικό φεστιβάλ Pako Festa. Μια εικόνα της ζωντανής ελληνικής παρουσίας στην τοπική κοινωνία. Πηγή: Ελληνική Κοινότητα Geelong / Facebook.

ΟΙ ΝΕΟΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝ

Ένας από τους βασικούς στόχους της σημερινής διοίκησης είναι η δημιουργία οργανωμένης ομάδας νεολαίας.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η Κοινότητα δεν επιθυμεί απλώς να οργανώνει δραστηριότητες για τους νέους, αλλά να τους δώσει τη δυνατότητα να αποφασίζουν οι ίδιοι τι θέλουν να κάνουν.

«Θέλουμε να προσκαλέσουμε τους νέους της Κοινότητάς μας να έρθουν και να μας πουν τι θέλουν να δημιουργήσουν», εξηγεί ο κ. Alexander.

«Θέλουμε να τους δώσουμε την ελευθερία να διαμορφώσουν τη δική τους ομάδα, με τις δραστηριότητες που οι ίδιοι επιθυμούν. Να τους ενδυναμώσουμε ώστε να οργανώνουν και να διοικούν τη δική τους υποεπιτροπή».

Η πρωτοβουλία αυτή βρίσκεται στην ατζέντα της διοίκησης και αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να προσαρμοστεί η Κοινότητα στις ανάγκες των νεότερων γενεών.

Για τον πρόεδρο, η διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας δεν σημαίνει απομόνωση από την αυστραλιανή πραγματικότητα.

Αντίθετα, θεωρεί ότι ο Ελληνισμός του Geelong αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής ζωής της περιοχής.

«Η Κοινότητά μας είναι πλήρως ενσωματωμένη στην αυστραλιανή ζωή. Είμαστε μέρος της αυστραλιανής κουλτούρας, αλλά φέρνουμε μαζί μας και το δικό μας ελληνικό στοιχείο», λέει.

ΜΙΑ ΙΣΧΥΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ 25ΕΤΙΑΣ

Σε μια εποχή που πολλοί ομογενειακοί οργανισμοί αντιμετωπίζουν δυσκολίες βιωσιμότητας, η Ελληνική Κοινότητα Geelong βρίσκεται, σύμφωνα με τον πρόεδρό της, σε ιδιαίτερα καλή οικονομική θέση.

«Οικονομικά είμαστε σε πολύ καλή κατάσταση. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα για εμάς. Οι προηγούμενες γενιές μάς έχουν αφήσει μια πολύ ισχυρή οικονομική βάση», τονίζει.

Η πρόκληση πλέον δεν είναι τόσο η εξασφάλιση πόρων όσο ο τρόπος αξιοποίησής τους.

«Τώρα που έχουμε όλους αυτούς τους πόρους, το ερώτημα είναι πώς θα τους χρησιμοποιήσουμε για να προωθήσουμε την ελληνική μας ταυτότητα και τον πολιτισμό μας, ιδιαίτερα στους νέους».

Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες ανακαίνισης σε εξωτερικό χώρο της κοινοτικής αίθουσας, ώστε να δημιουργηθεί ένας πιο φιλόξενος χώρος συνάντησης και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

Υπάρχουν επίσης σκέψεις για περαιτέρω επέκταση του χώρου, με τη δημιουργία μιας μεγαλύτερης υπαίθριας περιοχής συγκέντρωσης, που θα θυμίζει πλατεία, καθώς και για ανακαίνιση της αίθουσας και άλλες κτιριακές παρεμβάσεις.

Παράλληλα, μια ειδική υποεπιτροπή εργάζεται πάνω σε μια στρατηγική αναθεώρηση της λειτουργίας και των στόχων της Κοινότητας.

Σκοπός είναι η διαμόρφωση ενός οράματος για τα επόμενα 25 χρόνια.

«Βρισκόμαστε στη διαδικασία ολοκλήρωσης μιας στρατηγικής αναθεώρησης, ώστε να επαναπροσδιορίσουμε το όραμά μας για την Κοινότητα. Θέλουμε να διαμορφώσουμε μια προοπτική για τα επόμενα 25 χρόνια», εξηγεί ο κ. Alexander, διευκρινίζοντας ότι το σχετικό σχέδιο δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Ο ίδιος εμφανίζεται αισιόδοξος και για τη μελλοντική ανάπτυξη της παροικίας.

Όπως αναφέρει, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ελληνικής καταγωγής μετακομίζουν από τη Μελβούρνη στο Geelong, αναζητώντας επαφή με την τοπική Κοινότητα.

Η τάση αυτή αντανακλάται και στις αυξημένες εγγραφές στο Ελληνικό Σχολείο.

«Βλέπουμε όλο και περισσότερες οικογένειες να έρχονται από τη Μελβούρνη και να συνδέονται με την Κοινότητά μας. Πιστεύω ότι αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω ανάπτυξη», σημειώνει.

«Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ»

Όταν ο Andrew Alexander καλείται να ξεχωρίσει το μεγαλύτερο επίτευγμα των 70 χρόνων, δεν επιλέγει κάποιο κτίριο, έναν συγκεκριμένο πρόεδρο ή έναν ιστορικό σταθμό.

Επιστρέφει στους πρώτους μετανάστες.

«Το μεγαλύτερο επίτευγμα ήταν η υπέρτατη θυσία εκείνων των Ελλήνων που πήραν την απόφαση να αφήσουν την Ελλάδα και να ξεκινήσουν ένα απίστευτο ταξίδι», λέει.

«Και αυτό το ταξίδι συνεχίζεται. Δεν έχει τελειώσει. Εμείς συνεχίζουμε αυτό που εκείνοι ξεκίνησαν».

Για τον ίδιο, τα επιτεύγματα των προηγούμενων δεκαετιών είναι σημαντικά, αλλά δεν αποτελούν το τέλος της διαδρομής.

«Θα ήθελα να πω ότι το μεγαλύτερό μας επίτευγμα βρίσκεται ακόμη μπροστά μας. Έχουμε πετύχει πολλά στην πορεία, αλλά δεν έχουμε ακόμη φτάσει στον προορισμό μας».

Μιλά με ιδιαίτερη συγκίνηση για τις θυσίες των παλαιότερων γενεών και για τον κόπο που απαιτήθηκε ώστε η Κοινότητα να αποκτήσει τη σημερινή της θέση.

«Χρειάστηκε μεγάλη τόλμη, πίστη στο μέλλον, αποφασιστικότητα και χρόνια σκληρής δουλειάς για να φτάσουμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Τους θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη, γιατί εμείς είμαστε οι άνθρωποι που απολαμβάνουμε τους καρπούς των θυσιών τους».

Η συμβολή εκείνης της γενιάς, όπως παραδέχεται, δύσκολα θα μπορούσε να επαναληφθεί με τους ίδιους όρους σήμερα.

«Όταν βλέπεις όσα κατάφεραν οι προηγούμενες διοικήσεις, τα μέλη και οι εθελοντές, αισθάνεσαι πραγματικά ταπεινός. Δεν νομίζω ότι η δική μας γενιά θα μπορούσε να επαναλάβει αυτό που έκαναν εκείνοι».

Θυμάται τους ανθρώπους που πουλούσαν λαχνούς, συγκέντρωναν χρήματα και αφιέρωναν αμέτρητες ώρες για να χτίσουν εκκλησίες και κοινοτικούς χώρους.

«Δεν θεωρούμε τίποτα από αυτά δεδομένο. Είμαστε βαθιά ευγνώμονες. Το δικό μας καθήκον είναι να αξιοποιήσουμε όσα μας πρόσφεραν και να διατηρήσουμε ζωντανό το πνεύμα αυτού που οραματίστηκαν για εμάς».

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΣΤΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΛΥΠΗ

Πέρα από τις υποδομές και τις οργανωμένες δραστηριότητες, ο πρόεδρος θεωρεί ότι η πραγματική δύναμη της Ελληνικής Κοινότητας Geelong βρίσκεται στους ανθρώπινους δεσμούς.

«Αυτό που είναι υπέροχο στην Ελληνική Κοινότητα είναι όλες αυτές οι φιλίες που δημιουργήθηκαν και όλη η δουλειά που έγινε από κοινού για να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει», τονίζει.

Οι δεσμοί αυτοί δεν περιορίζονται στις γιορτές και στις ευχάριστες στιγμές.

«Μοιραζόμαστε τις χαρές μας, αλλά μοιραζόμαστε και τις λύπες μας. Είμαστε μαζί στις καλύτερες στιγμές και, πολλές φορές, και στις δυσκολότερες».

Αυτή η αίσθηση της συλλογικής παρουσίας είναι, κατά τον ίδιο, η ουσία της κοινοτικής ζωής.

«Μένουμε ενωμένοι. Είμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Στο Geelong είμαστε μια πολύ μεγάλη οικογένεια».

Στη διάρκεια της επετειακής εκδήλωσης του Σαββάτου, η Κοινότητα θα αναγνωρίσει και θα τιμήσει συγκεκριμένα πρόσωπα για τη μακρόχρονη και αφοσιωμένη προσφορά τους.

Ο κ. Alexander προτιμά να μη δημοσιοποιήσει ακόμη τα ονόματα, αφήνοντας τις σχετικές ανακοινώσεις για τη βραδιά της επετείου.

Ωστόσο, η ευγνωμοσύνη προς τους ιδρυτές και τις προηγούμενες γενιές διατρέχει ολόκληρο το μήνυμά του.

«Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους παλαιότερους, τους ιδρυτές και όλες τις γενιές που ακολούθησαν και μας έδειξαν τον δρόμο. Όλους τους εθελοντές και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, παλαιότερα και σημερινά, για τις αμέτρητες ώρες δουλειάς που πολλές φορές περνούν απαρατήρητες».

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ

Για τον Andrew Alexander, η ιστορία της Ελληνικής Κοινότητας Geelong συνδέεται άμεσα με την ιστορία των ίδιων των οικογενειών της.

Η πρώτη γενιά αντιμετώπισε τις δυσκολίες της εγκατάστασης σε μια νέα χώρα. Η δεύτερη μεγάλωσε έχοντας ακόμη ισχυρούς δεσμούς με την ελληνική γλώσσα και τις παραδόσεις. Η τρίτη και οι επόμενες καλούνται πλέον να βρουν τον δικό τους τρόπο να συνδυάσουν την ελληνική κληρονομιά με την αυστραλιανή τους ταυτότητα.

Αυτή η μετάβαση δεν είναι απλή, αλλά ο ίδιος τη θεωρεί μέρος της φυσικής εξέλιξης της παροικίας.

Και επιμένει ότι κάθε γενιά έχει την ευθύνη να αφήσει κάτι ουσιαστικό σε εκείνη που θα ακολουθήσει.

«Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έχτισαν την Ακρόπολη για να επιδειχθούν. Την έχτισαν ως μνημείο αυτού που οι ίδιοι ήταν», αναφέρει, συνδέοντας την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά με την έννοια της προσφοράς.

«Πρέπει να επιδιώκουμε την αριστεία και να δείχνουμε ότι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η θυσία για το κοινό καλό».

Και προσθέτει:

«Όταν όλοι προσφέρουμε για το κοινό καλό, ωφελούμαστε όλοι. Όχι μόνο εμείς, αλλά και οι επόμενες γενιές, τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Αυτές οι θυσίες δεν πηγαίνουν χαμένες. Τα οφέλη τους μοιράζονται».

Αυτό, πιστεύει, είναι και το ουσιαστικότερο μήνυμα της ιστορίας των Ελλήνων του Geelong.

Εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη εκείνη συνάντηση στη Swanston Street, οι συνθήκες έχουν αλλάξει, οι γενιές έχουν διαδεχθεί η μία την άλλη και η παροικία έχει αποκτήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Όμως, η ανάγκη που οδήγησε εκείνους τους 15–20 Έλληνες να συγκεντρωθούν το 1956 παραμένει αναγνωρίσιμη: η ανάγκη να ανήκουν κάπου, να στηρίζουν ο ένας τον άλλον και να εξασφαλίζουν ότι όσα τους συνδέουν με την καταγωγή τους θα εξακολουθήσουν να έχουν θέση στη ζωή των παιδιών τους.

«Ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή στο μέλλον οι επόμενες γενιές θα θυμούνται και τη δική μας προσφορά, όπως εμείς θυμόμαστε σήμερα εκείνους που προηγήθηκαν», λέει ο πρόεδρος.

Και καταλήγει με μια ευχή που συνοψίζει το νόημα της επετείου:

«Θέλουμε τα πράγματα να συνεχιστούν. Θέλουμε αυτό το ταξίδι να συνεχιστεί».

Γιατί τα 70 χρόνια της Ελληνικής Κοινότητας Geelong δεν είναι μόνο μια επέτειος μνήμης. Είναι και μια υπενθύμιση ότι η παρακαταθήκη των πρώτων μεταναστών αποκτά πραγματικό νόημα όταν βρίσκει ανθρώπους πρόθυμους να τη συνεχίσουν.

The post 70 χρόνια Ελληνική Κοινότητα Geelong: Η παρακαταθήκη των πρώτων μεταναστών και το στοίχημα του αύριο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.