Ο ελληνικός τουρισμός θα μπορούσε να κερδίσει μεγαλύτερο μερίδιο από την αυστραλιανή αγορά, αλλά η επόμενη ημέρα δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην ισχυρή αναγνωρισιμότητα της Ελλάδας, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες.
Η βελτίωση της αεροπορικής συνδεσιμότητας και η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου αναδεικνύονται σε βασικούς άξονες της στρατηγικής που προτείνει το ΙΝΣΕΤΕ (Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων), στη μελέτη του «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές».
Στην κατηγορία «Νέες Αγορές», το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει δύο σημαντικές μεταβολές: τη γεωγραφική μετατόπιση της οικονομικής ισχύος προς την Ασία και τη γενεαλογική αλλαγή των ταξιδιωτών. Η Κίνα, η Ινδία και η Αυστραλία αντιπροσωπεύουν ήδη μεγάλες αγορές εξερχόμενου τουρισμού, στις οποίες η διείσδυση της Ελλάδας παραμένει σχετικά περιορισμένη, παρά τη σταδιακή βελτίωση της θέσης της.
Η ανάπτυξή τους απαιτεί διαφορετική στρατηγική ανά αγορά: ψηφιακή προβολή στην Κίνα, ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας του ελληνικού τουριστικού brand στην Ινδία και επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου στην Αυστραλία.
Εξίσου σημαντική είναι και η πρόκληση από γενεαλογικές μεταβολές. Millennials (γεννημένοι από το 1981 έως το 1996), Gen Z (από το 1997 έως το 2012) και Gen Alpha (από το 2010 και έπειτα) αθροίζουν ήδη το 70% της αγοράς.
Οι Millennials ζητούν αυθεντικότητα, η Gen Z αναζητά μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) και επιλέγει με κριτήριο βιωσιμότητας, η Gen Alpha – η πρώτη πλήρως «AI-native» γενιά – θα θεωρεί αυτονόητη την υπερ-εξατομικευμένη ταξιδιωτική εμπειρία.
Προορισμός που δεν θα είναι ορατός στα AI-οικοσυστήματα της επόμενης δεκαετίας, απλώς δεν θα υπάρχει στο ταξιδιωτικό σύμπαν των νέων γενεών. Η προσαρμογή δεν είναι επιλογή – είναι ζήτημα επιβίωσης.
ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ… ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η Ελλάδα εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή έλξη στους ταξιδιώτες από την Αυστραλία, παρά τη μεγάλη απόσταση, το αυξημένο κόστος των διακοπών και τις δυσκολίες ενός πολύωρου ταξιδιού. Για πολλούς ομογενείς, η επιστροφή στην πατρίδα συνδέεται με οικογενειακές μνήμες, νοσταλγία και προσωπικούς δεσμούς.
Τα στοιχεία για το 2025 αποτυπώνουν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: οι αφίξεις από την Αυστραλία μειώθηκαν, αλλά τα έσοδα που προέκυψαν από τους συγκεκριμένους επισκέπτες αυξήθηκαν σημαντικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, 169.533 ταξιδιώτες από την Αυστραλία επισκέφθηκαν την Ελλάδα το 2025, έναντι περίπου 180.000 το 2024, καταγράφοντας πτώση 5,6%. Οι συνολικές διανυκτερεύσεις μειώθηκαν κατά 4,9%, σε 1.974.932.
Ωστόσο, οι τουριστικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 20,2%, από περίπου 192 εκατ. ευρώ το 2024 σε 230,7 εκατ. ευρώ το 2025. Έτσι, η αυστραλιανή αγορά αντιπροσώπευσε το 1% των συνολικών τουριστικών εσόδων της Ελλάδας, ενώ αντιστοιχούσε μόλις στο 0,4% των αφίξεων.
Η διαφορά εξηγείται κυρίως από τη διάρκεια παραμονής και τη μέση δαπάνη των επισκεπτών. Η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη αυξήθηκε κατά 27,3%, φτάνοντας τα 1.360,3 ευρώ, ποσό κατά 128,5% υψηλότερο από τον μέσο όρο των 595,2 ευρώ για το σύνολο των επισκεπτών. Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Αυστραλία στη δεύτερη θέση μεταξύ των εξεταζόμενων αγορών, πίσω από τον Καναδά.
Αντίστοιχα, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 26,4%, στα 116,8 ευρώ, έναντι 97 ευρώ για το σύνολο των τουριστών. Η μέση παραμονή έφτασε τις 11,6 διανυκτερεύσεις, σχεδόν διπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο των 6,1 διανυκτερεύσεων.
Παρά τις θετικές επιδόσεις, η αυστραλιανή αγορά δεν έχει ακόμη ανακάμψει στα προ πανδημίας επίπεδα. Το 2019 είχαν καταγραφεί 339.000 αφίξεις, 4,58 εκατ. διανυκτερεύσεις και έσοδα 371 εκατ. ευρώ. Το 2025, η Αττική αποτέλεσε τον δημοφιλέστερο ελληνικό προορισμό για τους επισκέπτες από την Αυστραλία, ενώ η μεγαλύτερη τουριστική κίνηση καταγράφηκε κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους.
Σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της παρουσίας της Ελλάδας στην αυστραλιανή αγορά αποτελεί η επαναλειτουργία του γραφείου του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) στη Μελβούρνη.
Υπό την προϊσταμένη του γραφείου, Γεωργία Δημοπούλου, ο ΕΟΤ επιδιώκει να προσελκύσει ευρύτερο κοινό, πέρα από την ελληνική ομογένεια, προβάλλοντας μια σύγχρονη και πολυδιάστατη Ελλάδα. Στις προτεραιότητες περιλαμβάνονται ο πολιτισμός, η γαστρονομία, ο θαλάσσιος τουρισμός, οι δραστηριότητες στη φύση και οι λιγότερο γνωστοί προορισμοί, με έμφαση στη βιωσιμότητα και την επέκταση της τουριστικής περιόδου.
Η συνεργασία με αυστραλιανούς τουριστικούς οργανισμούς, ταξιδιωτικούς πράκτορες, αεροπορικές εταιρείες και μέσα ενημέρωσης αναμένεται να συμβάλει στην ενίσχυση των διμερών σχέσεων και στη διάχυση της τουριστικής κίνησης σε περισσότερες περιοχές της Ελλάδας.
«ΝΕΑ ΦΑΣΗ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ»
Σε μια νέα φάση ωριμότητας έχει περάσει ο ελληνικός τουρισμός, σύμφωνα με τη Μαρία Τσιβγέλη, η οποία παρουσίασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τα βασικά ευρήματα της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ.
Τα μεγέθη του 2025 επιβεβαιώνουν τη σημαντική συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία και απασχόληση. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη αξία για την οικονομία και την κοινωνία, χωρίς να εξαντλεί τους προορισμούς και τους φυσικούς πόρους. Η μελέτη εξετάζει, μεταξύ άλλων, την ανταγωνιστικότητα, τις υποδομές, το ανθρώπινο δυναμικό και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, καταλήγοντας ότι η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά και από την κατανομή των οφελών.
ΤΑ ΡΕΚΟΡ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΑ
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά ιστορικών υψηλών για τον ελληνικό τουρισμό. Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, οι διεθνείς αφίξεις χωρίς την κρουαζιέρα ανήλθαν σε 37,98 εκατ. και μαζί με αυτήν σε 43,3 εκατ.
Οι εισπράξεις χωρίς την κρουαζιέρα έφτασαν τα 22,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,8% σε σύγκριση με το 2024. Η άμεση συνεισφορά του τουρισμού αντιστοιχούσε στο 13% του ΑΕΠ και η συνολική, άμεση και έμμεση, περίπου στο 30%. Οι επενδύσεις του κλάδου εκτιμώνται σε 5 δισ. ευρώ.
Ο τουρισμός στηρίζει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από τις μεταφορές και το εμπόριο έως την αγροδιατροφή, τις κατασκευές και τις πολιτιστικές υπηρεσίες. Ωστόσο, η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025, υποχώρηση 17,2%, γεγονός που αναδεικνύει ότι τα περισσότερα έσοδα και οι αφίξεις δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως ανάλογο όφελος για κάθε προορισμό.
Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ
Η τουριστική δραστηριότητα κατανέμεται άνισα: οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες συγκεντρώνουν μόλις το 10% των εσόδων, ενώ πέντε νησιά δέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό που επικαλείται το ΙΝΣΕΤΕ, το 90% των δημοτικών ενοτήτων που καλύπτουν το 95% της χώρας εμφανίζει μικρή ή μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Το τρίτο τρίμηνο του 2025 συγκέντρωσε το 52,4% των διεθνών αφίξεων και το 52,5% των εισπράξεων. Οι δημοφιλείς προορισμοί χρειάζονται καλύτερη διαχείριση επισκεπτών, μετακινήσεων και φυσικών πόρων, ενώ οι λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές χρειάζονται επενδύσεις, συνδεσιμότητα και τουριστικά προϊόντα πέρα από τη θερινή περίοδο. Οι Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών (DMMOs) μπορούν να συμβάλουν στον σχεδιασμό, στον συντονισμό των φορέων και στη διαχείριση των τουριστικών ροών.
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Το τρίτο τρίμηνο του 2025, η απασχόληση στα καταλύματα και στην εστίαση έφτασε τους 475.200 εργαζομένους, το 10,8% της συνολικής απασχόλησης. Το ποσοστό πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από 82,1% το 2019 σε 90,4% το 2025.
Ωστόσο, οι ελλείψεις προσωπικού στα ξενοδοχεία αντιστοιχούσαν στο 14% των θέσεων εργασίας, ενώ μόλις το 24% των εργαζομένων του κλάδου ήταν απόφοιτοι τουριστικών σχολών. Η εποχικότητα και οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί κατάρτιση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, ώστε να ενισχυθούν τόσο η ποιότητα των υπηρεσιών όσο και οι επαγγελματικές προοπτικές των εργαζομένων.
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση παγκοσμίως στον Δείκτη Ανάπτυξης Ταξιδιών και Τουρισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται ανταγωνιστών όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πορτογαλία.
Παρά τις επενδύσεις των τουριστικών επιχειρήσεων, που εκτιμώνται σε 5 δισ. ευρώ το 2025, εκ των οποίων 2,8 δισ. στον ξενοδοχειακό κλάδο, οι αδυναμίες των δημόσιων υποδομών παραμένουν. Οι καθυστερήσεις στις αερομεταφορές, οι ελλείψεις στην αεροναυτιλία, οι αδυναμίες των οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων και οι ανάγκες της ακτοπλοΐας επηρεάζουν την προσβασιμότητα. Προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν επίσης στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, στην καθαριότητα και στις πολιτιστικές υποδομές.
Η έλλειψη συνεδριακού κέντρου διεθνών προδιαγραφών περιορίζει την προσέλκυση μεγάλων συνεδρίων εκτός της θερινής περιόδου, ενώ οι σύγχρονες μαρίνες και οι λιμένες κρουαζιέρας αποτελούν πεδία περαιτέρω ανάπτυξης. Παράλληλα, η φορολογική επιβάρυνση επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα, με την Ελλάδα να κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ επτά ανταγωνιστικών χωρών ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα του τουρισμού.
ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ
Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα αποτελεί κρίσιμο ζήτημα. Σύμφωνα με τη μελέτη, μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ το 73% των επιχειρήσεων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης των εκπομπών έως το 2030.
Η κλιματική αλλαγή, η διάβρωση των ακτών και η πίεση στους υδάτινους πόρους απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η αποτελεσματικότητα του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό θα κριθεί από την εφαρμογή του, ενώ η εκτός σχεδίου δόμηση εξακολουθεί να πιέζει το τοπίο και τις υποδομές, ιδιαίτερα στα νησιά.
Εξίσου σημαντική είναι η κοινωνική αποδοχή. Το 82,4% των πολιτών αξιολογεί θετικά την οικονομική συνεισφορά του τουρισμού, αλλά παραμένουν οι ανησυχίες για τα ενοίκια και το κόστος ζωής. Η αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων είναι αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη αποδοχή του κλάδου.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει τον τρόπο αναζήτησης προορισμών και οργάνωσης ταξιδιών. Η ανάπτυξη εθνικού κόμβου τουριστικών δεδομένων, η ψηφιακή αναβάθμιση των επιχειρήσεων και η κατάρτιση του προσωπικού αποτελούν στρατηγικές προτεραιότητες. Για αγορές όπως η Αυστραλία, η Κίνα και η Ινδία, καθοριστικές παραμένουν η αεροπορική συνδεσιμότητα και η προσαρμοσμένη προβολή.
Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό διεθνές brand και θετική αξιολόγηση της εμπειρίας των επισκεπτών, με βαθμολογία 9,1 στα 10 και δείκτη προθυμίας σύστασης του προορισμού 54, σύμφωνα με τη μελέτη. Η διατήρηση αυτού του πλεονεκτήματος προϋποθέτει καλύτερες υποδομές, προστασία του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος και ουσιαστικότερη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική οικονομία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερες αφίξεις και υψηλότερα έσοδα, αλλά μια ανάπτυξη που κατανέμει δικαιότερα τα οφέλη και διατηρεί την ανταγωνιστικότητα των προορισμών σε βάθος χρόνου.
The post Η Αυστραλία «στοίχημα» για τον ελληνικό τουρισμό appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.